Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Καθεστώς διάσωσης πρώτης κατοικίας κατ’ άρθρο 9 παρ. 2 για αιτήσεις Ν. 3869/2010 που κατατέθηκαν στο μεταβατικό χρονικό στάδιο μεταξύ του Ν. 4336/2015 και του Ν. 4346/2015

Οι αιτήσεις περί υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010, οι οποίες περιέχουν αίτημα για εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της πρώτης κατοικίας του οφειλέτη και οι οποίες έχουν κατατεθεί στο μεταβατικό χρονικό στάδιο μεταξύ του Ν. 4336/2015 και του Ν. 4346/2015 (ήτοι μεταξύ 18/8/15 και 31/12/15) διέπονται από το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, υπό την ισχύ του Ν. 4336/2015, ήτοι όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από το Ν. 4346/2015. Ως προς την εξαίρεση δε της κύριας κατοικίας οι αιτήσεις αυτές σύμφωνα με την μεταβατική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 4336/2015 υπάγονται στο ίδιο καθεστώς ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και διάσωσης της κύριας κατοικίας, με αυτές που έχουν κατατεθεί μέχρι 14-08-2015 με την διαφοροποίηση μόνο ως προς τον τρόπο διανομής των καταβολών υπέρ των πιστωτών, που ορίζεται σύμμετρη καταβολή (βλ. ΜονΠρωτΚορινθ 175/2018, ΝΟΜΟΣ).

Συνεπώς, κατά το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, μετά την τροποποίησή του με την ΥΠΟΠΑΡ.Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 (ΦΕΚ A 94/14-8-2015) για τις ανωτέρω αιτήσεις που έχουν κατατεθεί κατά τη διάρκεια του μεταβατικού αυτού σταδίου, θα πρέπει να οριστούν από το Δικαστήριο μηνιαίες καταβολές για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του αιτούντος, για την οποία θα πρέπει να καταβάλει ο αιτών μέχρι το 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Σύμφωνα με σχετική νομολογία (βλ. ΕιρΠατρ 159/2017, δημ. TNΠ NOMOΣ), «από την γραμματική διατύπωση της διάταξης («μέχρι συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα τοις εκατό…») συνάγεται το ανώτατο όριο της πρόσθετης αυτής επιβάρυνσης του οφειλέτη, με την έννοια ότι εφόσον το ύψος της οφειλής του είναι μικρότερο του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας θα καταβάλει ολόκληρο το ποσό της, εφόσον δε είναι μεγαλύτερο θα απαλλαγεί του πέραν του 80% ποσού. Επομένως, με βάση την ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 9§2, εάν τα υπόλοιπα των χρεών του οφειλέτη μετά τις καταβολές της ρύθμισης της διάταξης του άρθρου 8§2 υπερβαίνουν το ποσό του 80% της αντικειμενικής αξίας της κατοικίας του, το Δικαστήριο θα προβεί σε ρύθμιση επιβάλλοντάς του πρόσθετο χρέος για την εξόφληση των οφειλών του αυτών ίσο με το ποσό αυτό του 80%, απαλλασσόμενου του υπολοίπου των χρεών με την τήρηση της ρύθμισης, εάν όμως τα υπόλοιπα των χρεών του είναι μικρότερα του 80% θα υποχρεωθεί σε καταβολές μέχρι την εξάντληση του ποσού αυτού».

Η εξαίρεση αυτή της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση εκπορεύεται καταρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του θετού δικαίου), η οποία έχει διαρραγεί, λόγω του μεγάλου αριθμού ιδιωτών οφειλετών στο κοινωνικό πεδίο των συμβατικών εννόμων σχέσεων προς πιστωτικά ιδρύματα, αλλά και ειδικά, ώστε να παρασχεθεί η δυνατότητα σε έκαστο υπερχρεωμένο κοινωνό (φυσικό πρόσωπο), να αποτελέσει εκ νέου δυναμικό παράγοντα της οικονομικής – συναλλακτικής κοινωνίας. Δικαιολογείται, όμως, ειδικότερα από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του, η οποία, υπό την έννοια της οικογενειακής στέγης, ως κοινωνικό αγαθό, απολαμβάνει συνταγματικής προστασίας, κατ’ άρθρο 21 του Συντάγματος. Από τη γραμματική και μόνο διατύπωση του νόμου συνάγεται ευθέως ότι το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί με τον τρόπο αυτό να ικανοποιηθεί, ως αντάλλαγμα, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας κατ’ ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο. Περαιτέρω, ο νόμος δεν παραθέτει κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους των μηνιαίων καταβολών για το χρέος αυτό, που επιβάλλεται στον οφειλέτη ως πρόσθετο, ώστε να επωφεληθεί από τη εξαίρεση της εκποίησης της κύριας κατοικίας. Γενικά κριτήρια είναι η ηλικία του οφειλέτη, η παρούσα οικονομική του κατάσταση και η προοπτική βελτίωσής της, όπως τα κριτήρια αυτά συνάγονται με συστηματική ερμηνεία από την ανάλογη ρύθμιση του άρθρου 8 παρ. 5 Ν. 3869/2010, καθώς εξάλλου η προστασία αυτή δεν παρέχεται σε όλους τους οφειλέτες, αλλά σε αυτούς που η αξία της κατοικίας τους δεν υπερβαίνει ένα όριο. Συνεπώς, όταν το επιτρέπουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως ηλικίας, προβλημάτων υγείας και ανεργίας, το δικαστήριο μπορεί να ορίσει και κατώτερο ποσό από το ανώτατο επιτρεπόμενο (βλ. σχετικά ΜονΠρωτΧαν 192/2017 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αντίθετη άποψη θα οδηγούσε στο άτοπο, σε περίπτωση που συντρέχουν οι εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 8 παρ. 5 του ως άνω νόμου και ο οφειλέτης έχει ανεπαρκές εισόδημα, να ορίζονται μεν μηδενικές καταβολές για την υπαγωγή στη ρύθμιση, πλην όμως να ορίζονται μηνιαίες δόσεις για την εξαίρεση της κύριας κατοικίας του από την εκποίηση, τη στιγμή μάλιστα που θα έχει ήδη κριθεί ότι ο οφειλέτης αδυνατεί να ανταποκριθεί λόγω των εξαιρετικών περιστάσεων και του ανεπαρκούς του εισοδήματος σε οποιαδήποτε καταβολή (ΜονΠρωτΘεσ 500/2016, ΕλλΔνη 2016.556, ΜονΠρωτΚορ 187/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, I. Βενιέρης-Θ. Κατσάς, Εφαρμογή του Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, 3η έκδοση, παρ. 1427-1435, σελ. 613- 619).

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί