Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ποινική ρήτρα κατ’ άρθ. 404 επόμ. ΑΚ – Είδη ποινής – Ο παρεπόμενος χαρακτήρας της γνήσιας ποινικής ρήτρας  – Κατάπτωση της ποινής ακόμη και χωρίς ζημία

Ποινική ρήτρα, κατά την εξαγόμενη εκ του άρθ. 404 ΑΚ ερμηνεία του όρου, είναι ποινή, συνιστάμενη σε χρηματικό ποσό ή και ό,τι άλλο μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή ο οφειλέτης, εφόσον τυγχάνει αντικείμενο συναλλαγής[1], για την περίπτωση που ο τελευταίος δεν θα εκπληρώσει την εκ της κυρίας συμβάσεως μεταξύ τους συμφωνούμενη παροχή ή δεν θα την εκπληρώσει προσηκόντως[2]. Στην επιστήμη διακρίνονται δύο είδη ποινικής ρήτρας, η γνήσια, περί της οποίας προβλέπει το άρθ. 404 ΑΚ και η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας ενοχής, επηρεάζουσας την τύχη της και η μη γνήσια, η οποία συνιστά αυτοτελή σύμβαση, που δεν εξαρτάται από άλλη σύμβαση και δεν αποσκοπεί στην ενίσχυση αυτής και επί της οποίας υποστηρίζεται ότι τυγχάνουν αναλογικής εφαρμογής οι ορισμοί των άρθ. 405, 408 και κυρίως 409 ΑΚ. Όσον αφορά στη γνήσια ποινική ρήτρα, αυτή αποτελεί κατά τα προρρηθέντα παρεπόμενη σύμβαση, καθόσον προϋποθέτει την ύπαρξη κύριας ενοχής, εκπορευόμενης εκ του νόμου, εκ συμβάσεως, εκ μονομερούς δικαιοπραξίας ή εκ προσυμφώνου κι ασχέτως από το αν αφορά σε πράξη ή παράλειψη, λειτουργεί, δε, ως μέσο πιέσεως για την υλοποίηση των αναληφθεισών με την κύρια σύμβαση υποχρεώσεων. Υπό άλλη διατύπωση, δηλαδή, γνήσια ποινική ρήτρα, η οποία είναι και η συνηθέστερα απαντώμενη στις συναλλαγές, είναι η παρεπόμενη σύμβαση με την οποία ο ένας συμβαλλόμενος υπόσχεται στον άλλον ότι αν δεν εκπληρώσει καθόλου, εγκαίρως ή προσηκόντως την εκ της κυρίας ενοχής οφειλόμενη παροχή, θα του καταβάλει κάποιο χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, ενώ περαιτέρω συνιστά και τρόπο αποζημιώσεως εκ μέρους του ασυνεπούς συμβαλλόμενου για να αποκατασταθεί η προξενηθείσα από την αντισυμβατική του συμπεριφορά ζημία του ετέρου μέρους.

Έτι περαιτέρω, με το ενδοτικής φύσεως άρθρο 405 ΑΚ, το οποίο μπορεί να αγνοηθεί εφόσον υπάρξουν διαφορετικού περιεχομένου συμφωνίες των μερών, ορίζεται ότι η ποινική ρήτρα καταπίπτει σε δύο περιπτώσεις διατυπούμενες διαζευκτικώς, ήτοι όταν ο οφειλέτης τελεί σε υπαίτια αδυναμία να εκπληρώσει τη συμφωνηθείσα παροχή ή αν περιέρχεται σε υπερημερία εκπληρώσεως των συμβατικών του υποχρεώσεων[3], αλλά γίνεται δεκτό, παρά τη στενή διατύπωση της διατάξεως, ότι η κατάπτωση χωρεί και επί μη προσηκούσης εκπληρώσεως της παροχής του ανωτέρω[4]. Προσέτι, ορίζεται ότι η ποινή καταπίπτει άσχετα από την επέλευση ζημίας στο δανειστή, μόνο και μόνο εκ της μη εκπληρώσεως της παροχής του οφειλέτη ή εκ της υπερημερίας αυτού, οπότε υφίσταται εναντίον του οφειλέτη αγώγιμη αξίωση του δανειστή κατά τις διακρίσεις των άρθρων 406 και 407 ΑΚ, που ακολουθούν στη συνέχεια. Κατάπτωση δηλαδή, της ποινικής ρήτρας επέρχεται εκ μόνης της πλήρωσης της αναβλητικής αιρέσεως υπό την οποία τελούσε η σύμβαση περί ποινικής ρήτρας, κι αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη καμία ζημία, χωρίς η αξίωσή του στην περίπτωση αυτή να προσκρούει στην απαγόρευση του άρθ. 281 ΑΚ. Ο δανειστής συνεπώς δεν υποχρεούται να ισχυρισθεί και να αποδείξει ζημία, αλλά ούτε και ο οφειλέτης μπορεί να αποτρέψει την καταβολή της με την απόδειξη ανυπαρξίας ή μικρότερης ζημίας[5]. Στην περίπτωση, ειδικότερα, της υπερημερίας, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας εξαρτάται από το χρόνο οχλήσεως του οφειλέτη ή από την πάροδο της συμφωνημένης δήλης ημέρας[6], εφόσον δεν έχει συμφωνηθεί κάτι άλλο, χωρίς να χρειάζεται να ταχθεί από το δανειστή εύλογη προθεσμία εκπληρώσεως[7]. Περαιτέρω, η αδυναμία παροχής εκ μέρους του οφειλέτη απαιτείται να είναι υπαίτια, ενώ η υπερημερία του συνίσταται στην εκ μέρους του υπαίτια καθυστέρηση εκπληρώσεως της παροχής[8].

Προσέτι, κατά το άρθρο 406 ΑΚ, αν η ποινή συμφωνήθηκε για την περίπτωση της μη εκπληρώσεως της παροχής, ο δανειστής μπορεί να απαιτήσει την ποινή που κατέπεσε, όχι όμως και την εκπλήρωση της παροχής, ενώ μπορεί να διεκδικήσει και την επί πλέον της ζημία που θα αποδείξει. Σύμφωνα, δηλαδή, με την παρ. 2 του μόλις ρηθέντος άρθρου, πέραν της συμφωνημένης ποινής, ο δανειστής δικαιούται να ζητήσει κι επιπλέον αποζημίωση για την επικαλούμενη κι αποδεικνυόμενη ζημία που υπέστη, εάν το ποσό της αποζημίωσης που αντιστοιχεί σε αυτήν (ενν. τη ζημία) υπερβαίνει το ποσό της ποινής, και μόνον για το επιπλέον τούτο μέρος. Στο σημείο αυτό, προσήκει να σημειωθεί ότι η αξίωση αποζημίωσης μπορεί να ασκηθεί συγχρόνως με την αξίωση της ποινής ή και μεταγενεστέρως μετά την απαίτηση ή την είσπραξη της ποινής[9]. Λόγω, δε, του ενδοτικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης διάταξης, επιτρέπεται στα συμβαλλόμενα μέρη, κατά παρέκκλιση από αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, να συμφωνήσουν ότι ο δανειστής θα έχει σωρευτικά αξίωση για την ποινή και αξίωση για πλήρη αποζημίωση και όχι μόνο για το ποσό που αυτή υπερβαίνει το ποσό της ποινικής ρήτρας[10].

Εξάλλου, η ποινική ρήτρα, η οποία ως προαναφέρθηκε, λειτουργεί λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα των διατάξεων που τη ρυθμίζουν, ανάλογα με το ειδικό περιεχόμενο των συμφωνηθέντων από τα μέρη, μπορεί να συμφωνηθεί σε μέγιστη ποικιλία περιπτώσεων, μεταξύ των οποίων και ως όρος του μισθωτηρίου για την τυχόν παραβίαση κάποιας από τις ρυθμίσεις αυτού και υπό τον χαρακτηρισμό της συνήθως ως «εγγυήσεως». Στην περίπτωση αυτή, η κατάπτωσή της μπορεί να συμφωνηθεί για κάθε περίπτωση παραβάσεως των όρων της συναφθείσας μισθωτικής συμβάσεως, πλην όμως υπό την προϋπόθεση ότι ο παραβιασθείς όρος έχει συνομολογηθεί ρητώς, και δεν προκύπτει απλώς από σιωπηρή συνομολόγηση μεταξύ των μερών[11]. Μάλιστα, κατά τα ανωτέρω λεχθέντα, η κατάπτωση της ποινικής ρήτρας στην περίπτωση αυτήν, είναι ανεξάρτητη της υπάρξεως ζημίας του εκμισθωτή, γι’ αυτό και δεν μπορεί να προταθεί σε συμψηφισμό της αποζημιώσεως του ανωτέρω επί τέτοιας ζημίας του το ποσό της καταπίπτουσας ποινής[12]. Η  ποινική ρήτρα, δηλαδή, καλύπτει αφηρημένα τη ζημία από τη μη εκπλήρωση ή τη μη προσήκουσα ή μη έγκαιρη εκπλήρωση της παροχής εκ μέρους του μισθωτή – ακόμη κι αν στην πραγματικότητα ο εκμισθωτής δεν έχει υποστεί ζημία – μόνο και μόνο γιατί αυτό έχει συμφωνηθεί μεταξύ των αντισυμβαλλομένων, εκμισθωτή – μισθωτή. Αν, δε, υπάρχει και ζημία και δεν επαρκεί η ποινική ρήτρα για την κάλυψή της, ο εκμισθωτής δικαιούται να ζητήσει επιπροσθέτως την καταβολή και του πέραν του ύψους της ρήτρας απαιτουμένου ποσού της αποζημιώσεως[13].

Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] βλ. ΕφΑθ 13904/1987 ΕλΔ 31, 576∙ κατά τον Σπυριδάκη, ποινική ρήτρα είναι ο δικαιοπρακτικός όρος με τον οποίον επιβάλλεται στον εκ κυρίας συμβάσεως οφειλέτη παροχής να καταβάλει κάτι στο δανειστή αν δεν την εκπληρώσει ή δεν την εκπληρώσει εγκαίρως ή προσηκόντως.

[2] βλ. ΑΠ 1460/2005 ΝοΒ 2006, 555, ΕφΑθ 3264/2003 ΕλΔ 36, 1302, ΕφΑθ 7647/1990 ΕλΔ 31, 1534

[3] βλ. ΑΠ 716/1994 ΕλΔ 36, 861, ΑΠ 212/1993 ΕλΔ 35, 412, ΜΠρΘεσ 15926/1999 ΔΕΕ 1999, 1074, ΜΠρΑθ 716/1994 ΕλΔ 36, 861

[4] βλ. ΕφΛαρ 738/2001 ΕλΔ 2003, 529, ΕφΑθ 5669/2001 ΕλΔ 2002, 246

[5] βλ. Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, 2003, Άρθρο 405, σελ. 436

[6] βλ. ΑΠ 293/1987

[7] βλ. ΣτΕ 4325/2000 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΤρΔΕφΑθ 3126/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ, Βασίλη Τσούμα, Αρραβώνας & Ποινική Ρήτρα, Νομολογία – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 55

[8] βλ. ΕφΑθ 4116/2001 ΕλΔ 44, 554, ΕφΑθ 2473/1987, ΕλΔ 29, 1609

[9] βλ. Βασ. Αντ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (κατ’ άρθρο), Τόμος Β΄, Γενικό Ενοχικό, 2003, Άρθρο 406, σελ. 441

[10] βλ. Εφ. Πατρ. 888/2007 δημ. Νόμος και Β. Βαθρακοκοίλης, ΕΡΝΟΜΑΚ, τόμος Β`, έκδοση 2003, σελ. 443, 444

[11] βλ. Βασίλη Τσούμα, Αρραβώνας & Ποινική Ρήτρα, Νομολογία – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 45

[12] βλ. ΑΠ 585/1997, ό.π., ΕφΑθ 6109/2003 ΕλΔ 2004, 1702, ΕφΑθ 6017/2000 ΕλΔ 42, 221, ΕφΑθ 7248/1993 ΕΔΠ 1995, 265

[13] βλ. Βασίλη Τσούμα, Αρραβώνας & Ποινική Ρήτρα, Νομολογία – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη 2008, σελ. 45, ΠΠρΑθ 1744/1986 ΕπΕμπΔικ 37, 275.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί