Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Νόμιμη η λήψη υπόψη ενόρκων βεβαιώσεων, καίτοι ο αντίδικος κλητεύθηκε ενώπιον αναρμόδιας αρχής και σε εξαιρετέα μέρα (ΜονΕφΛαρ 269/2017)

Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 269/2017 αποφάσεώς του, το Μονομελές Εφετείο Λάρισας, εξετάζοντας προβληθέντα λόγο εφέσεως περί εσφαλμένης λήψης υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ενόρκων βεβαιώσεων, έκρινε ότι οι επίμαχες ένορκες βεβαιώσεις νομίμως ελήφθησαν υπόψη, καίτοι στην έγγραφη κλήση που είχε επιδοθεί στον αντίδικο αναγραφόταν ότι η εξέταση θα λάμβανε χώρα «στον Πταισματοδίκη», σε εξαιρετέα μέρα:

«…Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 270 § 2-γ΄ ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 12 του Ν. 2915/2001, ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση. Σύμφωνα με την έννοια της διάταξης αυτής, η οποία εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης, (βλ. άρθρο 524 § 1 ΚΠολΔ), οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου είναι παραδεκτές ως αποδεικτικά μέσα ενώπιον των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων δικαστηρίων, εφόσον έχουν δοθεί πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης και ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου, η οποία πρέπει να διενεργηθεί δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη λήψη των βεβαιώσεων. Συνεπώς, απαραίτητη προϋπόθεση, για να ληφθούν οι ένορκες βεβαιώσεις υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, είναι το να έχουν δοθεί ύστερα από εμπρόθεσμη κλήτευση, δηλαδή ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου του διαδίκου, (ο οποίος τις επικαλείται και τις προσκομίζει), η οποία πρέπει να διενεργηθεί δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη λήψη τους. Ο διάδικος που τις επικαλείται, οφείλει να ισχυριστεί και να αποδείξει, προσάγοντας και επικαλούμενος τα αποδεικτικά επίδοσης της σχετικής κλήσης, ότι είχε καλέσει νομότυπα και εμπρόθεσμα τον αντίδικό του να παραστεί κατά τη λήψη των ένορκων βεβαιώσεων, εκτός αν ο αντίδικός του είχε παραστεί κατά τη λήψη των βεβαιώσεων, οπότε είναι αυταπόδεικτη η προηγούμενη κλήτευσή του. Την τήρηση της αναγκαίας αυτής προϋπόθεσης ερευνά το δικαστήριο της ουσίας αυτεπάγγελτα, διότι η έλλειψη της κλήτευσης δεν καθιστά την ένορκη βεβαίωση απλώς άκυρη, αλλά την καθιστά ανύπαρκτη ως (νόμιμο) αποδεικτικό μέσο, με συνέπεια να μην επιτρέπεται να ληφθεί αυτή υπόψη από το δικαστήριο (βλ. ΑΠ 1361/2008 ΕλλΔνη 52.403).Στην επίδικη υπόθεση η εκκαλούσα εταιρεία παραπονείται με τον 1ο λόγο της ένδικης έφεσης ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο «εσφαλμένα έλαβε υπόψη του τις με αριθμούς …/5.3.2014, …./5.3.2014 και …/5.3.2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας, οι οποίες λήφθηκαν μετά την από 28.2.2014 εξώδικη γνωστοποίηση – κλήση της ενάγουσας, ενώ αυτές είναι άκυρες και μη νόμιμα αποδεικτικά μέσα, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από αυτή καθαυτή την από 28.2.2014 εξώδικη γνωστοποίηση-κλήση, α) η εναγομένη κλήθηκε σε εξέταση των μαρτύρων της ενάγουσας στις 25.03.2014, δηλαδή σε εξαιρετέα ημέρα, β) η 25.3.2014 δεν είναι Τετάρτη αλλά Τρίτη και γ) η εναγομένη κλήθηκε σε εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας και όχι ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας και, τελικά, οι μάρτυρες εξετάστηκαν στις 05.03.2014». Από τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύεται ότι με την από 28.02.2014 εξώδικη γνωστοποίηση – κλήση της, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη αυθημερόν (στις 28.02.2014, βλ. την έκθεση επίδοσης με αριθμό …/28.02.2014 του δικαστικού επιμελητή Χ.Κ.), η ενάγουσα, Λ. Ν., γνωστοποίησε στην αντίδικό της ότι «την προσεχή Τετάρτη, 25/3/2014 και ώρα 12.00΄ το μεσημέρι» θα εξετάσει «ενώπιον του κ. Πταισματοδίκη Λάρισας» μάρτυρές της, «οι οποίοι θα καταθέσουν γνωστά σε αυτούς πραγματικά περιστατικά προς επίρρωση της από 17/1/2014 αγωγής» της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε (με εκτεταμένη αιτιολογία) ότι οι ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις λήφθηκαν νόμιμα, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, διότι η εναγομένη κλήθηκε νόμιμα να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων και ο νόμιμος εκπρόσωπός της μπορούσε να διαπιστώσει ευχερώς ότι η εξέταση των μαρτύρων θα γινόταν την Τετάρτη, 05.03.2014, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας. Πράγματι, αν είχε παραλειφθεί η ημερομηνία (25.03.2014) από την ανωτέρω εξώδικη γνωστοποίηση – κλήση, η εναγομένη θα μπορούσε να αντιληφθεί ότι οι μάρτυρες της αντιδίκου της θα εξετάζονταν «την προσεχή Τετάρτη (μετά τις 28.02.2014), ώρα 12.00΄, ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας» και, αν επιθυμούσε να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων και έσπευδε κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ενώπιον του Πταισματοδίκη Λάρισας, θα διαπίστωνε ότι η εξέταση των μαρτύρων είχε προγραμματιστεί να γίνει κατά τη συγκεκριμένη ημέρα και ώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Λάρισας, (αφού δεν λαμβάνονται ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον Πταισματοδίκη), σε γραφείο του ίδιου ορόφου του Δικαστικού Μεγάρου Λάρισας. Συνεπώς, η ανωτέρω απόφανση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν είναι εσφαλμένη, γεγονός που πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη του αντίστοιχου (1ου) λόγου της ένδικης έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμου. Μάλιστα, μετά την άσκηση της ένδικης έφεσης οι δύο από τις ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις επαναλήφθηκαν στις 13.11.2015, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης – εκκαλούσας, με συνέπεια να έχει καλυφθεί έτσι οποιαδήποτε πλημμέλεια ανέκυψε κατά την αρχική λήψη τους και να επιτρέπεται να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο τούτο ως νόμιμα αποδεικτικά μέσα…».

Ο Π. Α. Χριστοδούλου, προσεγγίζοντας κριτικά το δικανικό συλλογισμό της ανωτέρω απόφασης επί του υπό κρίσιν ζητήματος, παρατηρεί τα ακόλουθα: «…Ως προς το πρώτο ανακύπτον ζήτημα της αποφάσεως, αυτό της από παραδρομής αναφοράς άλλης ημέρας στην κλήση, η οποία τυγχάνει βέβαια εξαιρετέα κατά νόμο, κατά την ορθότερη άποψη δεν προκαλείται ακυρότητα με το επιχείρημα ότι ο αντίδικος ευχερώς θα μπορούσε να διαπιστώσει με απλή αντιπαραβολή ενός ημερολογίου ότι η ημέρα αναφοράς και πραγματικής λήψεως της βεβαιώσεως μπορεί μεν να μην συμπίπτουν, αλλά υφίσταται δυνατότητα ευχερούς προλήψεως από τον κλητευόμενο διάδικο της τυχόν βλάβης του με έγκαιρες προπαρασκευαστικές ενέργειές του. Άλλως, όμως, έχει το ζήτημα της κλήτευσης του αντιδίκου ενώπιον αναρμόδιας αρχής. Όπως προκύπτει από την σχετική έγγραφη γνωστοποίηση-κλήση, η αντίδικος-εκκαλούσα κλήθηκε να παραστεί ενώπιον του Πταισματοδικείου Λάρισας αντί του ομώνυμου Ειρηνοδικείου, όπου πράγματι έλαβε χώρα η μαρτυρική κατάθεση. Παρά το γεγονός ότι ο δικονομικός νόμος, πριν από την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρ. 424 ΚΠολΔ, χορηγούσε την δυνατότητα χαρακτηρισμού των ενόρκων βεβαιώσεων που πάσχουν κατά την διαδικασία παραγωγής τους ως αποδεικτικών μέσων μη πληρούντωντους όρους του νόμου, το εν λόγω ελάττωμα της κλήτευσης του αντιδίκου ενώπιον αναρμόδιας αρχής ισοδυναμεί με απουσία νομότυπης κλήτευσης, όρος ασφαλώς του ειδικού πραγματικού του αποδεικτικού μέσου της ένορκης βεβαιώσεως, η μη συνδρομή του οποίου οδηγεί στον αποκλεισμό της εκτιμήσεως της ελαττωματικής προς τούτο ένορκης βεβαιώσεως ακόμη και ως μη πληρούντος τους όρους του νόμου αποδεικτικού μέσου, τυχόν λήψη υπόψη της οποίας θεμελιώνει τον υπ’ αριθ. 11 αναιρετικό λόγο του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Πολλώ δε μάλλον όταν το Ακυρωτικό, οριοθετώντας το υποστατό ένορκης βεβαιώσεως, που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος διαδίκου, έκρινε ότι αν δεν εμφιλοχωρεί άλλη υπηρεσιακή απασχόληση του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, της οποίας το πέρας πρέπει να αναμένει ο κλητευθείς με εύλογη ανοχή αναμονής δεκαπέντε λεπτών από την ορισθείσα ώρα έναρξης με την έγγραφη γνωστοποίηση (άρθρ. 116 ΚΠολΔ), τούτη δίδεται χωρίς να παραβλάπτεται το κύρος της. Αν, όμως, ο διάδικος που κλήτευσε τον αντίδικό του και ο μάρτυράς του προσήλθαν στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο με καθυστέρηση πέραν του εύλογου χρόνου των δεκαπέντε λεπτών από τον οριζόμενο στην έγγραφη εξώδικη γνωστοποίηση, η ένορκη αυτή βεβαίωση, που δόθηκε ερήμην του κλητευθέντος μετά από τον χρόνο αυτό, συνιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο. Συνεπώς, κατά μείζονα λόγο το ελάττωμα της κλήτευσης του αντιδίκου για λήψη ένορκης βεβαιώσεως ενώπιον αναρμόδιας αρχής, την καθιστά ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, δοθέντος ότι η αυστηρή τήρηση της τυπικής διαδικασίας κλήτευσης του αντιδίκου, κατά την λήψη ένορκης βεβαιώσεως, συνιστά το ελάχιστο απαιτούμενο στοιχείο για την υπόστασή της. Και μπορεί η δυνατότητα εκτιμήσεως και ατελών αποδεικτικών μέσων κατά τη νομοθετική πρόβλεψη να εξυπηρετεί την διεύρυνση των πηγών δικανικής γνώσης, δεν συνεπάγεται, όμως, χαλάρωση των κριτηρίων αξιοπιστίας των αποδεικτικών μέσων με την αποδοχή ανυπόστατων καταθέσεων, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εδώ σχολιαζόμενη απόφαση».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί