Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Μόνη η υποβολή της εγκλήσεως δε δημιουργεί εκκρεμή ποινική δίκη, ώστε να στηρίξει το αίτημα περί αναστολής (αναβολής) της αντίστοιχης πολιτικής δίκης (βλ. ΕφΘεσσ 1254/2011, δημ. ΕΠολΔ 2011, 790 με σημ. Π. Αρβανιτάκη= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ & ΕφΠειρ 29/2007, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Σύμφωνα με το άρθρο 250 ΚΠολΔ, σε περίπτωση εκδίκασης αστικής διαφοράς, αν είναι εκκρεμής ποινική αγωγή που επηρεάζει τη διάγνωση της διαφοράς, το δικαστήριο δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την αναβολή της συζήτησης εωσότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία. Μόνη δε η υποβολή μήνυσης ή έγκλησης δεν αρκεί για την παραδοχή του αιτήματος έκδοσης αναβλητικής απόφασης.

Το Εφετείο Θεσσαλονίκης και το Εφετείο Πειραιά με τις ως άνω αποφάσεις τους, απέρριψαν το αίτημα να αναβληθεί η δίκη μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης που είχε ανοιχθεί με σχετική υποβληθείσα μήνυση ενός εκ των διαδίκων έναντι του άλλου, ως αβάσιμα προβαλλόμενο, καθώς έκριναν ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκαν δεν προέκυπτε η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής δίκης, μόνη δε η υποβολή της εγκλήσεως δεν αρκούσε για την αποδοχή του άνω αιτήματος για αναβολή της συζήτησης κατ’ άρθρο 250 του ΚΠολΔ έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη, η οποία άλλωστε εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται οποιοσδήποτε επηρεασμός της άνω ποινικής δίκης στη διάγνωση της αστικής δικαιολογητικής σχέσεως.

Ειδικότερα, το δικάσαν Εφετείο Θεσσαλονίκης, έκρινε μεταξύ άλλων ότι: «[…] Στην προκειμένη περίπτωση η αγωγή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο περιεχόμενο της, όπως ανωτέρω εκτίθεται λεπτομερώς, έχει έρεισμα τις προαναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις των άρθρων 330, 334, 713, 714, 719, 297, 298 ΑΚ και όχι αυτές των άρθρων 1, 3, 17 § 1, 23 §§ 1 και 2, 27 § 1 και 28 § 1 της από 19.5.1965 Διεθνούς Σύμβασης της Γενεύης για την οδική μεταφορά εμπορευμάτων (CMR), 914, 922, 926 του ΑΚ στις οποίες εσφαλμένα στήριξε την άνω αγωγή το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, πλην του κονδυλίου της που αφορά την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, το οποίο είναι μη νόμιμο, καθώς από τα εκτιθέμενα στην αγωγή ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορεί να θεμελιωθεί αξίωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης από αδικοπρακτική ευθύνη του εναγομένου, υπό την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ που επιβάλλει το γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος τον άλλο. Τούτο δε διότι, οι αναφερόμενες στην αγωγή παραλείψεις του εναγομένου συναρτώνται κατ` ανάγκην προς αμελή εκπλήρωση της εντολής που του δόθηκε (άρθ. 713, 714 ΑΚ) και δεν μπορούν να νοηθούν χωρίς τη σύμβαση αυτή, στο πλαίσιο της οποίας αποκλειστικά ενήργησε/Ετσι, η υπό κρίση αγωγή θα ερευνηθεί στον προσήκοντα κανόνα δικαίου, χωρίς όπως προειπώθηκε στη μείζονα σκέψη της παρούσας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, εφόσον δεν είναι γνωστό από τώρα αν το διατακτικό της είναι ορθό ή όχι, πλην βεβαίως του ως άνω χρηματικού κονδυλίου ικανοποιήσεως της ηθικής βλάβης που κρίθηκε από το παρόν δικαστήριο απορριπτέο ως μη νόμιμο, ενώ όπως προκύπτει από την επισκόπηση της εκκαλουμένης κρίθηκε αυτό νόμιμο και έγινε δεκτό εν μέρει και ως ουσία βάσιμο για το ποσό των 2.000 ευρώ και ως προς την οποία εσφαλμένη κρίση της θα εξαφανιστεί αυτή, όπως κατωτέρω θα αναφερθεί. Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως και την ανωμοτί εξέταση του ενάγοντος που εκτιμάται ελεύθερα, οι οποίες περιλαμβάνονται στα νομίμως με επίκληση προσκομιζόμενα πρακτικά που έχουν τον ίδιο αριθμό με την εκκαλουμένη απόφαση, τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, πλην των επικαλούμενων από τον εναγόμενο από 14.8.2008 και 3.9.2008 δηλώσεων των Χ. Β. και Π. Α., αντίστοιχα, που δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως έγγραφη ανωμοτί μαρτυρία τρίτου στην παρούσα δίκη, οι οποίες συνιστούν ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και δεν λαμβάνονται υπ` όψιν ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: ο εναγόμενος διατηρεί ατομική επιχείρηση εισαγωγής και εμπορίας μεταχειρισμένων αυτοκινήτων με έδρα το […]. Για την άσκηση της άνω εμπορικής του δραστηριότητας και ειδικότερα για την εισαγωγή και πώληση στους πελάτες του μεταχειρισμένων αυτοκινήτων προερχόμενων κυρίως από τη Γερμανία χρησιμοποιούσε τις γνώσεις και την εμπειρία του Ν. Μ., ο οποίος ήταν γνώστης της Γερμανικής γλώσσας και του ισχύοντος εκεί νομοθετικού καθεστώτος αναφορικά με τις πωλήσεις μεταχειρισμένων αυτοκινήτων, δηλαδή τις διαδικασίες μεταβίβασης, εκτελωνισμού και μεταφοράς τους από τη Γερμανία στην Ελλάδα. Στις 2.1.2008 ο ενάγων επικοινώνησε τηλεφωνικά με τα γραφεία της άνω επιχείρησης του εναγομένου και εκδήλωσε το ενδιαφέρον του για την αγορά ενός μεταχειρισμένου αυτοκινήτου από το Έσσεν Γερμανίας, το οποίο είχε εντοπίσει ο ίδιος μέσω του διαδικτύου, αξίας 12.500 ευρώ, μάρκας […], χρώματος σκούρο μπλε και αριθμό πλαισίου […], βενζινοκίνητο. Συγκεκριμένα, συνομίλησε με τον ανωτέρω Ν. Μ., ο οποίος του συστήθηκε ως ο υπεύθυνος πωλήσεων της επιχείρησης του εναγομένου και αφού του ανέφερε ότι είχαν και στο παρελθόν αναλάβει ανάλογες πωλήσεις και παραγγελίες μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από το εξωτερικό, ο ενάγων κατήρτισε σύμβαση εντολής με τον εναγόμενο στον οποίο ανέθεσε να προβεί σε όλες τις απαιτούμενες ενέργειες μεταβίβασης του άνω αυτοκινήτου από τον πωλητή-ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου στον ενάγοντα-αγοραστή, με την ταυτόχρονη καταβολή του τιμήματος, ποσού 12.500,00 ευρώ, και αφού προηγουμένως διενεργούσε τον σχετικό έλεγχο με τα νομιμοποιητικά ή άλλα έγγραφα (άδεια κυκλοφορίας, έλεγχο ΚΤΕΟ, πιστοποιητικό αντιρρυπαντικής τεχνολογίας κ.λπ.), που καθιστούσαν το αυτοκίνητο κατάλληλο για εκτελωνισμό στην Ελλάδα, σύμφωνα με τις ισχύουσες προδιαγραφές, να το μεταφέρει από τη Γερμανία στην Ελλάδα και να του το παραδώσει το δεύτερο δεκαήμερο του Ιανουαρίου του έτους 2008. Σε εκτέλεση της άνω εντολής, ο ενάγων κατέθεσε την 11.1.2008 σε τραπεζικό λογαριασμό του εναγομένου το ποσό των 13.000,00 ευρώ και ακολούθως στις 22.1.2008 κατέθεσε στον ίδιο λογαριασμό και το ποσό των 1.000,00 ευρώ, δηλαδή συνολικά κατέβαλε στον εναγόμενο 14.000 ευρώ, από τα οποία 12.500,00 ευρώ ήταν το ποσό που απαιτείτο για καταβολή του τιμήματος στον γερμανό πωλητή του αυτοκινήτου και 1.500 ευρώ ήταν τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου και αμοιβής του εναγομένου για τη διεκπεραίωση των άνω ενεργειών εκ μέρους του. […] Περαιτέρω, εξ αιτίας της ανωτέρω αμελούς συμπεριφοράς του ανωτέρω Ν. Μ., ο ενάγων υπέστη ζημία, την οποία οφείλει να αποκαταστήσει ο εναγόμενος. Ειδικότερα, οφείλει να του αποδώσει το ποσό των 14.000 ευρώ, από το οποίο 12.500,00 ευρώ ήταν το ποσό που απαιτείτο για καταβολή του τιμήματος στον γερμανό πωλητή του αυτοκινήτου και 1.500 ευρώ ήταν τα έξοδα μεταφοράς του αυτοκινήτου και αμοιβής του εναγομένου, τα οποία του κατέβαλε ο εναγόμενος για την εκτέλεση της ανατεθείσας σ` αυτόν εντολής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 713, 714 και 719 ΑΚ. Εξ άλλου, όσον αφορά τον λόγο της εφέσεως με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται ότι εσφαλμένα απορρίφθηκε το αίτημα του για αναβολή της δίκης μέχρι πέρατος της ποινικής δίκης που ανοίχθηκε με την από 17.9.2007 μήνυση του κατά του Ν. Μ. για το αδίκημα της απάτης σε βάρος του, αυτός (λόγος της εφέσεως), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς από τα στοιχεία της δικογραφίας που υποβλήθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν προέκυπτε η ύπαρξη εκκρεμούς ποινικής δίκης, μόνο δε η υποβολή της εγκλήσεως δεν αρκούσε για την αποδοχή του άνω αιτήματος για αναβολή της συζήτησης κατ` άρθρο 250 του ΚΠολΔ έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η ποινική δίκη, η οποία άλλωστε εναπόκειται στην κρίση του δικαστηρίου και σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται οποιοσδήποτε επηρεασμός της άνω ποινικής δίκης στη διάγνωση της παρούσας αστικής δικαιολογητικής σχέσεως. Όσον αφορά δε την αναστολή της δίκης κατ` άρθρο 249 του ΚΠολΔ μέχρι την τελεσίδικη έκδοση απόφασης επί της αγωγής που κατέθεσε σε βάρος του ο Ν. Μ., επικαλούμενος την ύπαρξη μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, αίτημα το οποίο επαναφέρει με την ένδικη έφεση του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, τούτο είναι επίσης απορριπτέο ως αβάσιμο, καθώς η έκβαση της δίκης εκείνης ουδόλως επηρεάζει τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς, σύμφωνα με όσα ήδη προαναφέρθηκαν. Επομένως, ο σχετικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος, όπως και το υποβαλλόμενο εκ νέου αίτημα του εκκαλούντος (βλ. και ΑΠ 893/2000, ΕλλΔνη 42. 434). Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, η υπό κρίση αγωγή, η οποία βρίσκει έρεισμα, όπως ήδη προαναφέρθηκε, στα άρθρα 330, 334, 713, 714, 719, 297, 298 του ΑΚ, πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσία βάσιμη κατά το άνω κεφάλαιο της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 14.000,00 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρις εξοφλήσεως. […]».

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί