Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Πώληση υπό δοκιμή – διάκρισή της από την πώληση με διαλυτική αίρεση

Η ρυθμιζόμενη από τις διατάξεις των άρθ. 513 και 563 ΑΚ πώληση υπό δοκιμή, αποτελεί μία σύμβαση πώλησης, η οποία περιέχει τα ουσιώδη στοιχεία του είδους, της υπό του ως άνω άρθ. 513 ΑΚ προβλεπομένης σύμβασης. Η τελική δε ισχύς αυτής, εξαρτάται από το εάν ο αγοραστής την εγκρίνει ή όχι, όμως το πραγματικό της σύμβασης αυτής έχει τελειωθεί. Η επέλευση των αποτελεσμάτων της, σε περίπτωση αμφιβολίας, τελεί υπό την αναβλητική εξουσιαστική αίρεση της έγκρισης του αγοραστή. Η πώλησης υπό δοκιμή, μπορεί να καταρτιστεί και σιωπηρώς, όπως στην περίπτωση που χρησιμοποιούνται από τα μέρη εκφράσεις του τύπου «για δοκιμή», ως «δοκιμή» κ.λπ. ή και όταν η τελική απόφαση του αγοραστή, δεν πρέπει κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη να αναμένεται, πριν την εξέταση ή τη δοκιμή του πράγματος από αυτόν (αγοραστή).

Ο αγοραστής, είναι απόλυτα ελεύθερος να εγκρίνει ή όχι την πώληση (άρθ. 563 εδ. β΄ ΑΚ), χωρίς οποιαδήποτε αιτιολόγηση, και χωρίς να υποχρεώνεται να δοκιμάσει προηγουμένως το πράγμα. Η εν λόγω ελεύθερη κρίση του δεν προϋποθέτει, ούτε την ύπαρξη ή απουσία οποιωνδήποτε ιδιοτήτων ή ελαττωμάτων του πράγματος, και επομένως ο αγοραστής μπορεί να αποκρούσει την πώληση, έστω κι αν δεν προέβη σε εξέταση ή δεν διαπίστωσε την ύπαρξη ελαττωμάτων. Αντιθέτως, αν η έγκριση ή όχι του αγοραστή αναφέρεται στην αντικειμενική χρησιμότητα πράγματος, που πωλήθηκε για ορισμένο σκοπό ή στην ύπαρξη ορισμένων ιδιοτήτων ή προκειμένου για μηχάνημα «αν ευρεθεί ότι λειτουργεί καλώς», τότε η έγκριση ή όχι εξαρτάται από αντικειμενικά κριτήρια, και ο αγοραστής δεσμεύεται στο να εγκρίνει, όταν το αποτέλεσμα της δοκιμής είναι αντικειμενικά θετικό, οπότε δεν πρόκειται για πώληση με δοκιμή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά για πώληση υπό διαλυτική αίρεση (άρθ. 202 ΑΚ), ότι το πράγμα που πωλείται θα είναι κατάλληλο για ορισμένη χρήση ή θα λειτουργεί καλώς. Σ” αυτήν την περίπτωση, η σύμβαση έχει πλήρως καταρτιστεί και τα έννομα αποτελέσματά της έχουν επέλθει, με την επιφύλαξη όμως δικαιώματος υπαναχώρησης για τον πωλητή (βλέπε Δεληγιάννη-Κορνηλάκη «Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο» τόμος Ι § 32, Κρητικός σε Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, υπό το άρθ. 563 αρ. 25, ΕφΑθ 5792/1992 ΑρχΝ 1993. 224). Δοκιμή όμως του προς πώληση πράγματος, δυνατόν να συμφωνείται και σε πρόταση για κατάρτιση συμβάσεως πωλήσεως (βλέπε άρθ. 185 ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, η οποία διακρίνεται σαφώς από τις προηγούμενες, δεν υπάρχει πώληση, ούτε αίρεση αλλά η πώληση καταρτίζεται μεταγενέστερα με την αποδοχή της προτάσεως εκ μέρους του αγοραστή (Κρητικός ό.π., αρ. 8 και Γαζής σε ΕρμΑΚ υπό το άρθ. 563 αρ. 5). Οι υποχρεώσεις των μερών, μέχρι την αποδοχή της πρότασης, προσδιορίζονται βασικώς από τις διατάξεις των άρθ. 197, 198 ΑΚ. Κατ” αυτές, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για τη σύναψη σύμβασης, τα μέρη οφείλουν αμοιβαία να συμπεριφέρονται σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, όποιος δε προξενήσει στον άλλο υπαιτίως ζημία, είναι υποχρεωμένος να την ανορθώσει, κι αν ακόμη η σύμβαση δεν καταρτίστηκε. Ως προϋπόθεση δε της προς αποζημίωση υποχρεώσεως τίθεται η πρόκληση ζημίας, που να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη συμπεριφορά του αντισυμβαλλομένου. Στην εν λόγω συμπεριφορά κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, δεν μπορεί να περιληφθεί η απλή ματαίωση της σύμβασης, καθόσον τούτο θα περιόριζε απαραδέκτως την ελευθερία που πρέπει να διατηρούν οι διαπραγματευόμενοι κατά το στάδιο αυτό. Αντίθετα, η παροχή εκ μέρους του ματαιώσαντος διαβεβαιώσεως, προς τον έτερο, ότι η κατάρτιση της σύμβασης πρέπει να θεωρείται βεβαία, καθιστά την ματαίωση αντίθετη προς την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Ως ζημία δε, νοείται το καλούμενο αρνητικό της σύμβασης διαφέρον ή διαφέρον εμπιστοσύνης, δηλαδή η ζημία που υπέστη ο διαπραγματευόμενος επειδή πίστεψε στην κατάρτιση της σύμβασης, και την οποία θα είχε αποφύγει, αν από την αρχή το έτερο μέρος τηρούσε αρνητική στάση, και όχι το διαφέρον εκπλήρωσης της σύμβασης, αφού τα μέρη δεν είχαν νομική υποχρέωση προς σύναψή της. Αποκαθίσταται ιδίως η ζημία που αυτός υπέστη, διότι πιστεύοντας δικαιολογημένα ότι επίκειται η κατάρτιση της σύμβασης, υποβλήθηκε σε δαπάνες ή απέκρουσε άλλη ευκαιρία προς σύναψη παρόμοιας σύμβασης, με τους αυτούς ή ευνοϊκότερους όρους (ΑΠ 1463/2001 ΕλλΔνη 44. 1402, ΕφΑθ 3048/2003 ΕλλΔνη 44. 1402).

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί