Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ποία η έκταση του δικαστικού ελέγχου για τη σύσταση σωματείου;

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων ΑΚ 78-80 προκύπτει ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να δεχτεί ή να απορρίψει αίτηση των ιδρυτών ή διοικητών του σωματείου περί εγγραφής αυτού στο οικείο βιβλίο ελέγχει μόνο αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για τη σύσταση του σωματείου και δεν μπορεί (πρέπει) να ελέγξει τη σκοπιμότητα της ίδρυσής του. Με άλλα λόγια, η ίδρυση και η λειτουργία του σωματείου υπόκειται μόνο σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας και όχι σε οποιονδήποτε έλεγχο σκοπιμότητας. Τούτο σημαίνει ότι το Δικαστήριο εξετάζει μόνο τη συνδρομή των νομίμων όρων (ΑΚ 81 § 1), όπως αυτοί διαγράφονται στα άρθρα 78-80, 105 §§ 1, 3, 174 και 178 του ΑΚ, χωρίς να μπορεί να ελέγξει τη σκοπιμότητα της σύστασης του σωματείου και το αν αυτό είναι κοινωνικά ωφέλιμο ή αν προάγει ή βλάπτει τα συμφέροντα των μελών του ή αν ανταγωνίζεται άλλο παρόμοιο σωματείο. Ο δικαστικός έλεγχος, δηλαδή, περιορίζεται στη διαπίστωση της συνδρομής των όρων που τάσσουν οι διατάξεις των άρθρων ΑΚ 78-80, καθώς και της ουσιαστικής προϋπόθεσης η οποία συνάγεται από τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 105 παρ. 3 και συνίσταται στη μη αντίθεση του σκοπού του σωματείου στο νόμο, την ηθική και τη δημόσια τάξη. Ο έλεγχος της συμφωνίας του σκοπού του υπό σύσταση σωματείου με το νόμο, την ηθική και τη δημόσια τάξη γίνεται με βάση τις διατάξεις του υπό έγκριση καταστατικού και όχι τις υποτιθέμενες ή υποκρυπτόμενες ή εξυπακουόμενες προθέσεις των ιδρυτών. Αυτές, και αν ακόμη υπάρχουν, δεν μπορούν να καταστούν αντικείμενο δικαστικού ελέγχου, δεδομένου ότι ένας τέτοιος έλεγχος θα ήταν απαγορευμένος έλεγχος σκοπιμότητας και όχι επιτρεπόμενος έλεγχος νομιμότητας (ΕΦΑΘ 1907/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΑΘ 5221/2014 ΔΕΕ 2014, 967, ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος).

Περαιτέρω, στο άρθρο 12 §§ 1, 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος κατοχυρώνεται η ελευθερία της συνένωσης, καθώς ορίζεται ότι: «1. Οι Έλληνες έχουν το δικαίωμα να συνιστούν ενώσεις και μη κερδοσκοπικά σωματεία, τηρώντας τους Νόμους, που ποτέ όμως δεν μπορούν να εξαρτήσουν την άσκηση του δικαιώματος αυτού από προηγούμενη άδεια 2. Το σωματείο δεν μπορεί να διαλυθεί για παράβαση του Νόμου ή ουσιώδους διάταξης του καταστατικού του, παρά μόνο με δικαστική απόφαση. 3. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται αναλόγως και σε ενώσεις προσώπων που δε συνιστούν σωματείο». Η στην παρ. 1 του ως άνω άρθρου του Συντάγματος διατυπωμένη ρήτρα περί υποχρέωσης των ασκούντων το ανωτέρω ατομικό δικαίωμα «να τηρούν τους νόμους του Κράτους», έχει την έννοια ότι τόσο ο καταστατικός σκοπός, όσο και η δραστηριότητα της ένωσης ή του σωματείου πρέπει να μην αντιβαίνουν σε αντικειμενικού και γενικού χαρακτήρα διατάξεις νόμου, που προστατεύουν έννομα αγαθά και τις οποίες κάθε πολίτης υποχρεούται να τηρεί στο πλαίσιο της ατομικής του δραστηριότητας, όπως είναι οι ουσιαστικές ποινικές διατάξεις ή οι νόμοι οι ρυθμιστικοί της σύστασης, οργάνωσης και λειτουργίας ενώσεων και σωματείων (όπως και οι προρρηθείσες διατάξεις των άρθρων ΑΚ 78 επ.) ή οι κανόνες και διατάξεις δημόσιας τάξης, που εμπίπτουν στο κανονιστικό πεδίο της συλλογικής δραστηριότητος και έκφρασης των πολιτών, χωρίς να στρέφονται κατά ορισμένου προσώπου ή ομάδας προσώπων και χωρίς να καθιστούν ανέφικτη ή να δυσχεραίνουν κατά τρόπο δυσανάλογο την σύσταση ή την λειτουργία της ένωσης ή του σωματείου (ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΘΕΣΣ 4769/2014 Δνη 2015, 1153,

Ως δημόσια τάξη νοείται το σύνολο των κρατουσών, θεμελιωδών και πρωταρχικών πολιτειακών, πολιτικών, δικαιικών, οικονομικών, κοινωνικών, θρησκευτικών και ηθικών κανόνων, αρχών και αντιλήψεων, που συγκροτούν τα θεμέλια του κρατικού, κοινωνικού και οικονομικού συστήματός της χώρας και διέπουν τον έννομο βιοτικό ρυθμό της σε ορισμένο έθνος και κατά ορισμένο χρόνο (ίδετε ΟλΑΠ 6/1990, ΟλΑΠ 17/1999). Είναι έννοια γενική και αόριστη, αφού δεν εξαντλείται σε συγκεκριμένους κανόνες δικαίου, καθώς και αντικειμενική, υπό την έννοια ότι η προσβολή της κρίνεται από το δικαστή με κριτήριο τις αντιλήψεις του μέσου ανθρώπου. Η έννοια της δημόσιας τάξης πρέπει πάντοτε να ερμηνεύεται περιοριστικά και να εφαρμόζεται περιορισμένα.

Από τις ως άνω συνταγματικές διατάξεις με τις οποίες κατοχυρώνεται το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και το δικαίωμα συμμετοχής στην οικονομική και κοινωνική ζωή της χώρας μέσω της σωματειακής οργάνωσης και δράσης ως μια έκφανση του δικαιώματος για ελεύθερη ανάπτυξη της προσωπικότητας (άρθ. 5 Συντ.) κι επιπλέον από το άρθρο 23 του Συντάγματος που προβλέπει ότι «το κράτος λαμβάνει τα προσήκοντα μέτρα για τη διασφάλιση της συνδικαλιστικής ελευθερίας και την ανεμπόδιστη άσκηση των συναφών με αυτή δικαιωμάτων, εναντίον κάθε προσβολής τους μέσα στα όρια του νόμου», σε συνδυασμό με τα άρθρα ΑΚ 78 επ., συνάγεται ότι α) αφενός μεν η άσκηση του περί ου ο λόγος ατομικού δικαιώματος δεν εξαρτάται από την έκδοση οποιουδήποτε νόμου ή την έκδοση άδειας από οποιαδήποτε διοικητική αρχή ή δικαστική απόφαση, κι επομένως, ο νόμος δεν επιτρέπεται να εξαρτήσει την άσκηση του προαναφερομένου ατομικού δικαιώματος από προηγούμενη άδεια του κράτους ή νομικού προσώπου δημοσίου Δικαίου ή ιδιωτικού δικαίου, διάταξη δε νόμου που καθιερώνει την άδεια αυτή ως προϋπόθεση νόμιμης σύστασης και λειτουργίας ένωσης ή σωματείου, αντίκειται ευθέως στο Σύνταγμα και δεν εφαρμόζεται (ΟλΑΠ 3/2012, ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΘΕΣΣ 4769/2014 Δνη 2015, 1153), β) αφετέρου δε οι Έλληνες πολίτες έχουν δικαίωμα να ιδρύουν μη κερδοσκοπικά σωματεία και να μετέχουν σε αυτά χωρίς περιορισμό ως προς τον αριθμό τους, αρκεί μόνο να τηρούν τους όρους του νόμου και η άσκηση του δικαιώματος αυτού να μην είναι καταχρηστική (ΑΠ 829/1981 ΕΕργΔ 41, 44, ΕΦΑΘ 2626/1981 ΕΕργΔ 41, 567, ΕΦΑΘ 22/1975 ΝοΒ 23, 347, ΕΦΛΑΡ 457/1988 Αρμ 1989, 847, ΜΠΡΘΕΣΣ 4769/2014 Δνη 2015, 1153, ΜΠΡΘΕΣΣ 10325/1999 Αρμ 2001, 776), περιλαμβανομένων και των επαγγελματικών σωματείων που λειτουργούν ως συνδικαλιστικές οργανώσεις.

Αυτή η αρχή της πολλαπλότητας των σωματείων, της ανεμπόδιστης δηλαδή δυνατότητας σύστασης και παράλληλης λειτουργίας στον ίδιο ή διαφορετικό τόπο περισσοτέρων σωματείων, έστω κι αν επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό ή τα μέλη του ενός είναι και μέλη του άλλου, υπάγει την άσκηση του δικαιώματος ίδρυσης σωματείου στον έλεγχο της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΚ 281, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 25 § 3 του Συντάγματος, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση των θεμελιωδών ατομικών δικαιωμάτων). Ειδικότερα, η συνύπαρξη στον ίδιο τόπο δύο ή περισσοτέρων σωματείων με τους ίδιους σκοπούς μπορεί να ελεγχθεί από το Δικαστήριο, ενόψει των άρθρων 25 §§ 1-3 του Συντάγματος και ΑΚ 57, 58, 80 αριθ. 1 και 281, μόνον όταν α) είτε η λειτουργία του δεύτερου σωματείου παρεμποδίζει ή περιορίζει την τήρηση του δικαιώματος του συνεταιρίζεσθαι από τα μέλη του άλλου σωματείου, ώστε να ματαιώνεται ο συνταγματικά προστατευόμενος σκοπός του δικαιώματος αυτού και ο σκοπός της πραγματοποίησης της κοινωνικής προόδου σε καθεστώς ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης, β) είτε η επωνυμία του συσταθέντος ή υπό σύσταση νεότερου σωματείου είναι ίδια ή παρόμοια με εκείνη του προϋφιστάμενου σωματείου, έτσι ώστε να προκαλείται σύγχυση ως προς την ταυτότητα τους (ΑΠ 1842/1984 ΝοΒ 1985 (33), 1140, ΕΦΑΘ 1702/1988 ΕλλΔνη 30, 366, ΕΦΑΘ 9069/1986 Αρμ 1987, 665, ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΠΕΙΡ 488/1985 ΝοΒ 34, 890, ΕΦΚΕΡΚ 354/87 ΝοΒ 35, 1259, ΕΦΘΕΣΣ 949/1985 Αρμ 1986, 219, ΕΦΛΑΡ 74/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΕΦΛΑΡ 457/1988 Αρμ 1989, 847, ΜΠΡΘΕΣΣ 10325/1999 Αρμ 2001, 776, Σβώλου/Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, τόμ. Β’, σελ. 277, σημ. 140 και σελ. 282 επ., Αλ. Καρακατσάνης, ΕρμΑΚ 78 αριθ. 49, Κ. Σημαντήρας, Γεν. Αρχές, 1988, παρ. 28, Κρητικός, σε Γεωργιάδη/Σταθόπουλου ΑΚ 78 αριθ. 4 και άρθρο 81 αριθ. 1, Στ. Βλαστός, Αστικά σωματεία και συνδ. οργανώσεις, έκδ. 1996, σελ. 90-102, Α. Καραλής/Κουκιάδη, Έλεγχος νομιμότητας κατά την ίδρυση σωματείου, Αρμ ΛΣΤ` 895, Γεωργιάδης/Σταθόπουλος ΑΚ 78 αρ. 4, 81 αρ. 1), γ) είτε η συνύπαρξη αυτή παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία τους και την επίτευξη των σκοπών τους, σε βάρος των συμφερόντων των μελών τους (ΕΦΛΑΡ 78/2004 ΤΝΠ Νόμος). Παρακώλυση δε της εύρυθμης λειτουργίας των σωματείων επέρχεται όταν η ίδρυση των σωματείων, που έχουν την ίδια έδρα, επιδιώκουν τον ίδιο σκοπό και αποτελούνται από μέλη τα οποία ασκούν το ίδιο επάγγελμα, προκαλεί σύγχυση στην εύρυθμη λειτουργία και στην εν γένει δραστηριότητα τους και ειδικότερα όταν δημιουργεί πλάνη ως προς την ταυτότητα τους, όπως συμβαίνει στην περίπτωση που δύο σωματεία έχουν την ίδια επωνυμία, με συνέπεια η ίδρυση του δεύτερου σωματείου να βλάπτει τα συμφέροντα των μελών τους (ΕΦΑΘ 6307/2002 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος). Δεν υπάρχει, όμως, σύγχυση στη λειτουργία και δραστηριότητα των δύο σωματείων, όταν διαφοροποιείται η επωνυμία τους επαρκώς, όταν δηλαδή υπάρχει ουσιώδης διαφορά, η οποία καθίσταται ευχερώς αντιληπτή με τη συνηθισμένη επιμέλεια και δεν παρεμποδίζεται η εύρυθμη λειτουργία κανενός από αυτά (ΑΠ 1269/2001 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος). Ένας τέτοιος έλεγχος, βέβαια, δεν πρέπει να οδηγεί στην αυθαίρετη εξέταση από το δικαστήριο της σκοπιμότητας της ίδρυσης του δεύτερου σωματείου, αλλά στην εξέταση του κατά πόσο η επωνυμία του δεύτερου σωματείου όντας ταυτόσημη ή παρόμοια, υπό τις συγκεκριμένες πραγματικές συνθήκες, παρεμποδίζει τη λειτουργία του προϋφιστάμενου σωματείου, άρα και την άσκηση του δικαιώματος συνένωσης του άρθρου 12 Συντ. από τα μέλη αυτού (ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΘΕΣΣ 4769/2014 Δνη 2015, 1153).

Τέλος, υπό το πρίσμα της συνταγματικά (άρθρο 12 Συντ.) και υπερνομοθετικά (άρθρο 11 §§ 1 και 2 της Σύμβασης της Ρώμης «διά την προάσπισιν των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών» [1]), κατοχυρωμένης σωματειακής ελευθερίας, παρέπεται ότι η μη αναγνώριση ή η διάλυση ενός σωματείου επιβάλλεται σε μία δημοκρατική κοινωνία ως αναγκαίο μέτρο και αποτελεί επιτακτική κοινωνική ανάγκη μόνο για την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εθνικής ή δημόσιας ασφάλειας ή την πρόληψη διαταραχών της τάξης. Προσφυγή δε στο περιοριστικό αυτό μέτρο δικαιολογείται, όταν υφίσταται σχέση αναλογίας μεταξύ της παραβίασης και του σκοπού στον οποίο το σωματείο αποβλέπει (ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΘΕΣΣ 4769/2014 Δνη 2015, 1153). Προκύπτει επίσης ότι ως νόμος, του οποίου η παράβαση μπορεί να επιφέρει τη μη αναγνώριση ή τη διάλυση του σωματείου, νοείται όχι μόνο το Σύνταγμα, αλλά και οι διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη Βουλή (ΕΦΔΩΔ 212/2018 ΤΝΠ Νόμος).

Ίδετε επίσης σχετικά: ΕΦΑΘ 9468/1992 Δνη 1995, 210, ΕΦΑΘ 12420/1990 ΕΕργΔ 1991, 427, ΕΦΘΕΣΣ 1448/1997 Δνη 1998, ΜΠΡΑΘ 2461/1998 ΝοΒ 1998, 1461, ΜΠΡΘΕΣΣ 8835/1998 Αρμ 1998, 1246, ΜΠΡΑΓΡΙΝ 134/1996 ΑρχΝ 1997, 346.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

[1] Στο άρθρο αυτό της Σύμβασης της Ρώμης ορίζεται ότι: «1. Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν του συνέρχεσθαι ειρηνικώς και εις την ελευθερίαν του Συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ιδρύσεως μετ` άλλων συνδικάτων και προσχωρήσεως εις συνδικάτα επί σκοπώ προασπίσεως των συμφερόντων του. 2. Η άσκησις των δικαιωμάτων τούτων δεν επιτρέπεται να υπαχθεί εις εταίρους περιορισμούς πέρα των υπό του Νόμου προβλεπόμενων και αποτελούντων αναγκαία μέτρα εν δημοκρατική κοινωνία, δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την προάσπισιν της τάξεως και πρόληψιν του εγκλήματος, την προστασίαν της υγείας και της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών των τρίτων. Το παρόν άρθρον δεν απαγορεύει την επιβολήν νομίμων περιορισμών εις την άσκησιν των δικαιωμάτων τούτων υπό μελών των ενόπλων δυνάμεων, της αστυνομίας ή των διοικητικών υπηρεσιών του Κράτους».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί