Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

O δικαιούχος ενός σύνθετου σήματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αξιώσει αποκλειστικό δικαίωμα μόνο επί ενός στοιχείου του εν λόγω σήματος. Έννοια των περιγραφικών ενδείξεων (ΠολΠρωτΖακ 20/2020, αδημ.)

Από το γράμμα της διάταξης του άρθρου 125 § 3 περ. β’ ν. 4072/2012 προκύπτει ότι η ταυτότητα ή ομοιότητα του σήματος με το μεταγενέστερο σημείο και η ταυτότητα ή ομοιότητα των διακρινόμενων προϊόντων συνιστούν προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, οι οποίες πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς (βλ, Απόφαση του ΔΕΕ της 23ης Ιανουαρίου 2014, ΓΕΕΑ, C-558/12, EU:C:2014:22, σκέψη 41, Απόφαση του ΔΕΕ της 11ης Δεκεμβρίου 2008, Gateway, C-57/08 Ρ, EU:C;2008:718, σκέψεις 45 και 52). Η πλήρης απουσία μίας εκ των ανωτέρω δύο προϋποθέσεων δεν δύναται να αντισταθμισθεί από τους λοιπούς παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στο πλαίσιο εφαρμογής της αρχής της αλληλεξάρτησης για την εκτίμηση της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης.

Περαιτέρω, η προϋπόθεση της ομοιότητας μεταξύ του προγενέστερου σήματος και του μεταγενέστερου σημείου προϋποθέτει, στο πλαίσιο της περίπτωσης β’ της παραγράφου 3 του άρθρου 125 ν. 4072/2012, την ύπαρξη, μεταξύ άλλων, στοιχείων οπτικής, ακουστικής ή εννοιολογικής ομοιότητας. Η εκτίμηση αυτή πρέπει, όσον αφορά στην οπτική, την ακουστική ή την εννοιολογική ομοιότητα του σήματος και του σημείου, να στηρίζεται στη συνολική εντύπωση που αυτό προκαλούν, λαμβανομένων υπόψη ιδίως των διακριτικών και κυρίαρχων στοιχείων τους. Τούτο δε, διότι ο μέσος καταναλωτής προσλαμβάνει συνήθως ένα σήμα ως μία ολότητα και δεν εξετάζει τις διάφορες λεπτομέρειες του (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 12ης Ιουνίου 2019, Hansson, C-705/17, EU:C-:2019:481 σκέψη 45, της 22ας Οκτωβρίου 2015, BGW, C-20/14, EU:C:2015:714, σκέψη 35), ώστε η εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ ενός σύνθετου σήματος και ενός σύνθετου μεταγενέστερου σημείου να μην περιορίζεται στην εξέταση ενός μόνο από τα στοιχεία που συναποτελούν το σύνθετο σήμα και στη σύγκρισή του με το σημείο, Αντιθέτως, κατά την σύγκριση αυτή, το επίμαχο σήμα και το μεταγενέστερο σημείο πρέπει να εξετάζονται το καθένα ως ενιαίο σύνολο. Βέβαια, υπό ορισμένες συνθήκες στην συνολική εντύπωση που προκαλεί ένα σύνθετο σήμα στη μνήμη του ενδιαφερομένου κοινού ενδέχεται να κυριαρχούν ένα ή περισσότερα από τα στοιχεία που το αποτελούν, το δεσπόζον, όμως, στοιχείο μπορεί να αποτελέσει το μοναδικό κριτήριο για την εκτίμηση της ομοιότητας μεταξύ δύο σημείων μόνο στην περίπτωση κατά την οποία όλα τα άλλα συστατικά στοιχεία του σήματος είναι αμελητέα (βλ. Hansson; ό.π., σκέψη 48, απόφαση ΔΕΕ της 8ης Μαίου 2014, Bimbo κατά ΓΕΕΑ, C-591 /12 Ρ, EU:C:2014:305, σκέψεις 21-23, BGW, ό.π., σκέψεις 36-37).

Σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων ότι τα περιγραφικά στοιχεία των αντιπαρατιθέμενων σημείων πρέπει να εξαιρεθούν από την εκτίμηση της ομοιότητάς τους (βλ. Hansson σκέψη 49,. διάταξη ΔΕΕ της 7ης Μαΐου 2015, Adler Modem rkte κατά ΓΕΕΑ, C-343/14 Ρ, EU;C:2015:310, … σκέψη 38). Βέβαια, τα περιγραφικά στοιχεία ενός σύνθετου σήματος, που δεν έχουν καθόλου ή έχουν ασθενή διακριτικό χαρακτήρα, έχουν γενικώς μικρότερη βαρύτητα στην ανάλυση της ομοιότητας μεταξύ των σημείων από την βαρύτητα των στοιχείων με πιο έντονο διακριτικό χαρακτήρα, τα οποία είναι επίσης περισσότερο ικανά να κυριαρχούν στη συνολική εντύπωση που προκαλεί το εν λόγω σήμα (βλ. Hansson, ά.π., σκέψη 53, απόφαση ΔΕΕ της 10ης Δεκεμβρίου 2013, Τ-467/11,360 SONIC ENERGY, EU;Τ:2013:633, σκέψη 38). Δηλαδή, σε ένα περιγραφικό στοιχείο αναγνωρίζεται κατ’ αρχάς μόνο ασθενής, ή και πολύ ασθενής, διακριτικός χαρακτήρας, εκτός εάν κυριαρχεί στη συνολική εντύπωση σύνθετου σήματος ή αποκτά, στο πλαίσιο του εν λόγω σήματος, αυτοτελή διακριτική δύναμη, επειδή, λόγω ιδίως της θέσεως ή του μεγέθους του, είναι ικανό να επιβληθεί στην αντίληψη του κοινού και να διατηρηθεί στη μνήμη του (βλ. BGW, ό.π., σκέψη 40). Ενδεχόμενη συνεκτίμηση των περιγραφικών ενδείξεων ενός σύνθετου σήματος, δεν συνεπάγεται ότι παρέχεται αυτοτελής προστασία σε τέτοιες ενδείξεις, οι οποίες μόνες τους δεν θα ήταν δυνατόν να καταχωρισθούν ως σήματα λόγω της συνδρομής του απόλυτου λόγου απαράδεκτου του άρθρου 123 § 1 περ. γ’ ν. 4072/2012. Τούτο δε, διότι τυχόν συνεκτίμηση τους κατά την διαπίστωση της υπάρξεως κινδύνου συγχύσεως ή συνειρμικού συνδέσμου καταλήγει αποκλειστικώς στην προστασία συγκεκριμένου συνδυασμού στοιχείων, χωρίς, εντούτοις, να προστατεύει αυτοτελώς ένα περιγραφικό στοιχείο που αποτελεί μέρος του εν λόγω συνδυασμού. Επομένως, ο δικαιούχος ενός σύνθετου σήματος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αξιώσει αποκλειστικό δικαίωμα μόνο επί ενός στοιχείου του εν λόγω σήματος (βλ. Hansson, ό.π. σκέψεις 57-58).

Περαιτέρω, το άρθρο 126 § 1 περ. β’ ν. 4072/2012 επιτρέπει την ελεύθερη χρήση περιγραφικών ενδείξεων υπό τον όρο της τήρησης ορισμένων προϋποθέσεων και δεν επιτρέπει στον δικαιούχο να απαγορεύει στους τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τέτοιες ενδείξεις για τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που αφορά το σήμα. Περιγραφικές είναι οι ενδεικτικώς παρατιθέμενες στα άρθρα 123 § 1 περ. γ’ και 126 § 1 περ, β’ ν. 4072/2012 ενδείξεις, οι οποίες προσδιορίζουν όχι την εμπορική προέλευση ενός προϊόντος ή υπηρεσίας, αλλά το προϊόν ή την υπηρεσία που διακρίνει ένα σήμα (βλ. απόφαση ΔΕΕ της 6ης Δεκεμβρίου 2018, J. Portugal Ramos Vinhos, C-029/17, EU;C:2018:988, σκέψεις 1=6-18), και ως εκ τούτου αδυνατούν εκ φύσεως να εκπληρώσουν τη βασική λειτουργία του σήματος, ήτοι τον προσδιορισμό της εμπορικής προελεύσεως του προϊόντος ή της υπηρεσίας, ώστε να επιτραπεί κατά τον τρόπο αυτό στον καταναλωτή ο οποίος αποκτά το προϊόν ή είναι αποδέκτης της υπηρεσίας, που διακρίνονται από το σήμα, να προβεί στο μέλλον στην ίδια επιλογή, εάν η εμπειρία αποδειχθεί θετική, ή να προβεί σε άλλη επιλογή, εάν η εμπειρία υποδειχθεί αρνητική. Δηλαδή, ένα σημείο συνιστά περιγραφική ένδειξη, όταν παρουσιάζει μια επαρκώς άμεση και συγκεκριμένη σχέση με τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες, ώστε το ενδιαφερόμενο κοινό να μπορεί να αντιληφθεί άμεσα και χωρίς περαιτέρω σκέψη ότι πρόκειται για περιγραφή αυτών (προϊόντων ή υπηρεσιών) ή ενός χαρακτηριστικού τους. Κατά συνέπεια, ο περιγραφικός χαρακτήρας ενός σημείου, που αποτελεί ένα από τα στοιχεία σύνθετου σήματος πρέπει να εκτιμάται σε σχέση, αφενός με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες για τις οποίες έχει καταχωρισθεί το σήμα και, αφετέρου με τον τρόπο που το αντιλαμβάνεται το οικείο κοινό, το οποίο αποτελείται από τους καταναλωτές των προϊόντων ή τους αποδέκτες των υπηρεσιών αυτών. Περαιτέρω, για να θεωρηθεί ως περιγραφική μία σύνθετη λέξη δεν αρκεί η διαπίστωση ότι έκαστο των συγκροτούντων αυτή στοιχείων έχει ενδεχομένως περιγραφικό χαρακτήρα, αλλά η διαπίστωση αυτή πρέπει να εκτείνεται στην ίδια την λέξη ως σύνολο (πρβλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 19ης Απριλίου 2007, ΓΕΕΑ κατά Celltech, 0273/05 Ρ, EU:C:2007:224, σκέψεις 76, 79 – 80, της 12ης Φεβρουάριου 2004, Koninkiijke KPN Nederland, 0363/99, EU;C:2004:86, σκέψη 98). Βέβαια, μία σύνθετη λέξη, που προέκυψε από την ένωση δύο περιγραφικών για τα οικεία προϊόντα ή υπηρεσίες ενδείξεων, έχει και αυτή κατά κανόνα περιγραφικό χαρακτήρα, έστω και εάν συνιστά νεολογισμό. Συγκεκριμένα, από την απλή ένωση τέτοιων στοιχείων χωρίς να επέλθει ασυνήθης μεταβολή, ιδίως συντακτική ή σημασιολογική, μπορεί να προέλθει μόνο σήμα συνιστάμενο αποκλειστικώς από σημεία ή ενδείξεις, που μπορούν να χρησιμεύσουν στο εμπόριο προς δήλωση των χαρακτηριστικών των εν λόγω προϊόντων ή υπηρεσιών. Ωστόσο, τέτοιος συνδυασμός ενδέχεται να μην είναι περιγραφικός, εφόσον δημιουργεί εντύπωση επαρκώς απομακρυσμένη από αυτήν που παράγει η απλή σύνθεση των εν λόγω στοιχείων. Έτσι, μία σύνθετη λέξη δεν είναι περιγραφική, ακόμα και όταν συντίθεται από περιγραφικές των οικείων προϊόντων ή υπηρεσιών ενδείξεις, εφόσον υφίσταται αντιληπτή (αισθητή) διαφορά μεταξύ αυτής και της απλής παράθεσης των συγκροτούντων αυτή στοιχείων, πράγμα που προϋποθέτει ότι, λόγω του ασυνήθους χαρακτήρα του συνδυασμού σε σχέση με τα εν λόγω προϊόντα ή υπηρεσίες, η λέξη δημιουργεί μια αρκούντως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που παράγει η απλή σώρευση των ενδείξεων, οπότε κατισχύει του αθροίσματος των εν λόγω στοιχείων (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ, της 25ης Φεβρουάριου 2010, Lancome, C-408/08 Ρ, EU;C:2010:92, σκέψεις 61-62, της 12ης Φεβρουάριου 2004, Koninkfijke KPN Nederland, C-363/99, EU:C:20G4:86, σκέψεις 99-100).

Πηγή: Υπ’ αρ. 20/2020 απόφαση ΜονΠρΖακυνθ, από υπόθεση του γραφείου μας, χειρισμός υπόθεσης δικηγόρος Κωνσταντίνα Πουρνάρα, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί