Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Πλαστογραφία πιστοποιητικών και μαρτυρικών (217 ΠΚ)

Το άρθρο 217 ΠΚ προβλέπει ότι «1. Όποιος με σκοπό να διευκολύνει την άμεση  συντήρηση,  την κίνηση  ή  την  κοινωνική πρόοδο  αυτού  του ίδιου ή άλλου καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πιστοποιητικό ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που  μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τέτοιους σκοπούς ή εν γνώσει του χρησιμοποιεί τέτοιο πλαστό ή νοθευμένο έγγραφο τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι ενός έτους ή με χρηματική ποινή. 2. Με την ίδια ποινή τιμωρείται όποιος χρησιμοποιεί για τον ίδιο σκοπό τέτοιο έγγραφο, που είναι γνήσιο, είχε εκδοθεί όμως για άλλον».

Προστατευόμενο έννομο αγαθό τις διάταξης αυτής είναι η ασφάλεια των συναλλαγών μέσω της εξασφάλισης της γνησιότητας των πιστοποιητικών και μαρτυρικών. Σύμφωνα με την Αιτιολογική Έκθεση επί του άρθρου 186 ΣχΠΚ του 1929 που είναι αντίστοιχο του άρθρου 217 ΠΚ, το εν λόγω έγκλημα αποχωρίστηκε από την πλαστογραφία του άρθρου 216 ΠΚ και αποτέλεσε ιδιαίτερο έγκλημα, με απειλή ποινής ηπιότερης μορφής (προνομιούχος παραλλαγή του βασικού εγκλήματος της πλαστογραφίας), λόγω της ψυχικής κατάστασης του υπαιτίου που έχει βιοτικές ανάγκες και δυσκολεύεται να συντηρήσει τον εαυτό του και του σκοπού του αδικήματος που είναι περιορισμένος, με την έννοια ότι η ωφέλεια και η ζημία δεν έχουν συνήθως την ίδια βαρύτητα σε σχέση με τις διαλαμβανόμενες στο άρθρο 216 ΠΚ ενέργειες[1].

Πρόκειται για έγκλημα σωρευτικά μικτό, διότι οι δύο τρόποι τέλεσης της πλαστογραφίας, ήτοι η κατάρτιση πλαστού πιστοποιητικού και η νόθευση δεν μπορούν να εναλλαχθούν μεταξύ τους, όπερ σημαίνει ότι αν ο δράστης χρησιμοποιήσει και τους δύο τρόπους, τελεί δύο αυτοτελή εγκλήματα πλαστογραφίας πιστοποιητικού που συρρέουν μεταξύ τους αληθώς. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας πιστοποιητικού συνίσταται στην κατάρτιση πλαστού ή νόθευση εγγράφου δημοσίου ή ιδιωτικού, που ανήκει στην κατηγορία των πιστοποιητικών ή μαρτυρικών. Κατάρτιση είναι η εξ υπαρχής σύνθεση από το δράστη εγγράφου που δεν υπήρχε πριν, εμφανιζόμενου ότι προέρχεται από άλλο πρόσωπο. Νόθευση είναι η αλλοίωση της έννοιας του γνήσιου εγγράφου που μπορεί να γίνει με εξάλειψη ή προσθήκη λέξεων, αριθμών ή σημείων[2].

Στα πιστοποιητικά ή μαρτυρικά έγγραφα περιλαμβάνονται[3]: α) βεβαιώσεις που αναφέρονται σε καλή ή μη διαγωγή, σε προσόντα και ικανότητες προσώπων, σε υπηρεσιακή κατάσταση ή βεβαιώσεις εργασίας και σπουδών καθώς και ιατρικά πιστοποιητικά για την κατάσταση της υγείας ενός προσώπου[4], β) το παλαιό και μη ισχύον έντυπο πιστοποιητικού, αφού και αυτό είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός με έννομη σημασία, ανεξάρτητα από την ισχύ του[5], γ) το φωτοτυπικό αντίγραφο εγγράφου αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ ΠΚ, έστω και αν δεν είναι επικυρωμένο, και μπορεί να καταστεί υλικό αντικείμενο της πλαστογραφίας πιστοποιητικού[6], δ) το δελτίο ελεύθερης εισόδου σε ποδοσφαιρικούς αγώνες[7], ε) τα προσωρινά δελτία ταυτότητας, τα εκλογικά βιβλιάρια και οι θεωρήσεις διαβατηρίων[8], στ) το δελτίο φοιτητικού εισιτηρίου[9], ζ) τίτλοι σπουδών, πιστοποιητικά και διπλώματα τεχνικής ικανότητας[10], η) η βεβαίωση χορήγησης πράσινης κάρτας σε αλλοδαπό[11], θ) τα διαβατήρια και άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα[12]. Το άκυρο των εν λόγω εγγράφων είναι αδιάφορο για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος. Όσον αφορά στο δελτίο ταυτότητας, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 του Ν. 1599/1986, «όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει δελτίο ταυτότητας τιμωρείται σύμφωνα με το αρθρ. 216 παρ. 1 του Ποινικού Κώδικα». Σε κάθε περίπτωση, η πλαστογράφηση δελτίου ταυτότητας προς σκοπό αλλότριο εκείνου του άρθρου 217 ΠΚ, στοιχειοθετεί ούτως ή άλλως την κοινή πλαστογραφία του άρθρου 216 ΠΚ.

Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου (υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου) να διευκολύνει με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο αυτού ή άλλου, δηλαδή να έχει κάποια ωφέλεια αυτός ή άλλος, σχετικά με τις παραπάνω βιοτικές ανάγκες χωρίς όμως εντεύθεν να επέρχεται ευθέως βλάβη στις έννομες σχέσεις άλλου. Δηλαδή, ο δράστης πρέπει να περιορίζει την ωφέλειά του στη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησής του κ.λπ., χωρίς να ενδιαφέρουν τα κίνητρα αυτού, ενώ δεν πρέπει να βλάπτεται ευθέως άλλος στις έννομες σχέσεις ή να υπάρχει και άλλος σκοπός, εκτός από τους ανωτέρω, διότι, άλλως, πρόκειται για το αδίκημα του άρθρου 216 ΠΚ. Κίνηση, κατά την έννοια της εν θέματι διατάξεως, είναι η μετάβαση από τόπο σε τόπο, η μεταφορά με οποιοδήποτε μεταφορικό μέσο. Ως άμεση συντήρηση νοείται η εξεύρεση πόρων άμεσα αναγκαίων για τη διατήρηση στη ζωή. Ως κοινωνική, δε, πρόοδος νοείται η επαγγελματική ή κοινωνική ένταξη ή εξέλιξη, εννοείται προς το καλύτερο. Ενόψει των ανωτέρω, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ, όταν η χρήση των πλαστών πιστοποιητικών τελείται λ.χ. προς το σκοπό παράνομης διέλευσης των συνόρων, προς απόκτηση διπλώματος οδήγησης απαραίτητου για την άσκηση εκ μέρους του δράστη επαγγέλματος ιδιωτικού αστυνομικού, για απόκτηση καλύτερης επαγγελματικής κατάρτισης, για απόκτηση κοινωνικών ωφελημάτων με πρόσβαση σε εκδηλώσεις ή παραστάσεις κ.λπ..

Αναφορικά με τη χρήση πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού, στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος είναι η ύπαρξη πλαστού ή νοθευμένου πιστοποιητικού ή μαρτυρικού ή άλλου εγγράφου, που μπορεί να χρησιμεύσει συνήθως για τη διευκόλυνση της άμεσης συντήρησης ή κίνησης ή κοινωνικής προόδου και η χρησιμοποίηση αυτού του εγγράφου για επίτευξη του ανωτέρω σκοπού. Από πλευράς υποκειμενικής υπόστασης, απαιτείται η γνώση εκείνου που χρησιμοποιεί το έγγραφο ότι αυτό είναι πλαστό ή νοθευμένο (άμεσος δόλος β΄ βαθμού)[13]. Κατά την ορθότερη άποψη, η χρήση του πλαστού πιστοποιητικού από τον ίδιο τον πλαστογράφο συνιστά συντιμωρητή ύστερη πράξη που απορροφάται από την πλαστογραφία. Άλλωστε, σύμφωνα με το άρθρο 217 παρ. 2 ΠΚ, με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος χρησιμοποιεί πιστοποιητικό  ή μαρτυρικό ή άλλο έγγραφο που είναι γνήσιο αλλά έχει εκδοθεί για άλλο πρόσωπο, με σκοπό να διευκολύνει την άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδό του. Κατά τον Μυλωνόπουλο, η πράξη αυτή της δεύτερης παραγράφου δεν μπορεί να θεωρηθεί κατ’ ακριβολογία έγκλημα περί τα υπομνήματα, διότι ούτε υλική πλαστογραφία συνιστά (αφού το έγγραφο είναι γνήσιο), ούτε διανοητική (αφού δεν ενσωματώνει κάποιο γραπτό ψεύδος).

Όσον αφορά στη διαφορά μεταξύ της διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ και της εξαιρετικής του άρθρου 217 ΠΚ, τούτη συνίσταται, αφενός μεν στο ότι στην τελευταία διάταξη δεν εμπίπτουν όλα τα κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ. γ΄ έγγραφα, αλλά μόνο τα πιστοποιητικά και τα μαρτυρικά ή και άλλο έγγραφο που μπορεί συνήθως να χρησιμοποιηθεί ως πιστοποιητικό ή μαρτυρικό, αφετέρου δε στον ειδικό σκοπό που έχει ο δράστης του άρθρου 217 ΠΚ. Αυτός, λοιπόν, πρέπει να αποβλέπει αποκλειστικά στην άμεση συντήρηση, την κίνηση ή την κοινωνική πρόοδο του δράστη ή άλλου, χωρίς όμως η προσδοκώμενη εκ της πράξεως ωφέλεια ή η αντίστοιχη ζημία τρίτου να έχουν τη σημασία, την οποία έχουν για τη θεμελίωση της βασικής διατάξεως του άρθρου 216 ΠΚ. Στην περίπτωση που εκ της πλαστογραφίας βλάπτεται άλλος ευθέως στις έννομες αυτού σχέσεις, ή το συμφέρον της δημοσίας υπηρεσίας, ή αν, γενικότερα, η πλαστογραφία γίνεται για άλλο σκοπό, εκτός του υπό του άρθρου 217 αναφερομένου, τότε και αν ακόμη χρησιμοποιούνται πιστοποιητικά ή μαρτυρικά, εφαρμοστέα τυγχάνει η βασική περί πλαστογραφίας διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ και όχι η ειδική διάταξη του άρθρου 217 ΠΚ[14]. Έτσι, δεν εφαρμόζεται το άρθρο 217 ΠΚ, όταν συντρέχει άλλος σκοπός, λ.χ. όταν η πράξη τελείται προς διευκόλυνση και ευστοχότερη διάπραξη μιας απάτης, προς αυτοϋπόθαλψη, προς συγκάλυψη άλλης αξιόποινης πράξης, κ.λπ.. Επίσης, εφαρμόζεται η γενική διάταξη του άρθρου 216 ΠΚ και όταν η πλαστογραφία πιστοποιητικού ή μαρτυρικού γίνεται προς το σκοπό να περιποιήσει ο δράστης στον εαυτό του ή σε άλλον όφελος με βλάβη τρίτου, όπως όταν κατήρτισε πλαστό προσωρινό δελτίο ταυτότητας για να εισπράξει παράνομα χρηματικά ποσά[15], καθώς και όταν ο σκοπός του δράστη είναι να παραπλανήσει με τη χρήση του πλαστού άλλον, όπως λ.χ. το διδάσκοντα βαθμολογητή ώστε να δεχθεί ως γνήσια τα πλαστά γραπτά των υποψηφίων διδακτόρων και να τον παραπείσει να τα βαθμολογήσει ως γνήσια[16].

 

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

 

[1] Βλ. Ε. Καμπέρου-Ντάλτα σε Αρ. Χαραλαμπάκη, Ποινικός Κώδικας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος Πρώτος (Άρθρα 1-234), Νομική Βιβλιοθήκη, 2η έκδοση, 2014, σελ. 1418 επ. (υπό άρθρο 217), καθώς και Χρ. Μυλωνόπουλο, Ποινικό Δίκαιο, Ειδικό Μέρος, Τα εγκλήματα σχετικά με τα υπομνήματα (Άρθρα 216-223 Π.Κ.), Δίκαιο & Οικονομία Π. Ν. Σάκκουλας, 2005, σελ. 135 επ..

[2] Βλ. ΑΠ 2090/2005, ΠοινΔικ 2006, σελ. 840, ΑΠ 690/1991, ΠοινΧρ 1991, σελ. 1155, ΑΠ 1756/1989, ΠοινΧρ 1990, σελ. 847. Βλ. εκτενή περιπτωσιολογία κατάρτισης και νόθευσης σε Ε. Καμπέρου-Ντάλτα, όπ.π., σελ. 1421 επ..

[3] Βλ. και περαιτέρω περιπτωσιολογία σε Χρ. Μυλωνόπουλο, όπ.π., σελ. 136-137, με παραπομπές στην αντίστοιχη νομολογία: Τέτοια πιστοποιητικά έχουν θεωρηθεί κατά καιρούς το πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, η βεβαίωση περί εγγραφής μαθητού σε γυμνάσιο, η βεβαίωση περί εγγραφής στον ιατρικό σύλλογο, το δελτίο ελεύθερης κυκλοφορίας με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, η ληξιαρχική πράξη γέννησης, το μητρώο του Πανεπιστημίου, το δελτίο ελεύθερης εισόδου σε ποδοσφαιρικό αγώνα, το δελτίο φοιτητικού εισιτηρίου, η άδεια εξόδου από στρατόπεδο, το αποδεικτικό σπουδών.

[4] Βλ. ΑΠ 690/1991, ΠοινΧρ 1991, σελ. 1155.

[5] Βλ. ΑΠ 857/2006, ΠοινΧρ 2007, σελ. 239.

[6] Βλ. ΑΠ 289/2001, ΠοινΧρ 2001, σελ. 972.

[7] Βλ. ΑΠ 763/1989, ΠοινΧρ 1990, σελ. 370.

[8] Βλ. ΑΠ 193/1989, ΠοινΧρ 1989, σελ. 801.

[9] Βλ. ΑΠ 1996/1984, ΠοινΧρ 1985, σελ. 603.

[10] Βλ. ΣυμβΕφΠειρ 74/1984, ΠοινΧρ 1984, σελ. 224.

[11] Βλ. ΤρΠλημμΘεσσ 15587/2004, ΠοινΔικ 2005, σελ. 535.

[12] Βλ. ΠεντΕφΑθ 640/1997, ΠοινΔικ 1998, σελ. 302.

[13] Βλ. ΑΠ 118/1992, ΠοινΧρ 1992, σελ. 396.

[14] Βλ. ενδεικτικά απ’ τη νεότερη νομολογία ΑΠ 8/2017, ΕφΘεσσ 196/2016, ΑΠ 1347/2015, ΑΠ 957/2013, ΑΠ 419/2012, ΑΠ 1053/2012, ΑΠ 950/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, καθώς και εκτενή περιπτωσιολογία σε Ε. Καμπέρου-Ντάλτα, όπ.π., σελ. 1425 επ..

[15] Βλ. ΣυμβΑΠ 1663/1984, ΠοινΧρ 1985, σελ. 502.

[16] Βλ. ΑΠ 1087/2010, ΠοινΧρ 2011, σελ. 289.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί