Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ σήματος και διακριτικού γνωρίσματος. Λειτουργία του κανόνα της χρονικής προτεραιότητας (prior in tempore potior in jure)

Το διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσον με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομά του) είτε η επιχείρηση (λ.χ. ο διακριτικός τίτλος της) είτε το εμπόρευμα (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός). Το σήμα διαφέρει ουσιωδώς από το διακριτικό γνώρισμα. Το μεν σήμα έχει προτεραιότητα από την τυπική πράξη της κατάθεσης του, το δε διακριτικό γνώρισμα από το ουσιαστικό γεγονός της καθιερώσεως τους στις συναλλαγές (Παμπούκης, / Σύγκρουσις σήματος και διακριτικού γνωρίσματος εμπορεύματος, Αρμ ΛΒ 19, ο ίδιος, Παραχώρησις της χρήσεως διακριτικού γνωρίσματος εμπορεύματος, Αρμ A 441 επ. και ιδίως σελ. 442, υπό 1 2 Α). Περαιτέρω, η γέννηση του δικαιώματος στο διακριτικό γνώρισμα (η καθιέρωση του), προϋποθέτει ότι το γνώρισμα αυτό: 1) έχει διακριτική δύναμη, ικανή να το ξεχωρίζει από άλλο ομοειδές και 2) έχει καθιερωθεί στις συναλλαγές, δηλαδή έχει καταστεί γνωστό στους συναλλακτικούς κύκλους (μεταπωλητές και καταναλωτές) ότι διακρίνει ορισμένο εμπόρευμα ως προερχόμενο από ορισμένη επιχείρηση. Σε περίπτωση κατά την οποία υφίσταται σύγκρουση μεταξύ δύο διακριτικών γνωρισμάτων (λ.χ. σήματος αφενός και διακριτικού γνωρίσματος αφετέρου), τότε ισχύει ο κανόνας prior in tempore potior in jure.

Ισχύει δηλαδή η αρχή της προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι το παλαιότερον κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεοτέρου, η οποία προβλεπόταν από τη διάταξη του άρθρου 20 § 2 του ν. 2239/1994, που είχε ως πρότυπο το άρθρο 6 § 2 της Οδηγίας 89/104 και το άρθρο 107 Καν. 40/1994, και ήδη από τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 2 του ν. 4072/2012. Υπό τις παραδοχές αυτές παρέπεται και ότι, σε περίπτωση κατά την οποία προηγήθηκε η καθιέρωση του διακριτικού γνωρίσματος του ουσιαστικού συστήματος που έχει τοπική ισχύ στις συναλλαγές, και στη συνέχεια επακολούθησε η κατάθεση και αμετάκλητη παραδοχή του σήματος, που μπορεί να είναι και σήμα φήμης, τότε -σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή- υπερισχύει το διακριτικό γνώρισμα. Οπότε ο δικαιούχος του τελευταίου, επικαλούμενος την προτεραιότητα του, δικαιούται να αποκρούσει την επί παραλείψει αγωγή του δικαιούχου του σήματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος, ο δε σηματούχος είναι υποχρεωμένος να ανεχθεί τη χρήση του διακριτικού γνωρίσματος μέσα στα εδαφικά όρια ισχύος του (ΑΕΚ C-255/1997 Pfeiffer ΕΕμπΔ 50. 618, ΑΠ 310/1990 ΝοΒ 1991. 553, ΕΘ 1422/2007 ΕπισκΕΔ 2008. 108, ΕΑ 4760/2001 ΔΕΕ 2001. 989, όπου και περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία και θεωρία, Αντωνόπουλος, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, έκδ. 2005, σελ. 383, 476, ΠΠρΘεσ 13942/2010 ΕπισκΕΔ 2010. 906).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί