Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Μη δικαιούμενος αποζημίωσης για διαφυγόντα κέρδη ο εταίρος κεφαλαιουχικής εταιρείας που κατέστη ανίκανος για εργασία ένεκα εξ αδικοπραξίας βλάβης του σώματος ή της υγείας του – Νομολογία

Το πνεύμα του δικαίου της αποζημίωσης και της σχετικής νομολογίας είναι ο αναγκαίος περιορισμός των αποκαταστατέων ζημιών και των δικαιούχων-υποχρέων αποζημίωσης, ώστε να μην διευρύνεται υπερβολικά ο κύκλος των τελευταίων και να μην αποκαθίστανται ζημίες οι οποίες ουδόλως εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της διάταξης που παραβιάστηκε. Έτσι, γίνεται μεν δεκτό ότι η αποζημίωση είναι πλήρης και περιλαμβάνει τόσο την άμεση όσο και την έμμεση ζημία του άμεσα ζημιωθέντος από την αδικοπραξία, αλλά ως προς τους δικαιούχους της αποζημίωσης, γίνεται δεκτό, ως προεννοήθη, ότι δεν αποκαθίσταται η ζημία του εμμέσως ζημιωθέντος, αλλά μόνον του άμεσα ζημιωθέντος, ο οποίος είναι και ο φορέας του δικαιώματος ή του έννομου συμφέροντος που προσβάλλεται (βλ. Μ. Σταθόπουλο, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 15 αρ. 55 επ. σελ. 486 επ. και 809 επ., Π. Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο Ι, § 99 σελ. 527 επ. και 596 επ., Απ. Γεωργιάδη, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο, § 10 αρ. 24 επ. σελ. 33-34). Άλλοις λόγοις, εκείνος που ζημιώνεται έμμεσα από αδικοπραξία σε βάρος άλλου δεν δικαιούται να αξιώσει από τον υπόχρεο την αποκατάσταση της ζημίας του, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που το ορίζει ρητά ο νόμος, όπως στα άρθρα 928 και 929 ΑΚ [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο) τόμος Γ΄ ημιτόμος Γ΄ Ειδικό Ενοχικό Άρθρα 741-946, Αθήνα 2006, σελ. 921, με περαιτέρω παραπομπές σε ΑΠ 62/91 Δνη 32/790, ΑΠ 900/91 Δνη 33/1587, ΕΘ 2524/99 Αρμ 54/625. ΕΑ 935/98 Δνη 40/1105, ΕΔυτΜακ 244/98 Αρμ 53/1416, ΕΑ 6950/94 Δνη 37/1382, ΕΘ 1133/92 Αρμ 46/721, ΕΘ 1214/90 Δνη 31/1337, ΜΠΠατρ 821/98 ΕΣυγκΔ 1999/358]. Ποιος είναι, όμως, ο άμεσα και ποιος ο έμμεσα ζημιωθείς κρίνεται με βάση τον προστατευτικό σκοπό του κανόνα δικαίου που θεμελιώνει την παρανομία και την ευθύνη προς αδικοπραξία, σε συνδυασμό και με το κριτήριο του αιτιώδους συνδέσμου (βλ. παρατηρήσεις Στ. Ι. Κουμάνη, Λέκτορος Νομικής Α.Π.Θ., σε Αρμ 2012 σελ. 1253).

Ενόψει των προρρηθέντων, έχει νομολογηθεί ότι, στην περίπτωση κατά την οποία το θύμα της αδικοπραξίας που υφίσταται βλάβη του σώματος ή της υγείας του είναι εταίρος κεφαλαιουχικής εταιρείας, επειδή η ιδιότητα του μετόχου μιας τέτοιας εταιρείας δεν συνεφέλκεται κατ’ ανάγκη υποχρέωση παρ’ αυτού παροχής προσωπικής εργασίας, ο τραυματισμός του μετόχου δεν έχει ως αποτέλεσμα μείωση των κερδών του από την εταιρεία και, συνεπώς, ο τραυματισθείς εταίρος δεν νομιμοποιείται να εγείρει αγωγή κατά του υποχρέου προς αποζημίωση ζητώντας τα αναλογούντα στα εταιρικά του μερίδια κέρδη και αιτιώμενος ότι αυτά απωλέσθηκαν εξαιτίας του τραυματισμού του!

Τωόντι, η ΕφΑθ 15109/1988 (ΝΟΜΟΣ και ΑρχΝ 1990 σελ. 577) δέχθηκε ότι, «ως συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, αξίωση προς αποζημίωση από αδικοπραξία κατά του υπαιτίου έχει κατά κανόνα μόνο εκείνος που ζημιώθηκε άμεσα απ’ αυτή, όχι δε και ο τρίτος που υφίσταται έμμεσα ζημία (βλ. Μ. Σταθόπουλο, Γεν. Ενοχ. 1978 παρ. 4 ιν. σελ. 85, Σπυριδάκη-Περράκη ΑΚ, Ενοχικό δίκαιο άρθρο 914 αριθμ. 8, Καυκά, Ενοχ. Δικ. άρθρο 914 παρ. ΙΙ σελ. 761 και άρθρο 928 παρ. 2 σημ. Ι σελ. 882, ΑΠ 1590/1980 ΕΕΝ 48.579, ΕΑ 9083/78 Ελ. Δνη 1979 σελ. 442, KARL LARENZ, SCHULDRECHT ALLGEM. TEIL σελ. 378, 379, του ίδιου ΒES. TEIL (1981) ΠΑΡ. 75 ΙΙ σελ. 678-679, MUNCHENER KOMMENTAR παρ. 249 αριθ. 113 επομ.). Εξαίρεση από τον κανόνα αυτό εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 928 εδαφ. β` και 929 εδαφ. β` ΑΚ, κατά τις οποίες σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας αυτού δικαιούνται με αυτοτελή και δική τους αξίωση να ζητήσουν αποζημίωση οι τρίτοι, οι οποίοι έχουν απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο ή αξίωση για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του θανόντος ή παθόντος και τις οποίες στερήθηκαν (βλ. ΑΠ 1590/1980 ΝοΒ 29.895). Στην περίπτωση ειδικότερα κατά την οποία το θύμα της αδικοπραξίας που υφίσταται βλάβη του σώματος ή της υγείας του είναι εταίρος Εταιρείας Περιωρισμένης Ευθύνης (ΕΠΕ), ως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, επειδή η ιδιότητα του μετόχου της ΕΠΕ και γενικά της κεφαλαιουχικής εταιρείας, δεν συνδυάζεται κατ’ ανάγκη με υποχρέωση παροχής προσωπικής εργασίας, ο τραυματισμός του μετόχου δεν έχει ως αποτέλεσμα μείωση των κερδών του από την εταιρεία. Επομένως, δεν νομιμοποιείται ο τραυματισθείς εταίρος ΕΠΕ να εγείρει αγωγή κατά του υποχρέου προς αποζημίωσή του και να ζητήσει τα αναλογούντα στα εταιρικά του μερίδια κέρδη, τα οποία απώλεσε η ΕΠΕ εξαιτίας  του τραυματισμού του (βλ. Αθανάσιου Κρητικού, Αποζημίωση από τροχαία αυτοκινητικά ατυχήματα παρ. 165 σελ. 82, Αγαλοπούλου- Ζερβογιάννη, Αποκατάστασις μελλούσης ζημίας εις περίπτωσιν τραυματισμού εμπόρου ή εταίρου εμπορικής εταιρείας, αφιέρωμα εις Αλέξανδρον Τσιριντάνην, 1980, 349 επομ. ιδίως σελ. 354, 359, BECKER HELMUT/BOHME, KURT: KRAFTVEHRSHAFTPFLICHT-SCHADEN, έκδοση 1983, αριθμ. 426)».

Στην ίδια συνάφεια, η ΑΠ 1958/2008 (ΝΟΜΟΣ) δέχθηκε ότι, «όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 914,928 εδ. β, 929 εδ. β, 297 και 298 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, αξίωση για αποζημίωση έχει μόνο ο ζημιωθείς αμέσως από την πράξη, όχι δε και ο εμμέσως ζημιωθείς. Εξαίρεση από τον κανόνα αυτόν εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 928 εδάφ. β και 929 εδάφ. β ΑΚ, κατά τις οποίες, σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ή βλάβης του σώματος ή της υγείας αυτού, δικαιούνται, με αυτοτελή και δική τους αξίωση, να ζητήσουν αποζημίωση οι τρίτοι, οι οποίοι έχουν απέναντι στο θανατωθέντα αξίωση διατροφής από το νόμο, ή αξίωση για παροχή υπηρεσιών εκ μέρους του θανόντος ή παθόντος και τις οποίες στερήθηκαν. Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του κωδικοποιημένου νόμου 2190/1920, προκύπτει, ότι η ανώνυμη εταιρεία είναι νομικό πρόσωπο διακρινόμενο από τα νομικά ή φυσικά πρόσωπα των μετόχων της. Κύριος των εισφορών των εταίρων, αλλά και των αποκτημάτων από τη διαχείριση και γενικότερα φορέας των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, που περιλαμβάνονται στην εταιρική περιουσία, είναι το νομικό πρόσωπο της εταιρείας. Σε περίπτωση κατά την οποία το θύμα της αδικοπραξίας, που παθαίνει βλάβη του σώματος ή της υγείας του, είναι εταίρος ανώνυμης εταιρείας, στην οποία η ιδιότητα του μετόχου, ακόμη κι αν είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, δεν συνδυάζεται κατ` ανάγκη με υποχρέωση παροχής προσωπικής εργασίας, ο τραυματισμός αυτού δεν έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των κερδών του από την εταιρία. (…) ο ίδιος έχει την ιδιότητα του έμμεσα ζημιούμενου τρίτου, μη καλυπτόμενου αδικοπρακτικά από τη διάταξη του άρθρου 929 ΑΚ. Επομένως, δεν νομιμοποιείται ενεργητικά να εγείρει αγωγή κατά του υπόχρεου προς αποζημίωση και να ζητήσει τα αναλογούντα στα εταιρικά του μερίδια κέρδη (…). Διαφέρει όμως η περίπτωση, στην οποία ο παθών από την αδικοπραξία μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας έχει καταρτίσει με αυτή ειδική σύμβαση μισθώσεως εργασίας ή εντολής, με βάση την οποία παρέχει προς αυτήν τις υπηρεσίες του έναντι αμοιβής, που μπορεί να συνομολογηθεί και σε ποσοστό επί των κερδών της εταιρείας. Τέτοια σύμβαση μπορεί να συναφθεί στα πλαίσια λειτουργίας της ανώνυμης εταιρείας, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 24 παρ. 3 του ν. 2190/1920, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4237/1962, κατά την οποία η οφειλόμενη από την εταιρεία στο μέτοχο-μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της αμοιβή δεν υπόκειται σε έγκριση από την τακτική γενική συνέλευση, εφόσον δεν εξέρχεται από τα όρια της τρέχουσας συναλλαγής (άρθρο 23 του ν. 2190/1920), ούτε στους περιορισμούς των παραγράφων 1 και 2 του εν λόγω άρθρου. Στην περίπτωση αυτή, ο παθών από την αδικοπραξία νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει κατά του υπαιτίου αυτής αγωγή και να ζητήσει την αμοιβή που θα ελάμβανε από την εταιρεία με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση και την οποία απώλεσε εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν αδυναμίας του να παρέχει προς αυτήν τις υπηρεσίες του. Διάφορη, επίσης, είναι η περίπτωση εκείνη, κατά την οποία με την εταιρική σύμβαση έχει συμφωνηθεί αμοιβή στα μέλη ή σε ένα μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της (παρ. 1 και 2 άρθρου 24 ν. 2190/1920), που μπορεί να συνίσταται σε μισθό ή ποσοστό επί των κερδών της εταιρείας. Και στην περίπτωση αυτή, αν τραυματιστεί εταίρος-μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας και συνεπεία του τραυματισμού του αυτού καταστεί ανίκανος προς εργασία και εκτέλεση των εκ της ιδιότητάς του αυτής καθηκόντων, αυτός έχει δικαίωμα να απαιτήσει την αμοιβή του, εφόσον έπαυσε η καταβολή της εξαιτίας της μη παροχής των υπηρεσιών του αυτών. Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν παραβιάστηκε κανόνας εσωτερικού δικαίου. Ο κανόνας αυτός παραβιάζεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, η οποία υπάρχει, αν ο κανόνας δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε ή αν εφαρμοστεί εσφαλμένα. Από το πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι δεν γίνεται με αυτή επίκληση ειδικής συμβάσεως μισθώσεως εργασίας ή εντολής μεταξύ του ενάγοντος – αναιρεσείοντος και της ανώνυμης εταιρείας, της οποίας φέρεται ότι ήταν μέτοχος και μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της και μάλιστα νόμιμος εκπρόσωπός της, με βάση την οποία (σύμβαση) παρείχε προς αυτήν τις καθοριζόμενες υπηρεσίες του και λάμβανε γι` αυτές την αμοιβή, που απώλεσε εξαιτίας του τραυματισμού του και της εντεύθεν ανικανότητάς του προς παροχή των υπηρεσιών αυτών και αξιώνεται ως αποζημίωση με την αγωγή. (…) Επίσης, από τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν προκύπτει σαφής επίκληση ότι η καταβολή της επίδικης αμοιβής στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα είχε συμφωνηθεί ειδικώς λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της ανώνυμης εταιρείας, με την εταιρική σύμβαση-καταστατικό αυτής ή με απόφαση της γενικής συνελεύσεως των μετόχων της. Αντίθετα, από τα πιο πάνω εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά προκύπτει επίκληση ότι τις καθοριζόμενες υπηρεσίες παρείχε ο αναιρεσείων στα πλαίσια της λειτουργίας της εταιρείας και για λογαριασμό της, χωρίς να συμφωνηθεί ιδιαίτερη αμοιβή, αλλά η αμοιβή φέρεται να ταυτίζεται με τα κέρδη της εταιρείας, που αναλογούσαν στο μετοχικό του μερίδιο. Συνεπώς, (…) ο αναιρεσείων είναι εμμέσως ζημιούμενος και δεν νομιμοποιείται να αξιώσει την αποζημίωση αυτή. Συνακόλουθα, η αγωγή, καθόσον αφορά το αίτημα αποζημίωσης για αποθετική ζημία, τόσον κατά την κύρια όσο και κατά την επικουρική βάση, η οποία επίσης έχει αντικείμενο την εν λόγω ζημία, ήταν απορριπτέα για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως. Το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ορθά εκτιμώμενο νοηματικό της περιεχόμενο, απέρριψε την αγωγή για έλλειψη ενεργητικής νομιμοποιήσεως, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 929, 298 ΑΚ και του άρθρου 24 του Ν. 2190/1920 και ο αντίθετος από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος».

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί