Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε δεν απαιτείται η απόδειξη του κινδύνου σύγχυσης σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος στο σήμα καθώς τεκμαίρεται ως αυτονόητη και πότε απαιτείται η απόδειξη της ύπαρξής του ως πρόσθετη προϋπόθεση; Αναφορά στις μορφές του κινδύνου σύγχυσης (βλ. ΠΠρΚερκ. 672/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 121 παρ. 1 και 122 ν. 4072/2012 συνάγεται ότι η έννομη προστασία του σήματος επεκτείνεται σε οποιοδήποτε σημείο, για το οποίο πληρούνται αφενός οι ουσιαστικές προϋποθέσεις: (α) της ύπαρξης διακριτικής ικανότητας, (β) της αυτοτέλειας και (γ) της επιδεκτικότητας γραφικής παράστασης και αφετέρου η τυπική προϋπόθεση της καταχώρισής του κατά τη διαδικασία των άρθρων 134 επ. του ίδιου νόμου στο μητρώο σημάτων, το οποίο τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης.

Κατά συνέπεια, η προστασία του σήματος προϋποθέτει ότι το σημείο που το απαρτίζει: (α) διαθέτει αφηρημένη διακριτική ικανότητα, δηλαδή συνιστά ένδειξη, η οποία μπορεί να διακρίνει γενικά εμπορεύματα και υπηρεσίες κατά τρόπο τέτοιο, ώστε να εγγυάται στον καταναλωτή ή στον τελικό χρήστη την ταυτότητα προέλευσης των εν λόγω εμπορευμάτων και υπηρεσιών, παρέχοντάς του τη δυνατότητα να διακρίνει χωρίς κίνδυνο σύγχυσης τα εμπορεύματα ή τις υπηρεσίες αυτές από εμπορεύματα ή υπηρεσίες που προέρχονται από άλλη επιχείρηση, (β) χαρακτηρίζεται από αυτοτέλεια σε σχέση προς το εμπόρευμα, το οποίο διακρίνει, υπό την έννοια ότι δεν αποτελεί λειτουργικά αναγκαίο συστατικό του, όπως συμβαίνει με το σχήμα του προϊόντος, το οποίο επιβάλλεται από τη φύση αυτού ή από τη συσκευασία του ή το οποίο είναι απαραίτητο για την επίτευξη ενός τεχνικού αποτελέσματος ή το οποίο προσδίδει ουσιαστική αξία στο εμπόρευμα, συμβάλλοντας στην αισθητική διαμόρφωσή του (βλ. σχ. ΑΠ 62/2013, ΕΕμπΔ 2013/460), και (γ) είναι δεκτικό γραφικής παράστασης, μπορεί δηλαδή να καταχωρηθεί εγγράφως στο μητρώο σημάτων, ώστε να προστατεύεται η ασφάλεια του δικαίου και να είναι δυνατός ο επακριβής προσδιορισμός της έκτασης της προστασίας του σήματος (βλ. σχ. Ρόκα, Σήματα – Ερμηνεία του ν. 4072/2012, 2013, σελ. 18 επ.). Στο πλαίσιο αυτό μπορούν να αποτελέσουν σήματα λέξεις, ονόματα, επωνυμίες, ψευδώνυμα, απεικονίσεις, σχέδια, γράμματα, αριθμοί, χρώματα, ήχοι, συμπεριλαμβανομένων και των μουσικών φράσεων, το σχήμα του προϊόντος και της συσκευασίας του και τα διαφημιστικά συνθήματα, τα οποία απαριθμούνται ενδεικτικά από τη διάταξη του άρθρου 121 παρ. 2 ν. 4072/2012, αλλά και συνδυασμοί χρωμάτων, οσμές, εικόνες προσώπων, λογότυποι ή κινητικά σήματα (βλ. σχ. Κοτσίρη, Ευρωπαϊκό Εμπορικό Δίκαιο, 2012, αριθ. 1532 επ., σελ. 721-722 και επίσης Μαρκόπουλου – Παπακωνσταντίνου, Νόμος 4072/2012 – Κατ άρθρον ερμηνεία, 2016, σελ. 7 επ.). Ωστόσο, για την απόκτηση του δικαιώματος στο σήμα δεν επαρκεί η συνδρομή των κατά τα ανωτέρω ουσιαστικών προϋποθέσεων, αλλά επιπλέον απαιτείται να έχει ολοκληρωθεί η διοικητική διαδικασία των άρθρων 134 επ. ν. 4072/2012 με αντικείμενο τον έλεγχο της νομιμότητάς του, η οποία εκκινεί με την υποβολή δήλωσης κατάθεσης του προς καταχώριση σήματος και περαιώνεται με την καταχώριση αυτού στο μητρώο σημάτων, το οποίο τηρείται στο Υπουργείο Ανάπτυξης, εφόσον έχει γίνει δεκτό με απρόσβλητη απόφαση του εξεταστή ή της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων ή με τελεσίδικη δικαστική απόφαση (βλ. ΑΠ 138/2013, ΕΕμπΔ 2013/271 και επίσης Μαρκόπουλου Παπακωνσταντίνου, ό.π., σελ. 113 επ. και, επίσης, Ρόκα, ο.π. , σελ. 41 επ.). Η καταχώριση αυτή συνιστά ατομική διοικητική πράξη, με την οποία συστήνεται το Ιδιωτικού Δικαίου δικαίωμα στο σήμα και της οποίας η νομιμότητα δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από τα πολιτικά Δικαστήρια (βλ. ΑΠ 1609/2014 ΧρΙΔ ΙΕ`. 387, ΑΠ 366/2014 ΔΕΕ 2014. 584, ΑΠ 344/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013/930, ΑΠ 62/2013 ΕΕμπΔ 2013/460).

Περαιτέρω, από την ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 122, 125, 140 παρ. 1 και 3, 150 παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6, 161 παρ. 1 και 162 παρ. 2 Ν. 4072/2012 συνάγεται ότι το δικαίωμα στο σήμα συνιστά απόλυτο και αποκλειστικό δικαίωμα, το οποίο διαθέτει τόσο θετικό όσο και αρνητικό περιεχόμενο (βλ. ΕφΑθ 4125/2014, ΕλλΔνη 57.493). Το θετικό περιεχόμενό του συνίσταται στη δυνατότητα που παρέχει στο δικαιούχο του να ασκεί κατά τρόπο αποκλειστικό τις εξουσίες που απορρέουν από αυτό και οι οποίες απαριθμούνται ενδεικτικά από τη διάταξη του άρθρου 125 παρ. 1 εδ. β` και παρ. 2 ν. 4072/2012. Στις εξουσίες αυτές συμπεριλαμβάνονται το δικαίωμα χρήσης του σήματος, το δικαίωμα επίθεσης αυτού στα προϊόντα που προορίζεται να διακρίνει, καθώς και στα περικαλύμματα και τις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στα χαρτιά αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες, στις διαφημίσεις και σε κάθε έντυπο υλικό, το δικαίωμα χαρακτηρισμού των παρεχόμενων υπηρεσιών και το δικαίωμα χρήσης αυτού σε ηλεκτρονικά ή οπτικοακουστικά μέσα, αλλά και η εξουσία του δικαιούχου ή και τρίτου, ο οποίος διαθέτει όμως τη συγκατάθεσή του, να θέσουν για πρώτη φορά σε κυκλοφορία τα εμπορεύματα που φέρουν το σήμα (βλ. Ρόκα, ό.π., σελ. 49). Το αρνητικό περιεχόμενο του δικαιώματος στο σήμα συνίσταται στην εξουσία του δικαιούχου να εναντιωθεί στην καταχώρηση ως σήματος σημείου, το οποίο συγκρούεται με το παλαιότερο δικό του, να ζητήσει τη διαγραφή λόγω ακυρότητας νεότερου σήματος τρίτου, το οποίο συγκρούεται με το δικό του, καθώς και να στραφεί κατά οποιοσδήποτε, ο οποίος, χωρίς τη συγκατάθεσή του, ασκεί μία ή περισσότερες από τις επιμέρους θετικές εξουσίες που απορρέουν από το δικαίωμά του στο σήμα ή χρησιμοποιεί στις συναλλαγές σημείο κατά τρόπο που προκαλεί κίνδυνο σύγχυσης με το σήμα του ή προσβάλλει σήμα φήμης. Το αρνητικό περιεχόμενο του δικαιώματος στο σήμα πραγματώνεται διαμέσου των αξιώσεων που παρέχονται από το Νόμο στο δικαιούχο του προς απόκρουση των προσβολών του από τρίτους.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 150 παρ. 1 ν. 4072/2012, σε περίπτωση προσβολής του δικαιώματος του στο σήμα ο δικαιούχος αυτού νομιμοποιείται να απαιτήσει αφενός την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον και αφετέρου αποζημίωση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 125 παρ. 3 περ. α’ και β’ ν. 4072/2012, προσβολή του δικαιώματος στο σήμα συνιστά (α) η χρήση σημείου ταυτόσημου με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες, για τις οποίες έχει καταχωρηθεί αυτό, (β) η χρήση σημείου ταυτόσημου με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με εκείνες, για τις οποίες έχει καταχωρηθεί αυτό, (γ) η χρήση σημείου παρόμοιου με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ταυτίζονται με εκείνες, για τις οποίες έχει καταχωρηθεί αυτό και (δ) η χρήση σημείου ταυτόσημου με το σήμα για προϊόντα ή υπηρεσίες που ομοιάζουν με εκείνες, για τις οποίες έχει καταχωρηθεί αυτό.

Συνεχίζοντας, σύμφωνα με την ίδια ως άνω διάταξη, η πρώτη από τις συμπεριφορές, οι οποίες περιγράφονται σε αυτήν (δηλαδή η υπό το στοιχείο α), αποτελεί σε κάθε περίπτωση προσβολή του δικαιώματος στο σήμα, χωρίς να απαιτείται η κατάγνωση οποιοσδήποτε άλλης ουσιαστικής προϋπόθεσης και ειδικότερα κινδύνου σύγχυσης, η συνδρομή του οποίου στην περίπτωση αυτή έχει κριθεί ως αυτονόητη από το νομοθέτη. Αντίθετα, για την υπαγωγή των υπολοίπων συμπεριφορών (δηλαδή αυτών υπό τα στοιχεία β’ έως δ’) στην έννοια της προσβολής του δικαιώματος στο σήμα, απαιτείται η συνδρομή μίας πρόσθετης προϋπόθεσης και συγκεκριμένα της πρόκλησης κινδύνου σύγχυσης, στον οποίο περιλαμβάνεται και ο κίνδυνος συσχέτισης (βλ. ΑΠ 366/2014, ΔΕΕ 2014/584, AH 344/2013, ΕπισκΕμπΔ 2013.930, ΕφΑΘ 4125/2014, ΕλλΔνη 57.493, ΠΠρΘεσ 6762/2017 ΤΝΠ Νόμος).

Σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 672/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κέρκυρας, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, κίνδυνος σύγχυσης υπό στενή έννοια συντρέχει, όταν λόγω της ομοιότητας μεταξύ του σήματος και του μεταγενέστερου σημείου μπορεί να προκληθεί η εσφαλμένη εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που διακρίνονται από αυτά προέρχονται από την ίδια επιχείρηση. Από την άλλη, στην έννοια του κινδύνου συσχέτισης υπάγεται τόσο η περίπτωση του έμμεσου κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος συντρέχει όταν λόγω βασικών κοινών στοιχείων μεταξύ του σήματος και του μεταγενέστερου σημείου προκαλείται η εσφαλμένη αντίληψη ότι δικαιούχος αμφοτέρων είναι η ίδια επιχείρηση, δηλαδή είτε ότι τα δύο σημεία αποτελούν σήματα σειράς είτε ότι με το μεταγενέστερο σημείο γίνεται παραλλαγμένη χρήση του αρχικού σήματος, όσο και η περίπτωση του υπό ευρεία έννοια κινδύνου σύγχυσης, ο οποίος συντρέχει, όταν λόγω της ομοιότητας του σήματος και του μεταγενέστερου σημείου προκαλείται η εσφαλμένη εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που διακρίνονται από αυτά προέρχονται μεν από διαφορετικές επιχειρήσεις, μεταξύ των οποίων όμως υφίσταται οικονομικός, οργανωτικός ή οποιοσδήποτε άλλου είδους σύνδεσμος (βλ. ΑΠ 486/2015 ΔΕΕ 2015.850, ΑΠ 1609/2014, ΧρΙΔ ΙΕΠ387, ΑΠ 1423/2013 ΔΕΕ 2014.229, ΑΠ 344/2013 ΕπισκΕμπΔ 2013.930, ΑΠ 371/2012 ΧρΙΔ IB` 533). Η διαπίστωση της ύπαρξης κινδύνου σύγχυσης βασίζεται στη συνολική εντύπωση που δημιουργείται από τη σύγκριση μεταξύ του σήματος και του μεταγενέστερου σημείου. Εξάλλου, κριτήριο για την αντικειμενική διαπίστωση του κινδύνου σύγχυσης αποτελεί η αντίληψη του μέσου, ενημερωμένου, που έχει τη συνήθη πληροφόρηση και ευλόγως προσεκτικού καταναλωτή (βλ. ΑΠ 160412003 ΕλλΔνη 45. 807, ΔΕΚ C-425/1998, ΕλλΔνη 42.1462, ΔΕΚ C-81/2001 ΕλλΔνη 45. 288, ΕφΑΘ 840/2012 ΔΕΕ 2012.457, ΕφΑΘ 762/2017, ΠΠρΑΘ 2727/2017 ΤΝΠ Νόμος, …, Βιομηχανική Ιδιοκτησία, Αθήνα 2000, σελ. 349-352).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί