Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πώς αποκτάται και πώς αποβάλλεται η ιδιότητα του κληρικού; Τι συνεπάγεται η απόκτησή της;

Άπαντα τα μέλη της Ορθόδοξης Εκκλησίας διακρίνονται σε λαϊκούς, κληρικούς και μοναχούς. Κάθε μέλος της Εκκλησίας αποκτά τη γενική ιερωσύνη με το ιερό μυστήριο του χρίσματος, που ακολουθεί και επισφραγίζει το ιερό μυστήριο του βαπτίσματος. Η ειδική ιερωσύνη αποκτάται με ιδιαίτερη πανηγυρική πράξη, το ιερό μυστήριο της ιερωσύνης -που ονομάζεται και χειροτονία- και αποτελεί μια εκκλησιαστική και μυστηριακή τελετή, κατά την οποία «διά τῆς εὐχῆς καί τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν του ἐπισκόπου στον χειροτονούμενο, κατέρχεται ἡ Θεία Χάρις, προχειριζομένη αὐτόν εἰς έναν ἀπό τούς τρεῖς βαθμούς τῆς: διακόνου, πρεσβυτέρου καί ἐπισκόπου». Οι βαθμοί, λοιπόν, της ειδικής ιερωσύνης (ιερατικοί βαθμοί) του ανώτερου κλήρου [1] είναι τρεις και είναι οι εξής: 1) ο του επισκόπου [2], 2) ο του πρεσβυτέρου [3] και 3) ο του διακόνου [4]. Επειδή δε η χάρις που μεταδίδεται στο μυστήριο της ιερωσύνης είναι ανεξάλειπτη, για το λόγο αυτό η κατά βούληση μετάβαση των κληρικών στις τάξεις των λαϊκών και η αυθαίρετη αποβολή του ιερατικού σχήματος αποτελεί βαρύτατο παράπτωμα, το οποίο τιμωρείται αυστηρά από τους ιερούς κανόνες της Εκκλησίας. Η ειδική ιερωσύνη που αποκτάται με τη χειροτονία συνεπάγεται για τους κληρικούς την πρόσκτηση της εκκλησιαστικής εξουσίας, η οποία ειδικότερα αναλύεται στην τελετουργική ή αγιαστική εξουσία (potestas ordinis), η οποία συνίσταται στην τέλεση των μυστηρίων της Εκκλησίας και άλλων ιεροπραξιών, στη διδακτική εξουσία (potestas magisterii), η οποία συνίσταται στη διδασκαλία των πιστών και το κήρυγμα του θείου λόγου, και τέλος, στη διοικητική εξουσία (potestas jurisdictionis), η οποία περιλαμβάνει τη διοικητική εξουσία εν στενή εννοία, τη νομοθετική εξουσία και τη δικαστική εξουσία [5].

Η ιδιότητα του κληρικού αποκτάται μόνο με τη χειροτονία, εφόσον όμως συντρέχουν όλες οι κανονικές και νομικές προϋποθέσεις, που ορίζουν τόσο οι ιεροί κανόνες, όσο και η ισχύουσα εκκλησιαστική και πολιτειακή νομοθεσία, αντίστοιχα, όχι μόνο για το πρόσωπο του χειροτονουμένου, αλλά και για το πρόσωπο του χειροτονούντος. Έτσι, αναφορικά με τις προϋποθέσεις που αφορούν στον χειροτονούντα, η χειροτονία (και η χειροθεσία), η οποία μπορεί να λάβει χώρα μόνο μια φορά για κάθε βαθμό, τελείται από κληρικό με βαθμό επισκόπου [6], ο δε χειροτονών επίσκοπος πρέπει να έχει και ο ίδιος χειροτονηθεί κανονικώς κι εγκύρως [7]. Όσον αφορά στη χειροτονία στους βαθμούς του πρεσβυτέρου και του διακόνου, ο χειροτονών επίσκοπος πρέπει να έχει τοπική και προσωπική αρμοδιότητα, ήτοι αφενός μεν να τελεί τη χειροτονία μέσα στα όρια της επαρχίας του, αφετέρου ο χειροτονούμενος να υπόκειται στη δικαιοδοσία του. Το ελάττωμα πάντως της παρ’ ενορίαν χειροτονίας μπορεί να θεραπευθεί με την προηγούμενη συναίνεση του κατά τόπον αρμόδιου επισκόπου ή τη μεταγενέστερη έγκρισή του, σε κάθε δε περίπτωση με απόφαση της Ιεράς Συνόδου. Περαιτέρω, για τη χειροτονία στον επόμενο ιερατικό βαθμό πρέπει να έχει παρέλθει ένα ελάχιστο χρονικό διάστημα από τη χειροτονία του κληρικού στον αμέσως κατώτερο βαθμό, η διάρκεια του οποίου όμως δεν προσδιορίζεται ακριβώς στους ιερούς κανόνες κι έτσι ο προσδιορισμός του επαφίεται στην κρίση του χειροτονούντος. Στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι η χειροτονία κληρικού στον κάθε βαθμό πρέπει να γίνεται μόνο σε ορισμένη κενή οργανική θέση του εκκλησιαστικού οργανισμού (καν. 6 Δ’ Οικ. Συνόδου) και όχι αορίστως, αλλιώς είναι παράνομη [8]. Όσον αφορά στις προϋποθέσεις / προσόντα που πρέπει να συγκεντρώνει ο χειροτονούμενος, προκειμένου η χειροτονία του να είναι έγκυρη και κατά το κανονικό δίκαιο και κατά το πολιτειακό, ισχύουν τα εξής: α) πρέπει να είναι χριστιανός ορθόδοξος, ήτοι να έχει υποβληθεί στο ιερό μυστήριο του βαπτίσματος και του χρίσματος, β) πρέπει να είναι ανήρ, γ) πρέπει να έχει την κανονική και νόμιμη ηλικία, ήτοι για το διάκονο το 25ο έτος (καν. 14 Πενθέκτης), για τον πρεσβύτερο το 30ο έτος (καν. 14 Πενθέκτης και 11 Νεοκαισαρείας) και για τον επίσκοπο το 34ο έτος (άρθρο 18 παρ. 1 Καταστατικού Χάρτη), δ) πρέπει να έχει ορθώς και υγιώς περί την πίστη, ε) πρέπει να έχει ικανή θεολογική μόρφωση και σε κάθε περίπτωση τα εκ της εκάστοτε ισχύουσας πολιτειακής νομοθεσίας μορφωτικά προσόντα, τα οποία βεβαίως διαφέρουν αναλόγως του ιερατικού βαθμού [9], στ) πρέπει να μην πάσχει από ψυχική νόσο ή σωματική αναπηρία τέτοια που να εμποδίζει την επιτέλεση των ιερατικών του καθηκόντων (καν. 78 Αποστόλων), ζ) πρέπει να μην έχει συνάψει γάμο που αποδοκιμάζεται από τους ιερούς κανόνες ή εξώγαμες γενετήσιες σχέσεις οποιασδήποτε μορφής [ειδικά για την χειροτονία κάποιου ως Επισκόπου απαιτείται αγαμία ή χηρεία (άρθρο 18 παρ. 1 εδ. β’ Καταστατικού Χάρτη), ενώ για τη χειροτονία του ως πρεσβύτερου ή διακόνου δεν ισχύει αυτή η προϋπόθεση, καθόσον μπορεί αυτός να είναι και έγγαμος, ωστόσο, σε κάθε περίπτωση, μετά τη χειροτονία ο γάμος απαγορεύεται σε όλους τους κληρικούς παντάπασι, ακόμα και σε περίπτωση χηρείας], η) πρέπει να μην έχει περιπέσει σε θανάσιμο αμάρτημα (πορνεία, φόνο, ή άλλο κωλυτικό της ιερωσύνης αμάρτημα), θ) πρέπει να διακρίνεται για σεμνότητα βίου και ανεπίληπτη διαγωγή, πλην όμως οι ιεροί κανόνες δεν ορίζουν με πληρότητα όλα τα παραπτώματα που καθιστούν τη διαγωγή επιλήψιμη, κι έτσι ανατίθεται στην έλλογη πνευματική κρίση του χειροτονούντος ο ad hoc προσδιορισμός των παραπτωμάτων αυτών, με κατευθυντήρια γραμμή τις εκάστοτε κρατούσες κοινωνικές και εκκλησιαστικές αντιλήψεις [10]. Η κατά παράβαση των ως άνω προϋποθέσεων τέλεση χειροτονίας συνεπάγεται την ακυρότητα αυτής (κατ’ ακρίβειαν ακυρωσία), ακυρότητα η οποία, όμως, δεν επέρχεται αυτοδικαίως, αλλά πρέπει να κηρυχθεί από το αρμόδιο εκκλησιαστικό όργανο.

Η ιδιότητα του κληρικού δεν μπορεί -άπαξ και αποκτηθεί- να αποβληθεί αυτογνωμόνως κι αυτοβούλως, διά παραιτήσεως από την ιερωσύνη, παρά μόνο κατόπιν τελεσίδικης απόφασης εκκλησιαστικού δικαστηρίου, που επιβάλλει στον κληρικό την ποινή της καθαιρέσεως, οπότε και ο κληρικός όχι μόνο αποβάλλει το συγκεκριμένο ιερατικό βαθμό που κατέχει, αλλά και στερείται εφεξής οριστικά της ιερωσύνης [11], επανερχόμενος στην τάξη από την οποία προήλθε, των λαϊκών ή των μοναχών. Απώλεια της ιερωσύνης συνεπάγεται και η επιβολή -από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας- της ποινής του μεγάλου αφορισμού [12], η οποία ισοδυναμεί με ολοσχερή, διαρκή και οριστική αποκοπή του τιμωρούμενου από το σώμα της Εκκλησίας, η ποινή δε αυτή επιφυλάσσεται για βαρύτατα αδικήματα, όπως αυτό της αιρέσεως, το οποίο σημαίνει την άρνηση θεμελιώδους δόγματος της Ορθόδοξης πίστης, η οποία (άρνηση) δεν φθάνει, όμως, μέχρι και την εγκατάλειψη της ορθόδοξης χριστιανικής θρησκείας.

Σύμφωνα με την υπ’ αρ. 2480/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΤΝΠ Νόμος) «η κατοχή και διατήρηση της ιδιότητας του κληρικού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την άσκηση του θρησκευτικού λειτουργήματός του και την απορρέουσα από αυτό υποχρέωσή του να συμμορφώνεται προς τα καθήκοντα [13] και τις επαγγελίες της ομολογίας του (πρβλ. ΟλΣτΕ 4078/1979). Η τυχόν παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής συνεπάγεται την κατάγνωση κανονικών κυρώσεων (βλ. άρθρα 1 και 44 του ν. 590/1977, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του ν. 5383/1932 περί εκκλησιαστικών δικαστηρίων, όπως ισχύει), οι οποίες μπορεί να φθάνουν μέχρι και την καθαίρεση του κληρικού από τα αρμόδια εκκλησιαστικά όργανα, τούτο δε υπό ειδικούς ουσιαστικούς και διαδικαστικούς όρους, οι οποίοι ανάγονται στην εφαρμογή του άρθρου 3 του Συντάγματος (αυτοδιοίκηση της Εκκλησίας της Ελλάδος από τους εν ενεργεία Μητροπολίτες, υποχρέωση αυτής «να τηρεί απαρασάλευτα [….] τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις»)».

Βικεντία – Άννα Μπενάκη

Δικηγόρος Αθηνών LL.M.

info@efotopoulou.gr

[1] Εκτός από τον ανώτερο κλήρο υπάρχει και ο κατώτερος κλήρος (υποδιάκονοι, αναγνώστες, ψάλτες, εξορκιστές, πυλωροί, νεωκόροι). Η κύρια διαφορά από τον ανώτερο κλήρο εντοπίζεται στον τρόπο κτήσης της ιδιότητας των κατώτερων κληρικών, η οποία αποκτάται με τη χειροθεσία, μια απλή, δηλαδή, ιερή τελετή, που δεν αποτελεί ιερό μυστήριο. Σημειωτέον, όμως, ότι σήμερα ο όρος «κληρικός» αναφέρεται μόνο στους τρεις βαθμούς του ανώτερου κλήρου.

[2] Η διάκριση σε Επισκόπους, Αρχιεπισκόπους, Μητροπολίτες ή Πατριάρχες είναι διοικητική. Ως προς την ιερωσύνη, όμως, είναι όλοι ίσοι.

[3] Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 α’ του υπ’ αρ. 305/2018 (ΦΕΚ Α’ 153/22.08.2018) Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Εφημέριος καλείται κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, κατέχων το δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης (Πρεσβυτέρου), κανονικώς χειροτονημένος και εξαρτημένος κανονικώς υπό του επιχωρίου Μητροπολίτου, ο οποίος καλύπτει τις λατρευτικές, τις ποιμαντικές και τις προνοιακές ανάγκες της Ενορίας (άρθρα 1 παρ. α και 3 Κανονισμού της Εκκλησίας της Ελλάδος 8/1979, ΦΕΚ Α’ 1/5.1.1980)».

[4] Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 β’ του υπ’ αρ. 305/2018 (ΦΕΚ Α’ 153/22.08.2018) Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Διάκονος καλείται κληρικός της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, κατέχων τον πρώτο βαθμό της Ιερωσύνης, κανονικώς χειροτονημένος και εξαρτημένος κανονικώς εκ του επιχωρίου Μητροπολίτου, ο οποίος διακονεί τον Επίσκοπο ή Πρεσβύτερο κατά την τέλεση της Θείας Λειτουργίας και των άλλων Ιερών Μυστηρίων, των Ακολουθιών του εορταστικού κύκλου της Εκκλησίας και κάθε άλλης ιεροπραξίας. Συνεπικουρεί στα ποιμαντικά και προνοιακά έργα της Ιεράς Μητροπόλεως ή της Ενορίας».

[5] Βλ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, Εγχειρίδιο Εκκλησιαστικού Δικαίου, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, 2000, σελ. 118.

[6] Έναν αν πρόκειται για χειροτονία στο βαθμό του πρεσβυτέρου ή του διακόνου, τρεις αν πρόκειται για χειροτονία στο βαθμό του επισκόπου (καν. 1 Αποστόλων, 49 Καρχηδόνος).

[7] Οι χειροτονίες από «επίσκοπο» που δεν απέκτησε νομίμως και κανονικώς τον επισκοπικό βαθμό είναι ανίσχυρες, και το ελάττωμα αυτό δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε κατά εκκλησιαστική οικονομία, επειδή αυτό θα προσέκρουε στο ίδιο το δόγμα της Εκκλησίας, κατά το οποίο οι επίσκοποι θεωρούνται διάδοχοι των Αποστόλων, από τους οποίους και μεταδόθηκε στους πρώτους επισκόπους με τη χειροτονία τους, η θεία χάρη, η οποία μεταδίδεται με το ιερό αυτό μυστήριο σε κάθε επόμενο χειροτονούμενο επίσκοπο. Μέσω αυτής της συνεχόμενης και αδιάσπαστης αλληλουχίας διαδοχικών χειροτονιών, διασφαλίζεται η μετάδοση της θείας χάριτος από τους Αποστόλους στον επόμενο κάθε φορά χειροτονούμενο επίσκοπο, κι έτσι, η διάσπαση της κανονικότητας και συνέχειας της «αποστολικής διαδοχής» δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να συγχωρεθεί (βλ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, ό.π. σελ. 119).

[8] Βλ. άρθρο 2 παρ. 3 εδ. α’ του υπ’ αρ. 305/2018 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος (ΦΕΚ Α’ 153/22.08.2018 «περί Εφημερίων και Διακόνων»), κατά το οποίο «οι κενές οργανικές εφημεριακές θέσεις πληρούνται με εγγάμους και με αγάμους Πρεσβυτέρους, κατά τα ειδικότερον οριζόμενα στον παρόντα Κανονισμό», καθώς και εδ. α’ και β’ της παρ. 5 του ίδιου άρθρου, κατά το οποίο «χειροτονίες Εφημερίων άνευ αναφοράς σε συγκεκριμένη Ενορία, απαγορεύονται απολύτως κατά τους όρους των Ιερών Κανόνων ως απολελυμένες. Διορισμός εφημερίου, που δεν πληροί τις ανωτέρω προϋποθέσεις είναι άκυρος». Βλ. επίσης παρ. 2 του άρθρου 4 («προκήρυξη και κάλυψη οργανικών εφημεριακών θέσεων») του ως άνω Κανονισμού, κατά το οποίο «σε κενή οργανική θέση Ενορίας ο οικείος Μητροπολίτης δύναται, κατόπιν προκηρύξεως ή και χωρίς προκήρυξη, να διορίσει ως εφημέριο ιερομόναχο ή έγγαμο, ήδη υπηρετούντα σε άλλη Ενορία ή μη, κληρικό», και παρ. 3 του ίδιου άρθρου, σύμφωνα με το οποίο «εφόσον, κατόπιν χηρείας της εφημεριακής θέσεως, ο οικείος Μητροπολίτης αποφασίσει την κάλυψή της με προκήρυξη, αυτή αναγιγνώσκεται στον ενοριακό Ιερό Ναό, όπου υφίσταται η θέση αυτή, και δημοσιεύεται διά του Δελτίου «ΕΚΚΛΗΣΙΑ» ή και διά του τοπικού τύπου με δαπάνη της Ενορίας ή διά της επίσημης ιστοσελίδας της Ιεράς Μητροπόλεως, καλεί τους βουλόμενους και έχοντες τα απαιτούμενα κανονικά και νόμιμα προσόντα, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά τους στοιχεία, μέσα σε ένα μήνα από τη δημοσίευση της προκηρύξεως, προκειμένου να καταλάβουν την κενή οργανική θέση Εφημερίου». Από την ως άνω διαδικασία εξαιρούνται οι εφημεριακές θέσεις στους Μητροπολιτικούς Ιερούς Ναούς, στις οποίες διορίζονται οι Εφημέριοι από τους οικείους Μητροπολίτες χωρίς προηγουμένη προκήρυξη (βλ. άρθρο 4 παρ. 1).

[9] Ειδικά για τους εφημέριους, στο άρθρο 6 παρ. 1 του υπ’ αρ. 305/2018 Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος ορίζεται ότι τα μορφωτικά προσόντα των εφημερίων είναι αυτά που καθορίζουν τον διορισμό τους στις ενορίες των διαφόρων πόλεων. Έτσι, «α. σε πόλεις με πληθυσμό άνω των 40.000 κατοίκων, οι κάτοχοι πτυχίου ημεδαπής Πανεπιστημιακής Σχολής ή νομίμως αναγνωρισμένου πτυχίου αλλοδαπής Πανεπιστημιακής Σχολής και οι πτυχιούχοι των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, β. σε πόλεις με πληθυσμό έως 40.000 κατοίκους, όσοι έχουν εξετασθεί επιτυχώς στα μισά τουλάχιστον υποχρεωτικά μαθήματα, τα οποία απαιτούνται για τη λήψη πτυχίου ημεδαπής ή ομοταγούς αλλοδαπής Πανεπιστημιακής Σχολής, οι πτυχιούχοι των Ανωτάτων Εκκλησιαστικών Ακαδημιών, οι πτυχιούχοι Ανωτέρας Εκκλησιαστικής Σχολής τριετούς φοιτήσεως, οι πτυχιούχοι οποιουδήποτε Τ.Ε.Ι. και οι απόφοιτοι των Κέντρων Ιερατικής Μαθητείας (Κ.Ι.Μ.) ή μεταλυκειακής εκκλησιαστικής εκπαιδεύσεως (παλαιά Δ` τάξη Εκκλησιαστικού Λυκείου, Εκκλησιαστικό Ι.Ε.Κ. κ.λπ.), γ. σε κωμοπόλεις με πληθυσμό έως 5.000 κατοίκους, και οι απόφοιτοι Μέσης Εκκλησιαστικής Σχολής ή, γενικώς Δευτεροβάθμιας Εκπαιδεύσεως, δ. σε χωριά με πληθυσμό έως 2.000 κατοίκους, και οι απόφοιτοι Υποχρεωτικής Εκπαιδεύσεως». Σημειωτέον ότι η έννοια της πόλεως δεν ταυτίζεται με εκείνη του Δήμου.

[10] Βλ. Ιωάννη Μ. Κονιδάρη, ό.π. σελ. 120-121.

[11] Ο καθαιρεθείς κληρικός μπορεί να αποκτήσει ξανά την ιδιότητα του κληρικού με την απονομή χάρης που γίνεται με προεδρικό διάταγμα, ύστερα από πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, μετά από γνώμη του οικείου Μητροπολίτη και πρόταση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου, εφόσον ο καθαιρεθείς έχει ήδη εκτίσει το μισό της ποινής του, το αδίκημα για το οποίο τιμωρήθηκε να μην ήταν από τα κωλύοντα την ιεροσύνη και η πρόταση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου να έχει ληφθεί με την αυξημένη απαρτία των 3/4 των μελών της και πλειονοψηφία των 2/3 των παρόντων (βλ. άρθρο 155 Ν. 5383/1932).

[12] Ο μεγάλος αφορισμός ή ανάθεμα επιβάλλεται υπό τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο Καταστατικός Χάρτης, δηλαδή με απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας, η οποία λαμβάνεται με την αυξημένη πλειοψηφία των 2/3 του συνόλου των μελών της (βλ. άρθρο 4 περ. θ’ και 6 παρ. 3 Καταστατικού Χάρτη).

[13] Ειδικά ως προς τον Εφημέριο, δηλαδή τον κληρικό της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος, που κατέχει το δεύτερο βαθμό της Ιερωσύνης (Πρεσβύτερος) και είναι κανονικώς χειροτονημένος και εξαρτημένος υπό του επιχωρίου Μητροπολίτου, τα καθήκοντά του διαγράφονται αναλυτικά στο άρθρο 8 του υπ’ αρ. 305/2018 (ΦΕΚ Α’ 153/22.08.2018) Κανονισμού της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, μερικά από τα οποία είναι: α. τελεί απαρεγκλίτως και κατά την καθιερωμένη εκκλησιαστική τάξη τη Θεία Λειτουργία και όλα τα άλλα Ιερά Μυστήρια, τις παραδεδομένες ή άλλες τεταγμένες Ακολουθίες του εορταστικού κύκλου της Εκκλησίας και κάθε άλλη ιεροπραξία για τον αγιασμό των πιστών, ασκεί δε την πνευματική πατρότητα μόνο μετά από ανάθεση με Ενταλτήριο Γράμμα του οικείου Μητροπολίτου, β. μεριμνά για τις γενικότερες πνευματικές ή υλικές ανάγκες της ενορίας, για την υποστήριξη των αναξιοπαθούντων μελών της με οργανωμένες πρωτοβουλίες φιλανθρωπίας και κοινωνικής πρόνοιας και συνεργάζεται με τα άλλα ευαγή Ιδρύματα της Ιεράς Μητροπόλεως, γ. τηρεί το ωράριο παρουσίας στον Ιερό Ναό, όπως αυτό καθορίζεται από την προϊσταμένη τους αρχή. Γενικά, ο Εφημέριος κατά την άσκηση της λειτουργικής, πνευματικής και γενικότερης ποιμαντικής διακονίας του πρέπει να ενεργεί πάντοτε κατ` αναφορά προς τον οικείο Μητροπολίτη και συμφώνως προς τους Ιερούς Κανόνες και τις οδηγίες του Μητροπολίτου.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί