Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Ποιες πράξεις και πρόσωπα εντάσσονται στην έννοια της ενδοοικογενειακής βίας

Κατά το άρ. 308 παρ. 1 ΠΚ «όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή…». Για τη θεμελίωση του εν λόγω αδικήματος απαιτείται ορισμένο αποτέλεσμα, που συνίσταται στην πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας άλλου. Πρόκειται δηλαδή για έγκλημα αποτελέσματος ή ουσιαστικό και έγκλημα βλάβης της σωματικής ακεραιότητας. Ειδικότερα, η σωματική κάκωση αποτελεί εξωτερική, εμφανή και διακριτή επενέργεια στο σώμα, που έχει επιβλαβή αποτελέσματα στην ακεραιότητα του, ενώ η βλάβη της υγείας αποτελεί διατάραξη των εσωτερικών λειτουργιών, με περιεχόμενο την επέλευση ορισμένων παθολογικών συμπτωμάτων, τα οποία εκδηλώνονται ως άμεση συνέπεια της ανθρώπινης εξωτερικής επέμβασης στο σώμα και τον οργανισμό συγκεκριμένου προσώπου. Κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, η σωματική κάκωση ενδέχεται να αποτελεί ταυτόχρονα και βλάβη της υγείας, χωρίς όμως να είναι αυτό απαραίτητο. Αντίστοιχα, η βλάβη της υγείας μπορεί να επέλθει και χωρίς σωματική κάκωση. Μπορεί επίσης είτε να εμφανισθούν χωριστά, είτε να είναι η μία συνέπεια της άλλης (βλ. ΑΠ 133/1998 ΠοινΔικ 1998, σ. 992, ΑΠ 971/1992 ΠοινΧρ 1992, σ. 707, Εφ Αιγ 122/2004 ΠοινΧρ 2005, σελ. 337). Ειδικότερα, ως απλή σωματική βλάβη νοείται αυτή που στερείται των ιδιαζόντων χαρακτήρων της επικίνδυνης, της βαριάς και της θανατηφόρας σωματικής βλάβης των άρ. 309, 310 και 311 ΠΚ, διαβαθμιζόμενη, ανάλογα με τη βαρύτητα της, στη βασική της μορφή και τις προνομιούχες, της εντελώς ελαφρός και της ασήμαντης. Ως εντελώς ελαφρά σωματική βλάβη λογίζεται αυτή που, χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης, έχει επιπόλαιες συνέπειες, και ως ασήμαντη εκείνη που έχει ήπιες συνέπειες. Οπότε, εντελώς επιφανειακές και ταχέως ιάσιμες σωματικές κακώσεις, καθώς και ευχερώς θεραπεύσιμες επουσιώδεις και πρόσκαιρες πτώσεις της υγείας, εντάσσονται αναμφίβολα στην έννοια της εντελώς ελαφρός σωματικής βλάβης. Στην έννοια των εντελώς ελαφρών σωματικών βλαβών εμπίπτουν λ.χ. οι απλές κακώσεις (βλ. ΑΠ 540/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 1356), οι εκχυμώσεις (βλ. ΑΠ 2009/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 2465 επ.2, ΑΠ 687/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 929 επ.), οι εκδορές (βλ. ΑΠ 1566/2002 ΠοινΛογ 2002, α 1588 επ., ΑΠ 2009/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 2465 επ., ΑΠ 646/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 886 επ.3), και τα χτυπήματα με γυμνά χέρια στο κεφάλι, στον ώμο, στα χέρια ή στα πόδια (βλ. ΑΠ 433/1998 ΠοινΧρ 1998, σ. 1073). Πάντως η «αφόρητη ψυχική και σωματική ταλαιπωρία» δεν αποτελεί σωματική βλάβη, εάν δεν προκάλεσε στον παθόντα παθολογικές ψυχοσωματικές διαταραχές (βλ. ΑΠ 402/2001 ΠοινΛογ 2001, σ. 13204). Για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης όλων των μορφών σωματικών βλαβών απαιτείται, κατά τη ρητή επιταγή της άνω διάταξης, πρόθεση (δόλος), που περιέχει τη γνώση και θέληση πραγμάτωσης των στοιχείων της αντικειμενικής υπόστασης, δηλαδή τη γνώση και θέληση πρόκλησης σε άλλον σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας του, αρκεί δε, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, οποιαδήποτε μορφή δόλου, που μπορεί να είναι είτε άμεσος είτε ενδεχόμενος, αλλά σ` αυτήν την τελευταία περίπτωση θα πρέπει σαφώς να προσδιορίζεται στην απόφαση (βλ. για τα ανωτέρω ΑΠ 148/2010 ΠοινΔικ 2010, σ. 1123, ΑΠ 174/1999 ΠοινΔικ 1999, σ. 4275, ΣυμβΠλημΠειρ 94/2008 ΠοινΔικ 2008, σ. 292, εκτενώς στην επιστήμη Λ. Μαργαρίτη, Σωματικές Βλάβες, Αρθρα 308-315Α ΠΚ, β` έκδοση, 2000, σ. 131 επ. και σ. 282, όπου αναφέρονται παραδείγματα εντελώς ελαφρών σωματικών βλαβών, και Γ. Μπέκα, Η προστασία της ζωής και της υγείας στον Ποινικό Κώδικα, 2004, σ. 296 επ., όπου, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι η βλάβη της υγείας ουσιαστικά περιλαμβάνει και τη σωματική κάκωση, και σ. 336, όπου αναφέρονται παραδείγματα εντελώς ελαφρών σωματικών βλαβών).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 1 παρ. 1 του Ν. 3500/2006, θεωρείται ενδοοικογενειακή βία «η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος Νόμου και τα άρθρα 299 και 311 ΠΚ», ενώ, κατά την παρ. 2 στοιχ. γ` του ίδιου άρθρου, «οι διατάξεις του παρόντος νόμου εφαρμόζονται και στην μόνιμη σύντροφο του άνδρα ή στον μόνιμο σύντροφο της γυναίκας και στα τέκνα, κοινά ή ενός εξ αυτών, εφόσον τα πρόσωπα αυτά συνοικούν…». Κατά δε την παρ. 3 της ίδιας διάταξης αποτελεί «θύμα ενδοοικογενειακής βίας, κάθε πρόσωπο της προηγούμενης παραγράφου σε βάρος του οποίου τελείται αξιόποινη πράξη κατά τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος», ενώ σύμφωνα με το άρ. 2 του ίδιου νόμου: «Η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται». Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι καινοτομία του Ν. 3500/2006 -η ισχύς του οποίου αρχίζει σύμφωνα με το άρ. 28 αυτού τρεις μήνες μετά τη δημοσίευση του, ήτοι από την 24.1.2007- αποτελεί η επέκταση της έννοιας της οικογένειας στα ετερόφυλα πρόσωπα που συμβιούν σαν να είναι παντρεμένοι και τα τέκνα τους, κοινά ή ενός εξ αυτών. Πρόκειται για τη λεγόμενη «ελεύθερη ένωση», για την κατάφαση της οποίας απαιτούνται σωρευτικά τρία στοιχεία: η συγκατοίκηση των «μόνιμων συντρόφων», η εξακολουθητική εγκατάσταση τους και η κοινωνική εμφάνιση γάμου (βλ. Α Ε Στεφανίδου, Ενδοοικογενειακή βία, 2010, σ. 46, πρβλ. Α Χαραλαμπάκη, Ο ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, ΠοινΛογ 2006, σ. 719 επ., όπου και σχετικοί προβληματισμοί για την έννοια του «μόνιμου» συντρόφου). Μεταξύ των αυτεπαγγέλτως διωκόμενων εγκλημάτων που τυποποιεί ο Ν. 3500/2006 (άρ. 17 παρ. 1 του νόμου αυτού) περιλαμβάνονται και διατάξεις που εισάγουν διακεκριμένες παραλλαγές των εγκλημάτων των σωματικών βλαβών του Ποινικού Κώδικα (άρ. 308, 309 και 310 ΠΚ), λόγω της σοβαρότερης απαξίας τους, ενόψει του οικογενειακού δεσμού μεταξύ του δράστη και του θύματος.

Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρ. 6 παρ. 1 του Ν. 3500/2006: «Το μέλος της οικογένειας το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α` της παρ. 1 του άρθρου 308 του ΠΚ ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, με την έννοια του εδαφίου β` της παραπάνω διάταξης, τιμωρείται με φυλάκιση, τουλάχιστον, ενός έτους». Στην παρ. 4 μάλιστα εισάγεται ιδιαίτερα διακεκριμένη παραλλαγή του αδικήματος σε βαθμό κακουργήματος και ορίζεται ότι: «αν η πράξη της πρώτης παραγράφου συνιστά μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη … επιβάλλεται κάθειρξη». Προς συγκρότηση δηλαδή της έννοιας της βαρύτερης τελευταίας παραλλαγής του αδικήματος της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης απαιτούνται πρόσθετα στοιχεία, ήτοι του βασανισμού του θύματος, ενόψει ιδίως της ευάλωτης θέσης του, το οποίο τελεί διαρκώς υπό την εγκληματική διάθεση του οικείου προς αυτό δράστη. Με τον τρόπο αυτό δηλώνεται η βούληση του νομοθέτη να αποτρέψει φαινόμενα μετατροπής της οικογένειας σε τόπο ατιμώρητης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βλ. την αιτιολογική έκθεση του Ν. 3500/2006, ΚΝοΒ 2006, σ. 1803, Π. Μπρακουμάτσου, Ο Ν. 3500/2006 για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας. Σκέψεις – Παρατηρήσεις, ΠοινΔικ 2007, σ. 1455 επ.). Μάλιστα, στη διάταξη του άρ. 6 παρ. 4 του εν λόγω νόμου ο ποινικός νομοθέτης επαναλαμβάνει επακριβώς τη διατύπωση του άρ. 137Α παρ. 2 ΠΚ, όπου τυποποιείται νομοθετικά η έννοια των βασανιστηρίων. Η ρηματική ταύτιση των δύο διατάξεων πιστοποιεί ότι κομβικό σημείο προς θεμελίωση της ιδιαίτερα διακεκριμένης κακουργηματικής αυτής μορφής ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης συνιστά η συνδρομή του στοιχείου των «βασανιστηρίων», τα οποία προσβάλλουν τα ατομικά έννομα αγαθά της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και πρωτίστως της προσωπικής ελευθερίας εν προκειμένω του μέλους της οικογένειας. Αυτό που χαρακτηρίζει τα βασανιστήρια και τα διακρίνει από τις υπόλοιπες μορφές αυθαίρετης βίας είναι ότι η υποταγή της βούλησης των ατόμων και η προσβολή της ελευθερίας τους γίνεται στα πλαίσια μιας σχέσης εξουσίασης, και μάλιστα όχι οποιασδήποτε, αλλά μιας θεσμοθετημένης σχέσης εξουσίασης, όχι μόνο στο επίπεδο των σχέσεων μεταξύ του κράτους και του πολίτη, αλλά εν προκειμένω και μεταξύ των μελών μίας οικογένειας, που προσφέρει στο δράστη προνομιούχα «πρόσβαση» στα έννομα αγαθά του θύματος, το οποίο τελεί «υπό την εξουσία» του, χωρίς να έχει καμία δυνατότητα αυτοδιάθεσης. Εξαιτίας αυτής ακριβώς της σχέσης, η χρήση των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας δεν συνεπάγεται απλώς μια συνηθισμένη προσβολή της ελευθερίας, αλλά οδηγεί κατά κυριολεξία στην εξουδετέρωση της βούλησης του ατόμου και στον υποβιβασμό του σε αντικείμενο εξουσίασης (βλ. Ι. Μανωλεδάκη, Το έννομο αγαθό, 1998, αρ. 355, σ. 224, Ε Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η έννοια των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον Ποινικό Κώδικα, ΠοινΧρ 2009, σ. 3 επ., η οποία τονίζει την προστασία της ελευθερίας και επισημαίνει ότι η ουσία των βασανιστηρίων, στην ιστορική τους διαδρομή, βρίσκεται στην υποταγή, στην κάμψη της βούλησης του ατόμου και στην εκμηδένιση της προσωπικότητας του).

Συγκεκριμένα, τα βασανιστήρια στη μορφή του άρ. 6 παρ. 4 του Ν. 3500/2006 τυποποιούνται ως έγκλημα αποτελέσματος, όπως και στην αντίστοιχη διατύπωση του άρ. 137Α παρ. 2 ΠΚ. Ειδικότερα: α) Πρώτο αποτέλεσμα είναι η πρόκληση έντονου σωματικού πόνου. Επομένως, κάθε σωματικός πόνος δεν αποτελεί βασανισμό, αλλά μόνο εκείνος που προκαλείται μεθοδευμένα και είναι τόσο έντονος ώστε να έχει ισχυρή επίδραση επί των αισθήσεων του ανθρώπου. Κατά συνέπεια, πρέπει να αποκλεισθεί από την εν λόγω αντικειμενική υπόσταση κάθε ελαφρύς ή και ασήμαντος σωματικός πόνος. Βεβαίως, επειδή ο πόνος είναι υποκειμενικό αίσθημα, η αντικειμενικότητα του θα κριθεί από το είδος της σωματικής βλάβης ή κάκωσης με την οποία αιτιωδώς συνδέεται (βλ. ΠεντΝαυτΠειρ 359/2007 ΠοινΧρ 2008, σ. 78 επ., ΣυμβΝαυτΠειρ 213/1997 ΠοινΧρ 1999, σ. 269, Κ. Κωνσταντινίδη, Ποινικό Δίκαιο και ανθρώπινη αξιοπρέπεια, 1987, σ. 107 επ., πρβλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., Α. Χαραλαμπάκη, Το ελληνικό πλαίσιο που αφορά τα βασανιστήρια. Υπέρ. 1995, σ. 659 επ.). β) Δεύτερο αποτέλεσμα είναι η πρόκληση σωματικής εξάντλησης, η οποία καθίσταται επικίνδυνη για την υγεία. Ως σωματική εξάντληση λογίζεται αφενός η σωματική κατάπτωση και αφετέρου η εξασθένηση και γενικά η αδυναμία του ανθρώπινου οργανισμού, εφόσον καθίστανται επικίνδυνες για την υγεία του υφισταμένου τα βασανιστήρια (βλ. ΠεντΝαυτΠειρ 359/2007 ό.π., ΣυμβΝαυτ Πειρ 213/1997 ό.π., Κ. Κωνσταντινίδη, ό.π., πρβλ. Ε Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., Α. Χαραλαμπάκη, ό.π., Υπέρ. 1995, σ. 659 επ.). Κατά την ορθότερη άποψη, η διακινδύνευση της υγείας εν προκειμένω είναι συγκεκριμένη (βλ. Κ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 115, Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, Η έννοια των βασανιστηρίων και των άλλων προσβολών της ανθρώπινης αξιοπρέπειας στον Ποινικό Κώδικα, ΠοινΧρ ΝΘ72009, σ. 3 επ. Πρβλ. όμως Α. Χαραλαμπάκη, ό.π., Υπέρ. 1995, σ. 659 επ., ο οποίος υποστηρίζει ότι πρόκειται για αφηρημένη διακινδύνευση, υπό την έννοια ότι δεν είναι απαραίτητο να επέλθει πράγματι ο κίνδυνος, αλλά αρκεί η πρόκληση σωματικής εξάντλησης να είναι ικανή στη συγκεκριμένη περίπτωση να επιφέρει βλάβη στην υγεία του θύματος), γ) Τρίτο αποτέλεσμα η πρόκληση ψυχικού πόνου, ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη. Εδώ υπάγεται κάθε ψυχολογική μέθοδος και τεχνητή μεταχείριση, η οποία, έχοντας την αφετηρία της στη θεωρία της μάθησης και στην επιστήμη της συμπεριφοράς, αποσκοπεί στην άσκηση ψυχολογικής πίεσης με την πρόκληση ανώμαλων τρόπων ψυχικής βίωσης και αντιδράσεων (βλ. ΠεντΝαυτΠειρ 359/2007 ό.π., ΣυμβΝαυτΠειρ 213/1997 ό.π., Κ. Κωνσταντινίδη, ό.π., πρβλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., Α. Χαραλαμπάκη, ό.π., Υπέρ. 1995, σ. 659 επ.). Και εδώ η διακινδύνευση της ψυχικής υγείας είναι, κατά την ορθότερη άποψη, συγκεκριμένη, παρά τη διατύπωση του νόμου (βλ. Ε. Συμεωνίδου-Καστανίδου, ό.π., πρβλ. όμως Α Χαραλαμπάκη, ό.π., ο οποίος υποστηρίζει ότι πρόκειται για δυνητική διακινδύνευση). Η πρόκληση των πιο πάνω αποτελεσμάτων (έντονος σωματικός ή ψυχικός πόνος ή σωματική εξάντληση), που αναφέρονται διαζευκτικά στο νόμο, υπάγεται στην έννοια των βασανιστηρίων, με βάση το γράμμα του νόμου, μόνο όταν είναι «μεθοδευμένη». Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη, μεθοδευμένη είναι η πρόκληση σωματικού πόνου, εξάντλησης κ.λπ., όταν η πράξη επαναλαμβάνεται και έχει μία χρονική διάρκεια. Ετσι, η πρόκληση στιγμιαίου πόνου, όσο έντονος και αν είναι αυτός, δεν θεωρείται πράξη βασανιστηρίων [βλ. ΣυμβΕφθεσ 608/1998 ΠοινΔικ 1998, σ. 993, Διάταξη ΕισΠρωτΚομοτηνής (Γ. Σκιαδαρέση) ΠοινΧρ 2004, σ. 555, Κ. Κωνσταντινίδη, ό.π., σ. 115, Μ. Μαργαρίτη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία – Εφαρμογή, 2″ έκδοση, 2009, άρ. 137Α, σ. 362, Α Χαραήαμπάκη, ό.π., σ. 665]. Κατά άλλη άποψη, εναρμονισμένη με τις διατυπώσεις των διεθνών κειμένων για την πρόληψη των βασανιστηρίων και τη νομολογία του ΕΔΔΑ, η μεθόδευση προϋποθέτει «επιλογή συμπεριφοράς» και εσκεμμένη τέλεση με προγραμματισμένο τρόπο, και δεν απαιτείται κατ` ανάγκη επανάληψη ή διάρκεια της συμπεριφοράς αυτής (βλ. Ε Συμεωνίδου- Καστανίδου, ό.π.). Η διχογνωμία αυτή έχει πάντως μικρή πρακτική σημασία, όταν εξετάζεται η περίπτωση που προκλήθηκε στο θύμα ενδοοικογενειακής βίας εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας του, καθώς ήδη από τη διατύπωση της παρ. 1 του άρ. 6 του Ν. 3500/2006 απαιτείται για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος η εντελώς ελαφρά κάκωση ή βλάβη της υγείας να είναι αποτέλεσμα «συνεχούς συμπεριφοράς» του δράστη μέλους της οικογένειας, δηλαδή επανειλημμένης και με διάρκεια. Ουσιώδης διαφορά του εγκλήματος που τυποποιείται στη διάταξη του άρ. 6 παρ. 4 σε συνδυασμό με την παρ. 1 του Ν. 3500/2006 και αυτού του άρ. 137Α παρ. 1 και 2 ΠΚ, εκτός φυσικά από το ενεργητικό υποκείμενο τους (μέλος οικογένειας – υπάλληλος), εντοπίζεται στην ανάγκη επέλευσης του (πρόσθετου) αποτελέσματος της σωματικής βλάβης του θύματος, έστω εντελώς ελαφρός. Ενώ δηλαδή στη διάταξη του άρ. 137Α παρ. 1 και 2 ΠΚ η πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, ως αποτέλεσμα, δεν είναι αναγκαία για τη συγκρότηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, σε καμία από τις πιο πάνω υπό στοιχεία α`-γ` μορφές του, στη διάταξη του άρ. 6 παρ. 4-1 του Ν. 3500/2006, η επέλευση της προσβολής της σωματικής ακεραιότητας είναι αναγκαία για την πλήρωση της σχετικής αντικειμενικής υπόστασης. Ετσι, δεν αρκεί η διακινδύνευση της σωματικής ακεραιότητας στις υπό στοιχεία β` και γ` ως άνω περιπτώσεις, η οποία μάλιστα πρέπει να είναι συγκεκριμένη (και όχι δυνητική ή αφηρημένη), αλλά είναι απαραίτητο να εξελίχθηκε η αιτιώδης διαδρομή μέχρι τη βλάβη αυτής, έστω εντελώς ελαφρά. Στη δε υπό στοιχείο α` περίπτωση απαιτείται ο έντονος σωματικός πόνος και η σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας να συνδέονται αιτιακά μεταξύ τους. Υποκειμενικά απαιτείται δόλος οποιουδήποτε βαθμού, ακόμη και ενδεχόμενος, τόσο για την πρόκληση έντονου σωματικού ή ψυχικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, όσο και για την πρόκληση (εντελώς ελαφρός) σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας, καθώς δεν πρόκειται για έγκλημα διακρινόμενο εκ του αποτελέσματος (άρ. 29 ΠΚ), όπως συμβαίνει με το άρ. 310 παρ. 1 και 137Β εδ. β` ΠΚ, εφόσον τα βασανιστήρια εντός της οικογένειας δεν τυποποιούνται αυτοτελώς ως έγκλημα δόλου, χωρίς την επέλευση της σωματικής βλάβης, αλλά και η «πράξη της πρώτης παραγράφου» του άρ. 6, η (εντελώς ελαφρά) σωματική βλάβη, δεν τυποποιείται εκεί αυτοτελώς ως έγκλημα αμέλειας, αλλά μόνο ως έγκλημα δόλου (βλ. για τα χαρακτηριστικά των εκ του αποτελέσματος διακρινόμενων εγκλημάτων, αντί άλλων, Χ. Χ. Mυλωνόπουλου, Τα εκ του αποτελέσματος διακρινόμενα εγκλήματα, 1984, σ. 71 επ.). Πρόκειται, τέλος, για υπαλλακτικά μεικτό έγκλημα, υπό την έννοια ότι οι ίδιες σωματικές κακώσεις ή βλάβες της υγείας ενδέχεται να συνδέονται αιτιακά με την πρόκληση είτε έντονου σωματικού πόνου είτε ψυχικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης, και, εφόσον δεν μεσολαβεί ειρήνευση των προστατευόμενων εννόμων αγαθών, επιβάλλεται στο δράστη μία ποινή (βλ. Μ. Μαργαρίτη, ό.π., άρθρο 137Α, σ. 363). Τα έννομα αγαθά δε της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και πρωτίστως της προσωπικής ελευθερίας εντός της οικογένειας δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι ειρηνεύουν όσο διαρκεί η διακινδύνευση τους, η οποία σε εξαιρετικές περιπτώσεις ενδέχεται να αποτελεί ακόμη και μία μακράς διάρκειας απειλητική γι` αυτά κατάσταση, που μπορεί ανά πάσα στιγμή να εξελιχθεί σε βλάβη τους («διαρκής κίνδυνος») (βλ. επ` αυτού Ν. Κ. Ανδρουλάκη, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, β` έκδοση, 2006, σ. 425-427, Κ. Ι. Βαθιώτη, Στοιχεία Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος, 2007, σ. 177-178, του ίδιου, Το Ποινικό Δίκαιο μέσα από 20 προβλήματα εφαρμοσμένης θεωρίας, Γενικό Μέρος, 2005, σ. 76-77, με αναφορά στο παράδειγμα του «τυραννικού συζύγου», Χ. Χ. Μυλωνόπουλου, Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος Ι, 2007, σ. 480, 678-679, όπου και αναφορές στο παράδειγμα του «τυράννου της οικογένειας» και στο «σύνδρομο της κακοποιημένης γυναίκας», Δ Σπινέλλη, σε Συστηματική Ερμηνεία του Ποινικού Κώδικα, Αρθρα 1-133, 2005, άρ. 25, αρ. 13, σ. 302, Α. Χαραήαμπάκη, Σύνοψη Ποινικού Δικαίου, Γενικό Μέρος Ι, 2010,σ.410-411, 806/2011 ΠΛΗΜΜ ΘΕΣΣΑΛ).

Λένα Πολύζου, δικηγόρος

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί