Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Καθ’ ύλην αρμοδιότητα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, σε περίπτωση που η κύρια υπόθεση εκκρεμεί ενώπιον πολυμελούς πρωτοδικείου ή εφετείου

Γενική καθ’ ύλην αρμοδιότητα για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων έχει το μονομελές πρωτοδικείο, υπέρ του οποίου ισχύει το τεκμήριο αρμοδιότητας (683 παρ. 1 ΚΠολΔ)[1]. Εάν, βεβαίως, αρμόδιο για την κύρια υπόθεση είναι το ειρηνοδικείο, τότε αυτό καθίσταται αρμόδιο για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων (683 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το ειρηνοδικείο είναι, επίσης, αποκλειστικά αρμόδιο[2] για τη συναινετική εγγραφή ή άρση προσημείωσης υποθήκης, σύμφωνα με το άρθρο 683 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθώς και για την εκδίκαση υποθέσεων προσωρινής ρυθμίσεως νομής ή κατοχής κατά την 733 ΚΠολΔ.

Επίσης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 684 ΚΠολΔ, «Αν η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε πολυμελές δικαστήριο, τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται και από το δικαστήριο αυτό». Με σκοπό να εξυπηρετηθεί η οικονομία της δίκης και να διευκολυνθεί η παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας, το πολυμελές δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση, έχει συντρέχουσα αρμοδιότητα να διατάξει τα κατάλληλα ασφαλιστικά μέτρα με βάση το νομικό και πραγματικό υλικό που έχει ήδη κατατεθεί υπόψη του[3]. Η περί ης ο λόγος διάταξη συνιστά προέκταση του άρθρου 682 παρ. 2 ΚΠολΔ και το δικαίωμα επιλογής ανήκει στον αιτούντα[4]. Κύρια υπόθεση, δε, θεωρείται εκείνη που έχει ως αντικείμενο τη δεσμευτική διάγνωση του ασφαλιστέου δικαιώματος ή έννομης σχέσης, και όχι εκείνη, κατά την οποία το δικαίωμα εξετάζεται παρεμπιπτόντως, ή όταν κρίνεται το υποστατό της απαίτησης[5].

Η ρύθμιση του άρθρου 684 ΚΠολΔ συμπληρώνεται από το άρθρο 686 παρ. 5 εδ. β΄ ΚΠολΔ, το οποίο προβλέπει ότι «Το πολυμελές πρωτοδικείο δικάζει αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μόνον κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης». Η διάταξη αυτή, όπως και εκείνη του άρθρου 684 ΚΠολΔ, αφορά, για την ταυτότητα του νομικού λόγου, κάθε πολυμελές δικαστήριο ουσίας, ήτοι τα πολυμελή πρωτοδικεία και τα εφετεία. Μάλιστα, η καθίδρυση με το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011 μονομελούς σύνθεσης εφετείου, δε συνεπάγεται εξαίρεση του δικαστηρίου αυτού από το πεδίο εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 684 ΚΠολΔ, η τελολογική προσέγγιση της οποίας δεν μπορεί να οδηγήσει σε έναν τέτοιο αποκλεισμό[6].

Από το συνδυασμό, λοιπόν, των διατάξεων των άρθρων 682 παρ. 2, 684 και 686 παρ. 5 εδ. β΄ ΚΠολΔ συνάγεται ότι το πολυμελές δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμεί η κύρια υπόθεση, δικάζει επί αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, μη επιτρεπομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσης δίκης για τη συζήτηση της εν λόγω αίτησης[7]. Κατά μία άποψη, αν η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων φέρεται προς συζήτηση σε πολυμελές δικαστήριο πριν από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιόν του, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της με σκοπό να συνεκδικασθεί με την κύρια υπόθεση[8]. Ωστόσο, υποστηρίζεται και η άποψη ότι η εισαγωγή της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων σε πολυμελές δικαστήριο, προκειμένου να συζητηθεί ανεξάρτητα από την κύρια υπόθεση, συνεπάγεται αδιακρίτως την απόρριψή της ως απαράδεκτης[9].

Τα αυτά ισχύουν, mutatis mutandis, και αν η κύρια υπόθεση εκκρεμεί κατ’ έφεση στο εφετείο. Έτσι, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 682 παρ. 2, 684 και 686 παρ. 5 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το εφετείο δικάζει την αίτηση για λήψη ασφαλιστικών μέτρων, μόνο κατά τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης, απαγορευομένης της δημιουργίας αυτοτελούς στάσης δίκης[10]. Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία διατάσσονται ασφαλιστικά μέτρα από το εφετείο που δικάζει κατ’ έφεση την κύρια υπόθεση, η σχετική αίτηση μπορεί να υποβληθεί και αυτοτελώς ενώπιον του εφετείου και πριν από τη συζήτηση της έφεσης[11].   

Επισημαίνεται, πάντως, ότι το πολυμελές πρωτοδικείο ή το εφετείο, στο οποίο εκκρεμεί αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά το άρθρο 684 ΚΠολΔ, μπορεί να εκδώσει προσωρινή διαταγή ανεξάρτητα από τη συζήτηση της κύριας υπόθεσης[12], μολονότι δεν μπορεί να συζητήσει την αίτηση ασφαλιστικών μέτρων χωριστά από την κύρια υπόθεση κατά την ανωτέρω κρατούσα άποψη.

Άλλωστε, ως ήδη ελέχθη, σε περίπτωση που η κύρια υπόθεση είναι εκκρεμής σε πολυμελές δικαστήριο, για τη λήψη των ασφαλιστικών μέτρων παραλλήλως αρμόδιο είναι και το μονομελές πρωτοδικείο (αρθρ. 683 παρ. 1 και 684 ΚΠολΔ), χωρίς οι διάδικοι να έχουν εξουσία να καταργήσουν συμβατικά την παράλληλη αυτή αρμοδιότητα[13]. Στην περίπτωση, λοιπόν, που η κύρια υπόθεση εκκρεμεί σε πολυμελές δικαστήριο (ήτοι σε πολυμελές πρωτοδικείο ή εφετείο), η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων μπορεί να ασκηθεί είτε ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, είτε ενώπιον του πολυμελούς δικαστηρίου, κατά την επιλογή του αιτούντος, πρόκειται δηλαδή για συντρέχουσα αρμοδιότητα[14]. Η αρμοδιότητα, δε, αυτή του μονομελούς πρωτοδικείου εξικνείται μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης, μετά την έκδοση της οποίας και το εξ αυτής πηγάζον δεδικασμένο, δεν είναι νοητή η λήψη ασφαλιστικών μέτρων (επιχείρημα από άρθρο 698 παρ. 1α ΚΠολΔ), αλλά, αντίθετα, τα ληφθέντα ασφαλιστικά μέτρα ανακαλούνται υποχρεωτικά. Τούτο σημαίνει, συνακόλουθα, ότι, σε περίπτωση που μετά την έκδοση απόφασης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ασκείται έφεση και αναβιώνει η εκκρεμοδικία, το μονομελές πρωτοδικείο έχει αρμοδιότητα να επιληφθεί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, στο πλαίσιο των οποίων θα ερευνήσει και πάλι αν πιθανολογείται το δικαίωμα του αιτούντος και αν συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις για τη λήψη αυτών, αφού και το εφετείο, ενώπιον του οποίου θα εφέροντο τα ασφαλιστικά μέτρα κατά την ενώπιόν του στάση της δίκης, τις ίδιες προϋποθέσεις θα ερευνούσε. Δεν υπάρχει, δε, καμία διάταξη στο νόμο που να εξαιρεί την αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου, κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, αφού τα ληφθέντα ασφαλιστικά μέτρα ισχύουν εφόσον ζητηθεί, μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης επί της κυρίας αγωγής[15].

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος 2ος, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1856 επ. (υπό άρθρο 684), Β. Α. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνευτική – Νομολογιακή Ανάλυση (κατ’ άρθρο), Τόμος Δ΄, Άρθρα 682-903, Αθήνα 1996, σελ. 54 επ. (υπό άρθρο 684).

[2] Βλ. ΕιρΦλωρ 16/2001, ΑρχΝομ 2003, σελ. 99, ΜονΠρΑμφ 120/1992, ΑρχΝ 44, σελ. 65.

[3] Βλ. Κεραμέα, Κονδύλη, Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, ΙΙ, 591-1054, Εισαγωγικός Νόμος, Εκδόσεις Σάκκουλα/Αθήνα-Θεσσαλονίκη, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα/Αθήνα-Κομοτηνή, Δίκαιο & Οικονομία/ Π. Ν. Σάκκουλας, σελ. 1332 επ. (υπό άρθρο 684).

[4] Βλ. ΜονΠρΧαλκ 361/1993, ΕλλΔνη 1995, σελ. 902.

[5] Βλ. ΠολΠρΣπαρτ 42/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠολΠρΧαλκ 168/1983, Αρμ 37, σελ. 887, ΕφΑθ 6589/1983, ΕλλΔνη 25, σελ. 181.

[6] Βλ. έτσι Ι. Χαμηλοθώρη, Ασφαλιστικά Μέτρα μετά τον νέο Ν. 4335/2015, Ερμηνεία – Νομολογία – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2016, σελ. 31 επ. (υποσημ. 99).

[7] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 3535/2016, ΠολΠρΠειρ 311/2015, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠολΠρΣπαρτ 42/2015, ΠΠΑ 103/2014, ΠολΠρΑιγ 2/2013, ΕφΑθ 4007/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω εκτενείς θεωρητικές και νομολογιακές παραπομπές, ΕφΠατρ 779/2007, ΑχΝομ 2008, σελ. 410, ΕφΑθ 1499/2007, ΕφΑΔ 2008, σελ. 232, ΠολΠρΠειρ 2525/2007, ΕλλΔνη 2009, σελ. 896, ΜΠΑ 2090/2004, ΝοΒ 2005, σελ. 523, ΕφΚρ 805/1991, Δ 24, σελ. 1008, ΠολΠρΧαλκ 90/1988, Δ 1988, σελ. 748, ΠΠΑ 315/1986, Δ 1987, σελ. 359, ΠΠΑ 23/1981, ΕλλΔνη 23, σελ. 178. Βλ. ακόμη Ι. Χαμηλοθώρη, όπ.π., σελ. 32 και Κ. Δ. Γεωργίου, Ασφαλιστικά Μέτρα (Προσωρινή Δικαστική Προστασία Αξιώσεων Ιδιωτικού Δικαίου), Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2015, σελ. 94 επ..

[8] Βλ. ΠολΠρΡοδ 62/2013, ΠολΠρΡοδ 94/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 779/2009, ΑχΝομ 2008, σελ. 410, ΕφΑθ 1499/2007, ΕφΑΔ 2008, σελ. 232, ΠολΠρΠειρ 2525/2007, ΕλλΔνη 2009, σελ. 896, ΕφΚρ 805/1991, Δ 24, σελ. 1008.

[9] Βλ. ΠολΠρΠειρ 835/1989, Δ 1989, σελ. 250, ΕφΑθ/1983, ΕλλΔνη 1983, σελ. 1008, ΕφΛαρ 601/1983, ΝοΒ 1984, σελ. 693.

[10] Βλ. ΕφΑθ 1499/2007, ΕφΠατρ 779/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΔ 2008, σελ. 232, ΕφΚρ 805/1991, Δ 24, σελ. 719, ΕφΑθ 7251/1990, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[11] Βλ. ΕφΛαρ 64/2013, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΠΠΑ 315/1985, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΝαυπλ 589/1995, ΕλλΔνη 1996, σελ. 184, ΕφΑθ 7180/1983, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[12] Βλ. Δ. Κράνη, Προσωρινή Διαταγή και Ανάκληση των αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, σε Ζητήματα ασφαλιστικών μέτρων – 37ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ελλήνων Δικονομολόγων, εκδ. 2013, σελ. 25.

[13] Βλ. Τζίφρα, Ασφαλιστικά μέτρα, έκδ. 1985 σελ. 16, Μπέη, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 684 σελ. 59, 61, ΜΠΑ 421/1994, Αρμ 48, σελ. 461, ΜονΠρΑγρ 41/1991, ΑρχΝ 42, σελ. 555.

[14] Βλ. ΜΠΑ 14726/1993, ΕλλΔνη 35, σελ. 1395.

[15] Βλ. ΠολΠρΘεσσ 8265/2009, ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΜονΠρΚω 1517/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί