Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Κρίσιμα ερμηνευτικά και δικονομικά ζητήματα του άρθρου ΑΚ 1505 περί της από κοινού υποχρέωσης των γονέων προς δήλωση περί προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων τους και της αντίστοιχης αγωγής ακυρώσεως της δήλωσης αυτής

Σύμφωνα με την αναγκαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου ΑΚ 1505§1, το οποίο μετά την τροποποίησή του είναι πλέον εναρμονισμένο προς τη συνταγματική αρχή της ισότητας των φύλων (4§2 Συντ.), οι γονείς ‘‘υποχρεούνται’’ (με μόνη συνέπεια, σε περίπτωση παράβασης της υποχρέωσης αυτής, την οριζόμενη στην §3 του ίδιου άρθρου) να έχουν προσδιορίσει το επώνυμο των τέκνων τους με αμετάκλητη κοινή δήλωσή τους πριν από το γάμο, η οποία γίνεται είτε σε συμβολαιογράφο, είτε στο λειτουργό, ενώπιον του οποίου θα τελευτεί ο γάμος. Αυτή η κοινή δήλωση των μελλονύμφων αποτελεί κοινή δικαιοπραξία / συνδικαιοπραξία, καθόσον συντίθεται από δύο παράλληλες και αυτοτελείς δηλώσεις βούλησης, οι οποίες κατατείνουν στην επέλευση της αυτής έννομης συνέπειας, ήτοι στον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων, με αποτέλεσμα να εφαρμόζονται επί αυτής οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις [βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, τόμος Ε΄, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004, σελ. 842, I. Σπυριδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο, 1983, σελ. 260, Γ. Κουμάντο, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 4η Έκδοση, 1985, σελ. 352, Γ. Παπαδημητρίου, Κατ’ άρθρο ερμηνεία των νέων διατάξεων Οικογενειακού Δικαίου, Τόμος Β΄, 1986, σελ. 461. Βλ επίσης ΠΠΡΑΘ 1426/2016, ΠΠΡΑΘ 1619/2011, ΠΠΡΑΘ 3773/2010, ΠΠΡΑΘ 386/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΑΘ 4100/2006 ΝοΒ 55/2007 σελ. 358, ΠΠΡΑΘ 2882/1989 ΤΝΠ Νόμος]. Η ως άνω δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων είναι αμετάκλητη, υπό την έννοια ότι μεταγενέστερη μεταβολή γνώμης ως προς την επιλογή του επωνύμου δεν συγχωρείται προς αποτροπή του κινδύνου πρόκλησης αβεβαιότητας και σύγχυσης ως προς το επώνυμο των τέκνων και της συνακόλουθης διασάλευσης της ασφάλειας των συναλλαγών, το αμετάκλητο δε αυτό ισχύει από την τέλεση του γάμου. Εάν, ωστόσο, η δήλωση του ενός ή και των δύο μελλονύμφων είναι ελαττωματική (π.χ. λόγω ουσιώδους πλάνης), τότε ολόκληρη η δικαιοπραξία είναι ακυρώσιμη, κατά τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις, αφού η ακύρωση της μίας συνεπιφέρει, κατά νομική αναγκαιότητα, την ακύρωση ολόκληρης της συνδικαιοπραξίας, διότι η ενέργεια της συνδέεται άρρηκτα και με τις δύο δηλώσεις (βλ. Σημαντήρα, Γενικές Αρχές, 4η Έκδοση, 1988, σημ. 26. σελ. 637 και Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 843). Εξάλλου, ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί αυτή για ελάττωμα στη βούληση, καθόσον στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή γνώμης, η οποία και θα προσέκρουε στο αμετάκλητο, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης των μελλονύμφων ως προς το επώνυμο των τέκνων τους [βλ. ΠΠΡΑΘ 2882/1989, ΠΠΡΑΘ 2371/2007, ΠΠΡΑΘ 386/2010, ΠΠΡΑΘ 3773/2010, ΠΠΡΑΘ 1619/2011, ΠΠΡΑΘ 454/2011, ΠΠΡΘΕΣ 4555/2014, ΠΠΡΑΘ 1426/2016 ΤΝΠ Νόμος, κατά τις οποίες η αγωγή ακύρωσης της συνδικαιοπραξίας των μελλονύμφων περί προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων τους που καταρτίστηκε με βάση ελαττωματική λόγω πλάνης δήλωση βουλήσεως είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 140, 141, 154, 155 εδ. α΄, 180, 182, 184 και 1505, διότι κατά το άρθρο ΑΚ 140 ακυρωτέα είναι όλη η συνδικαιοπραξία και όχι αυτή η ελαττωματική δήλωση μόνο. Επίσης, σύμφωνα με όλες τις ανωτέρω (ενδεικτικές) δικαστικές αποφάσεις η δήλωση αυτή των μελλονύμφων αποτελεί συνδικαιοπραξία, αναλυόμενη σε δύο παράλληλες και αυτοτελείς (αυθυπόστατες) δηλώσεις βούλησης, που κατευθύνονται από κοινού στην παραγωγή του αυτού εννόμου αποτελέσματος, ήτοι τον προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων, και επομένως, επί αυτής τυγχάνουν εφαρμογής οι περί δικαιοπραξιών διατάξεις, όπως είναι άλλωστε και οι διατάξεις ΑΚ 140 επ., οπότε και η ύπαρξη ελαττώματος βούλησης καθιστά την κοινή αυτή δήλωση ακυρώσιμη. Τέλος, κατά τις ίδιες αυτές αποφάσεις ο αμετάκλητος χαρακτήρας της δήλωσης των μελλονύμφων δεν αποκλείει τη δυνατότητα να διαρρηχθεί για ελάττωμα στη βούληση, αφού στην περίπτωση αυτή δεν πρόκειται για μεταβολή γνώμης, που προσκρούει στο αμετάκλητο, αλλά για αποκατάσταση της αληθινής βούλησης].

Περαιτέρω, η αγωγή για την ακύρωση της δήλωσης προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων ασκείται από τον ένα γονέα και στρέφεται υποχρεωτικά (βλ. άρθρο 76§1 περ. δ΄ ΚΠολΔ, κατά την οποία δημιουργείται δεσμός αναγκαίας ομοδικίας όταν, εξαιτίας των ειδικών περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους) αφενός μεν κατά του άλλου γονέα, αφετέρου δε κατά του ίδιου του τέκνου, εάν είναι ενήλικο, ή κατά του ειδικού επιτρόπου, εάν είναι ανήλικο (ΑΚ 155, 1510§1, 1517 και 64§1 ΚΠολΔ), και εκδικάζεται κατά την προσήκουσα τακτική διαδικασία της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας (άρθρα 1-590 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η αγωγή ακύρωσης της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου τέκνου δεν δημιουργεί διαφορά από σχέσεις γονέων – τέκνων, όπως αυτές απαριθμούνται και περιγράφονται στο άρθρο 592§2 ΚΠολΔ, ώστε να εκδικάζεται κατά την ειδική διαδικασία των οικογενειακών διαφορών) από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, δικάζον κατά τη γενική υλική αρμοδιότητά του (18 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι αφενός μεν δεν συντρέχει καμία εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου (15, 16, 17 ΚΠολΔ), αφετέρου δε η επίδικη διαφορά θεωρείται ανεπίδεκτη χρηματικής αποτίμησης -αποκλειομένης έτσι της συνήθους υλικής αρμοδιότητας (14 ΚΠολΔ)- καθώς πρόκειται για διαπλαστική αγωγή με αίτημα την ακύρωση -λόγω πλάνης- της δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου τέκνου (9 εδ α΄ ΚΠολΔ), η δικαστική κατ’ ουσίαν αποδοχή της οποίας (αγωγής) θα επιφέρει έννομες μεταβολές στη νομική και περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων (71 ΚΠολΔ) [Βλ. Βαθρακοκοίλη Βασίλη, ΕρΝομΑκ, Τόμος ΣΤ΄, Ημίτομος Α΄, Κληρονομικό Δίκαιο, σελ. 625, Κ. Δ. Κεραμέως, Αστικό Δικονομικό Δίκαιο Ι, β΄ έκδοση, σελ. 164, Κεραμέως / Κονδύλη / Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ I, 1 – 590, σελ. 62 και Παπαδόπουλου Κωνσταντίνου, Επίτιμου Αντιπροέδρου ΑΠ, Δ.Ν., Αγωγές Οικογενειακού Δικαίου, Θεωρία – Νομολογία – Πράξη, Τόμος Β΄, 2003, σελ. 203. Βλ. επίσης ΜΠΡΑΘ 198/1988 ΕλΔνη 1992, σελ. 418, ΠΠΡΑΘ 2882/1989, ΠΠΡΑΘ 21355/2000, ΠΠΡΑΘ 454/2011, ΠΠΡΑΘ 386/2010, ΠΠΡΑΘ 3773/2010, ΠΠΡΑΘ 4137/2010, ΠΠΡΑΘ 579/2013, ΠΠΡΑΘ 723/2012, ΠΠΡΑΘ 1426/2016 ΤΝΠ Νόμος].

Οσάκις η κοινή δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου ακυρώνεται δικαστικώς -οπότε και παύει αυτή αναδρομικά να υπάρχει- γίνεται δεκτό ότι δεν τίθεται θέμα εφαρμογής της -ούτως ή άλλως οριακής συνταγματικότητας (βλ. Γ. Κουμάντο, Παραδόσεις Οικογενειακού Δικαίου, 4η έκδοση, 1985, σελ. 352 και Δεληγιάννη / Κούσουλα, Οικογενειακό Δίκαιο, 1984, σελ. 186)- διάταξης του άρθρου ΑΚ 1505§3, και τούτο για δύο λόγους: αφενός μεν διότι η απευθείας και αυτόματη εφαρμογή της θα συνεπάγετο την προνομιακή μεταχείριση του πατέρα, συνέπεια που αναιρεί την προσπάθεια της πρώτης παραγράφου του άρθρου ΑΚ 1505 προς την κατεύθυνση της συνταγματικής αρχής της ισότητας των φύλων (4§2 Σύντ.) -εξ’ ου και πρέπει η τρίτη παράγραφος του ίδιου άρθρου να ερμηνεύεται στενά- αφετέρου δε διότι η δικαστική ακύρωση δεν εξομοιώνεται με την ‘‘παράλειψη δήλωσης του επωνύμου’’ εκ μέρους των μελλονύμφων, κατά την έννοια του ΑΚ 1505§3. Η ρύθμιση αυτή μπορεί να θεωρηθεί συνταγματικώς ανεκτή μόνο εφόσον γίνει δεκτό ότι στηρίζεται στο νόμιμο τεκμήριο σιωπηρής συμφωνίας των μελλονύμφων, οσάκις αυτοί παραλείπουν να προβούν σε σχετική δήλωση (βλ. Α. Μάνεση, Η συνταγματική καθιέρωση της ισονομίας ανδρών και γυναικών, σελ. 27). Επομένως, σε περίπτωση που οι μελλόνυμφοι προέβησαν σε δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων τους και αυτή ακυρώθηκε λόγω ελαττώματος στη δήλωση, δεν εφαρμόζεται η ως άνω διάταξη, αλλά οι σύζυγοι θα πρέπει να επαναλάβουν, μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της ακυρωτικής δικαστικής απόφασης, την κοινή δήλωσή τους ενώπιον συμβολαιογράφου, άλλως -εάν δηλαδή οι σύζυγοι δεν προβούν σε κοινή δήλωσή της βούλησής τους για προσδιορισμό του επωνύμου των τέκνων τους ενώπιον συμβολαιογράφου μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα από την τελεσιδικία της ακυρωτικής απόφασης- τότε (και μόνο τότε) θα εφαρμοστεί η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου ΑΚ 1505 (βλ. Παπαδημητρίου Γεωργίου, Εφέτου, Κατ’ άρθρον ερμηνεία των νέων διατάξεων οικογενειακού δικαίου, τόμος Β΄, 1986, σελ. 461. Βλ. επίσης Μ. Σταθόπουλο σε Α. Γεωργιάδη / Μ. Σταθόπουλο, Αστικός Κώδικας, Κατ` άρθρο Ερμηνεία, τόμος VIII, σελ. 101 επ., Βαθρακοκοίλη Βασίλη, ΕρΝομΑΚ, Τόμος Ε΄, Οικογενειακό Δίκαιο, 2004, σελ. 843, Θ. Κ. Παπαχρίστου, ‘‘Ακύρωση συνδικαιοπραξίας συζύγων με την οποία προσδιορίζεται το επώνυμο των τέκνων τους’’, Γνωμοδότηση σε ΕλλΔνη 30, σελ. 1300 – 1302, Κουνουγέρη – Μανωλεδάκη, Οικογενειακό Δίκαιο ΙΙ, Δ΄ Έκδοση, 2008, σελ. 263, και ΠΠΡΑΘ 1426/2016, ΠΠΡΑΘ 579/2013, ΠΠΡΘΕΣ 4555/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠΡΑΘ 3773/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 4321/2006 ΕλλΔνη 48, 2007, σελ. 542, ΠΠΡΑΘ 2371/2007, ΠΠΡΑΘ 1047/2007 ΑρχΝ 2007, σελ. 605, ΠΠΡΘΕΣ 21355/2001 Αρμ 2001, σελ. 334, ΠΠΡΘΕΣ 21355/2000, Αρμ 55, 2001, σελ. 334, ΠΠΡΑΘ 2882/1989 ΤΝΠ Νόμος).

Να σημειωθεί ότι η εκ του νόμου πλασματική δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου του τέκνου κατά το άρθρο ΑΚ 1505§3 επέρχεται οσάκις οι γονείς παρέλειψαν ηθελημένα να επιλέξουν επώνυμο για το τέκνο τους, δηλαδή συνειδητά και εν γνώσει της έννομης συνέπειας της παράλειψής τους αυτής (βλ. Βαθρακοκοίλη Βασίλη, ό.π. σελ. 843, κατά τον οποίο η §3 του ΑΚ 1505 καλύπτει την περίπτωση της ηθελημένης παράλειψης της σχετικής δήλωσης, όχι δε και εκείνης που έγινε εκ πλάνης και κατόπιν ακυρώθηκε), όχι όμως και αν παρέλειψαν άθελά τους τη δήλωση αυτή, επειδή αγνοούσαν, λόγου χάρη, την ύπαρξη της σχετικής ρύθμισης, ή επειδή πίστεψαν εσφαλμένα ότι είχαν προβεί σε έγκυρη δήλωση σύμφωνη με την κοινή βούλησή τους, η δήλωση, όμως, στην οποία προέβησαν ουδόλως ήταν σύμφωνη με την κοινή τους επιθυμία ή ήταν άκυρη. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου εμφιλοχωρεί πλάνη -νομική ή πραγματική- στο  πρόσωπο των γονέων και η άκυρη ή μη συμφωνούσα με την αληθινή τους βούληση γενόμενη δήλωσή τους οφείλεται αιτιωδώς στην πεπλανημένη τους αντίληψη είτε για τα νομικώς ισχύοντα είτε για την πραγματικότητα, δεν εφαρμόζεται η εκ του νόμου αυτόματη επιβολή του επωνύμου του πατέρα, αλλά, αν η πλάνη αυτή κριθεί ουσιώδης και συγγνωστή, συγχωρείται η εκ των άρθρων ΑΚ 140, 141 και 144 δικαστική ακύρωση της περί ου ο λόγος ελαττωματικής δήλωσης των γονέων. Οσάκις, λοιπόν, οι γονείς υπολαμβάνουν εσφαλμένα, συνεπεία ουσιώδους πλάνης, ότι έχουν προβεί σε έγκυρη δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου των τέκνων με περιεχόμενο σύμφωνο προς την πραγματική κοινή τους επιθυμία, στην πραγματικότητα, όμως, η δήλωση στην οποία προέβησαν είτε είναι άκυρη και άρα νομικώς ανύπαρκτη είτε διάφορη από αυτή στην οποία αποσκοπούσαν, δεν τυγχάνει αμέσου εφαρμογής το άρθρο ΑΚ 1505§3 και τα τέκνα δεν παίρνουν για επώνυμο το επώνυμο του πατέρα, καθότι θα πρόκειται για περίπτωση ελαττωματικής δήλωσης, ακυρώσιμης κατά τις γενικές διατάξεις για τις δικαιοπραξίες (ΑΚ 140 επ.), με αίτημα την ακύρωση της εκ πλάνης γενόμενης δήλωσης και με σκοπό την αποκατάσταση της αληθινής βούλησης των γονέων. Η περίπτωση κατά την οποία οι γονείς εσφαλμένα υπολαμβάνουν ότι έχουν προβεί σε έγκυρη δήλωση προσδιορισμού του επωνύμου, ενώ στην πραγματικότητα η δήλωσή τους αυτή είναι άκυρη, δεν διαφέρει ουσιαστικά και κατ’ αποτέλεσμα από την περίπτωση κατά την οποία οι γονείς πεπλανημένα θεώρησαν ότι υπήρξε έγκυρος προσδιορισμός επωνύμου εκ μέρους τους, πλην όμως τέτοιος νομότυπος προσδιορισμός ουδέποτε έλαβε χώρα. Σε αυτή την περίπτωση της παντελούς παράλειψης δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου, ναι μεν εφαρμόζεται το ΑΚ 1505 §3, προκειμένου να συμπληρωθεί το κενό της μη δήλωσης, πλην όμως, αν αυτή η παράλειψη ήταν ακούσια επειδή έλαβε χώρα υπό καθεστώς ουσιώδους και νομικά δικαιολογήσιμης πλάνης, τότε κρίνεται ακυρώσιμη κατά τις γενικές διατάξεις για τις δικαιοπραξίες, και το ίδιο κρίνεται και η κατά πλάσμα δικαίου τεκμαιρόμενη δήλωση προσδιορισμού της παραγράφου 3 του άρθρου ΑΚ 1505. Έτσι, στην μεν πρώτη περίπτωση ακυρώσιμη λόγω πλάνης κρίνεται η γενόμενη από τους γονείς δήλωση, στη δε δεύτερη περίπτωση ακυρώσιμη κρίνεται η γενόμενη εκ του νόμου πλασματική δήλωση για τον ίδιο λόγο. Τούτο γαρ διότι η πλασματική αυτή διά της σιωπής τεκμαιρόμενη δήλωση -ένα κατασκεύασμα γνώριμο στον Αστικό Κώδικα- σε τίποτε δεν διαφέρει νομικά ή υπολείπεται από την ρητώς εκπεφρασμένη δήλωση, δοθέντος ότι διά του νομικού αυτού πλάσματος του νόμιμου αμάχητου τεκμηρίου, η σιωπή λογίζεται ως δήλωση συγκεκριμένου περιεχομένου, επέχει δηλαδή θέση δήλωσης βούλησης. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για μια δικαιοπρακτική παράλειψη, ήτοι μια παράλειψη δήλωσης που εξομοιώνεται εκ του νόμου και κατ’ αποτέλεσμα με κανονική δήλωση βούλησης, δηλαδή με δικαιοπραξία, διεπομένης και αυτής από τις γενικές περί δικαιοπραξιών διατάξεις.

Η διάταξη του άρθρου ΑΚ 1505 §3, επιδιώκοντας να αποτρέψει -από κοινού με το αμετάκλητο- τυχόν αβεβαιότητα ως προς το επώνυμο των τέκνων και σύγχυση ως προς τις έννομες εν γένει σχέσεις ιδιωτικού και δημοσίου δικαίου, παρεμβαίνει άμεσα, αυτοδικαίως κι αυτοκλήτως χάριν της ασφάλειας των συναλλαγών και προκειμένου να καλύψει την αδράνεια των γονέων, η οποία ωστόσο ‘‘συγχωρείται’’ εκ των υστέρων, αν έλαβε χώρα υπό καθεστώς ουσιώδους νομικής πλάνης. Έτσι, η πλασματική αυτή δήλωση μπορεί να ακυρωθεί δικαστικά, προκειμένου να δοθεί πλέον στους γονείς η πραγματική δυνατότητα να ασκήσουν το λειτουργικό δικαίωμά τους (προς επιλογή επωνύμου για τα τέκνα τους) κατά την ελεύθερη κρίση τους, έτσι όπως αρμόζει να ασκούνται τα δικαιώματα, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι το επώνυμο όλων των τέκνων πρέπει να είναι κοινό, καθοριζόμενο πρωτίστως από την απόφαση των γονέων τους και μόνον επικουρικά –ελλείψει αυτής της αποφάσεως– ευθέως εκ του νόμου. Πρόκειται, όπως ήδη ελέχθη ανωτέρω, για μία από τις περιπτώσεις κατά τις οποίες η σιωπή εξομοιώνεται εκ του νόμου -ως προς τις έννομες συνέπειες- με δήλωση βούλησης ορισμένου θετικού περιεχομένου, προκειμένου να μην μένουν μετέωρου επωνύμου τα τέκνα. Η επιλογή, όμως, αυτή του νομοθέτη να παίρνουν τα τέκνα το επώνυμο του πατέρα μόνο -καίτοι θα μπορούσε να γίνει συνδυασμός των επωνύμων των γονέων- δεν είναι απολύτως σύμφωνη με την συνταγματικής περιωπής αρχή της ισότητας των φύλων, κι έτσι θα ήταν φρόνιμο αν ερμηνευόταν συσταλτικά (βλ. ΠΠΡΑΘ 2882/1989, ΠΠΡΑΘ 3773/2010, ΠΠΡΑΘ 1426/2016) και εφαρμοζόταν μόνο στις εξαιρετικές περιπτώσεις που και οι δυο γονείς εκουσίως αδρανούν να προβούν στη σχετική δήλωση παντάπασι, τελώντας αμφότεροι εν γνώσει των εννόμων συνεπειών της αδράνειάς τους αυτής και αδιαφορώντας για την επέλευσή τους στο πρόσωπο των ανήλικων τέκνων τους. Έτσι, κατά την ορθότερη άποψη, η τελευταία παράγραφος του άρθρου ΑΚ 1505 προϋποθέτει τη μη ρύθμιση του επωνύμου των τέκνων -με τον τρόπο που διαγράφει η πρώτη παράγραφος του άρθρου αυτού- από ενσυνείδητη αμέλεια εκ μέρους των γονέων ή λόγω ανυπαρξίας σχετικής τους επιθυμίας να καθορίσουν για τα τέκνα τους επώνυμο διάφορο του πατρικού, δηλαδή από εκούσιες παραλείψεις αμφοτέρων των γονέων (βλ. Βαθρακοκοίλη Βασίλη, ό.π. σελ. 845 και Παπαδόπουλου Κωνσταντίνου, Επίτιμου Αντιπροέδρου ΑΠ, Δ.Ν., ό.π. σελ. 205, §7), και συνεπώς δεν υπάγονται στο ρυθμιστικό της πεδίο οι ακούσιες, μη ηθελημένες παραλείψεις που έγιναν συνεπεία πλάνης, και είναι, για το λόγο αυτό, ακυρώσιμες.

Πρέπει εδώ να τονισθεί ότι ο αφορών στις σχέσεις γονέων και τέκνων προσδιορισμός επωνύμου τέκνου όχι μόνο επηρεάζει καίρια όλες τις συναλλακτικές σχέσεις του τέκνου και τις εν γένει έννομες σχέσεις αυτού, ιδιωτικού τε και δημοσίου δικαίου, αλλά είναι και αυτό το οποίο προσδιορίζει το άτομο στην κοινωνία, τόσο ως συναλλασσόμενο κοινωνό, όσο και ως εξατομικευμένη προσωπικότητα, δεδομένου ότι το επώνυμο αποτελεί νομικά στοιχείο της προσωπικότητας του ατόμου (βλ. ΣτΕ 3166/2017 σκέψη υπ’ αρ. 7, ΣτΕ 530/2018 σκέψη υπ’ αρ. 5). Για το λόγο αυτό η νομοθετική παρέμβαση ως προς τον καθορισμό του επωνύμου θα πρέπει να περιοριστεί μόνο στο απολύτως αναγκαίο μέτρο και κατά την έκταση που ενδιαφέρει και τη δημόσια τάξη, δηλαδή προς αποφυγήν της παντελούς απουσίας τέτοιου προσδιορισμού εκ μέρους των γονέων και της συνακόλουθης πρόκλησης σύγχυσης στους δημόσιους συναλλακτικούς κύκλους. Επειδή δε τα διακυβευόμενα συμφέροντα από τον προσδιορισμό επωνύμου τέκνου είναι από τη μία η ασφάλεια των συναλλαγών και από την άλλη τα παρόντα και μελλοντικά, προσωποπαγή και συναλλακτικά έννομα συμφέροντα του ανήλικου τέκνου, η εκάστοτε ad hoc επιβαλλόμενη στάθμιση θα πρέπει να λαμβάνει επίσης υπόψη της -πέρα από την τυχόν ύπαρξη πλάνης στο πρόσωπο των γονέων- αφενός μεν ότι ο προσδιορισμός επωνύμου τέκνου αποτελεί έκφανση του νομικοηθικού καθήκοντος των γονέων να λαμβάνουν, στο πλαίσιο άσκησης του λειτουργικού δικαιώματός τους της γονικής μέριμνας, εκείνες τις πρωτοβουλίες και αποφάσεις που κατά την κρίση τους αλλά και αντικειμενικά (οφείλουν να) κατατείνουν στην καλύτερη εξυπηρέτηση του συνολικού συμφέροντος του τέκνου τους, αφετέρου δε ότι στον αυτό σκοπό του μείζονος συμφέροντος του τέκνου θα πρέπει να αποβλέπει και η συναφής δικαστική απόφαση περί ακύρωσης της εκ πλάνης γενόμενης δήλωσης προσδιορισμού επωνύμου, αφ’ ης στιγμής αυτή αφορά σε θέμα που άπτεται του τρόπου άσκησης της γονικής μέριμνας (ΑΚ 1511, 1512) και επηρεάζει άπαξ και διά βίου καίρια και ουσιώδη συμφέροντα του τέκνου, ενόψει και της συνταγματικής κατοχυρώσεως, με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος, αφενός μεν της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας (ή: αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης), αφετέρου του ατομικού δικαιώματος της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας (πβλ. ΣτΕ 3935/2007, 2027/2015, 2590/2015, 1794/2016, 1852/2016, 3166/2017, 530/2018).

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί