Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μη επιτρεπτή η μετακύλιση της ειδικής εισφοράς του Ν. 128/1975 στους δανειολήπτες και ακυρότητα του όρου αυτού ως καταχρηστικού

Συνήθης πρακτική των τραπεζικών ιδρυμάτων είναι να επιβαρύνουν τις χορηγούμενες από αυτά πιστώσεις εκτός από τους τόκους και τις δαπάνες εξόδων για τη χορηγηθείσα πίστωση και επιπρόσθετα με την εισφορά του ν. 128/1975 που ανέρχεται σήμερα σε 0,60% ετησίως για δάνεια της καταναλωτικής πίστης και 0,12% για τα στεγαστικά δάνεια.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 1 παρ.3 του ν. 128/1975 όριζε τα εξής: «Επιβάλλεται  από  του  έτους 1976 εισφορά, βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα  πιστωτικά  ιδρύματα,  περιλαμβανομένης  και  της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού, ανερχομένη εις ποσοστόν ένα (1) επί  τοις  χιλίοις ετησίως  επί  του  μόνου ετησίου ύψους των εντός εκάστου ημερολογιακού έτους μηνιαίων υπολοίπων  των  χορηγουμένων υπ” αυτών πάσης φύσεως δανείων ή πιστώσεων, περιλαμβανομένων και των πιστώσεων προς Τραπέζας, ως  και  προς το Δημόσιον, πλην των εντόκων γραμματίων. Η εισφορά αύτη οφείλεται πέραν των  δυνάμει  της  από  19  Μαρτίου  1962 μεταξύ των Τραπεζών συμβάσεως,  ως αύτη  ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, συμφωνηθεισών εισφορών».

Μετά την τροποποίηση με το άρθρο 18 του Ν.2703/1999 Α 72 ως προς το ποσοστό εισφοράς και το άρθρο 19 Ν.3152/2003 για την ειδική αυτή εισφορά ισχύει ότι: «1. Από 1.6.2003 ο συντελεστής της εισφοράς του ν. 128/1975 που βαρύνει τα χορηγούμενα δάνεια, τις πάσης φύσεως χορηγήσεις και τα υπόλοιπα δανείων ή πιστώσεων όλων των πιστωτικών ιδρυμάτων, καθώς και όλα τα κοινοπρακτικά και ομολογιακά δάνεια των οποίων οι συμβάσεις συνάπτονται από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, ορίζεται στο ποσοστό 0,6% ετησίως. Οι διατάξεις των παραγράφων 1, 3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 2703/1999 παραμένουν σε ισχύ. 2. Το ανωτέρω ποσοστό της εισφοράς 0,6% ετησίως ισχύει από 1.6.2003 και στις εξής περιπτώσεις: α) Με την επιφύλαξη των διατάξεων 1,3 και 4 του άρθρου 18 του ν. 2703/1999 στις χορηγήσεις και στα υπόλοιπα δανείων ή πιστώσεων της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, της Ε.Τ.Β.Α., των κτηματικών, επενδυτικών και συνεταιριστικών τραπεζών, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, καθώς και του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων προς τις δημοτικές και νομαρχιακές επιχειρήσεις των Π.δ. 410/1995 και 30/1996, αντίστοιχα. β) Τις χορηγήσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων από τη διενέργεια συμβάσεων πρακτορείας επιχειρηματικών απαιτήσεων (factoring) και τις χορηγήσεις προς τις ανώνυμες εταιρείες με αποκλειστικό σκοπό την άσκηση της δραστηριότητας αυτής. 3. Για τα μέχρι 31.5.2003 χορηγηθέντα δάνεια και πάσης φύσεως χορηγήσεις, οι εισφορές του ν. 128/1975 που καταβλήθηκαν κατ” εφαρμογή της Κ.Υ.Α. 27550/Β1135/1.9.1997 θεωρούνται έγκυρες. 4. Δεν υπόκεινται εφεξής στην ανωτέρω εισφορά: α) Τα χορηγηθέντα ή χορηγούμενα δάνεια από την Τράπεζα Εμπορίου και Αναπτύξεως Ευξείνου Πόντου και την Τράπεζα Ανάπτυξης του Συμβουλίου της Ευρώπης, καθώς και τα δάνεια των πάσης φύσεως πιστωτικών ιδρυμάτων με πόρους από συνολικά δάνεια των ανωτέρω Τραπεζών. β) Τα χορηγηθέντα ή χορηγούμενα δάνεια προς ή για λογαριασμό των Ιερών Μονών του Αγίου Όρους. γ) Τα χορηγηθέντα ή χορηγούμενα δάνεια και οι πάσης φύσεως χορηγήσεις που εξαιρούνται της υποχρέωσης της εισφοράς με βάση ειδική νομοθετική ή κανονιστική διάταξη. 5. Ο Υπουργός Οικονομίας και Οικονομικών μπορεί με υπουργική απόφαση να ρυθμίζει θέματα σχετικά με την εισφορά του ν. 128/1975, ιδίως την υποχρέωση καταβολής της εισφοράς, το ύψος της εισφοράς και τον τρόπο και τη διαδικασία καταβολής σε περιπτώσεις χορηγήσεων ή δανείων χορηγηθέντων ή χορηγούμενων από πιστωτικά ιδρύματα».

Στην υπ” αριθ. 10/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χίου (ΕΕΜΠΔ 2012/103, ΕΦΑΔ 2012/893) κρίθηκε όμως ότι η ως άνω ειδική εισφορά του ν. 128/1975 αποτελεί ουσιαστικά οικονομικό βάρος – φόρο, με υποκείμενο τα πιστωτικά ιδρύματα και αντικείμενο τις πάσης φύσεως απαιτήσεις τους από την παροχή πιστώσεων και τρόπο υπολογισμού τον ίδιο με εκείνο των τόκων. Ο φόρος αυτός, καταβαλλόμενος από τις Τράπεζες στην Τράπεζα της Ελλάδος και φερόμενος σε πίστωση ειδικού λογαριασμού, εισπράττεται από το Δημόσιο, αποτελώντας έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Στην απόφαση αυτή δηλαδή έγινε δεκτό ότι η εισφορά του ν. 128/1975 αποτελεί δημοσιονομικό βάρος που επιβαρύνει τις Τράπεζες για τις πιστώσεις που παρέχουν στο κοινωνικό σύνολο και από τις οποίες κερδοσκοπούν και ότι το βάρος τούτο ασφαλώς δεν είναι δυνατόν να μετατεθεί τυπικά στους άλλους κοινωνικούς εταίρους, επειδή, μόνον τυπικός νόμος και όχι σύμβαση, είναι δυνατόν να επιβάλλει φόρο ή άλλο οικονομικό βάρος σε πολίτες (αρ. 78 Συντ.) και ως εκ τούτου, η κατά κυριολεξία μετάθεση του φόρου, θα σήμαινε τουλάχιστον καταστρατήγηση του νόμου, που προέβλεψε για συγκεκριμένο λόγο την εισφορά.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η χωριστή επιβάρυνση του πιστολήπτη με επιτόκιο και με την εισφορά αυτή, δημιουργώντας σ” αυτόν την πεπλανημένη αντίληψη περί των βαρών του, είναι πράγματι δυνατόν να θεωρηθεί ως καταχρηστικός όρος, επειδή πλήττει την οφειλομένη διαφάνεια στην σχέση, μη προσδιορίζοντας με τρόπο ορισμένο και σαφή την παροχή του πιστολήπτη και ιδίως, την αιτία της. Επί πλέον, όταν το συμφωνημένο επιτόκιο ευρίσκεται στο ανώτατο επιτρεπόμενο -διοικητικά καθορισμένο ή άλλως πως προκύπτον- όριο, η προσθήκη σ” αυτό της εισφοράς, λογιζόμενη ως τόκος, κατά την διάταξη του αρ. 293 ΑΚ και συνιστώντας

υπέρβαση του θεμιτού ορίου, θα επιφέρει την ακυρότητα της υπερβάσεως (αρ. 294 ΑΚ) και συνιστά τοκογλυφία. Το καθοριζόμενο δε, στον ν. 128/1975 μοναδικό σαφές υποκείμενο είναι τα πιστωτικά ιδρύματα και μόνον κατ” εξαίρεση, ο πιστολήπτης, σε περίπτωση λήψεως πιστώσεως στην αλλοδαπή. Ούτως, ουδεμία εισφορά είναι δυνατόν να επιβάλλεται ή να μετακυλίεται στον πιστολήπτη ως πρόσθετη διακεκριμένη επιβάρυνση. Ο πιστολήπτης είναι υποχρεωμένος να καταβάλει μόνον τους συμφωνημένους τόκους, με βάση συγκεκριμένο επιτόκιο. Η εισφορά του ν. 128/1975 δεν τον αφορά (Σπ. Ψυχομάνη «Τραπεζικό Δίκαιο – Δίκαιο Τραπεζικών συμβάσεων», §§614, 620, 622, σελ. 254, 257-258).

Θεώνη Κάδρα

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί