Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Πότε καθίσταται αμετάκλητη η εκκλητή αθωωτική απόφαση ποινικού δικαστηρίου κατά της οποίας δεν ασκήθηκε έφεση;

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 504 παρ. 1 εδάφ. πρώτο του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (εφεξής ΚΠΔ), «[ό]ταν ο νόμος δεν ορίζει ειδικά κάτι άλλο, αίτηση αναίρεσης επιτρέπεται μόνο κατά της απόφασης που, όπως απαγγέλθηκε, δεν προσβάλλεται με έφεση και κατά της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που εκδόθηκε ύστερα από άσκηση έφεσης, αν με τις αποφάσεις αυτές το δικαστήριο αποφάνθηκε τελειωτικά για την κατηγορία ή αν έπαυσε οριστικά ή κήρυξε απαράδεκτη την ποινική δίωξη (άρθρο 370)».

Εκ της προεκτεθείσης διατάξεως προκύπτει ότι αίτηση αναίρεσης κατά εκκλητής απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν χωρεί, ακόμη κι αν η εν λόγω απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη με την άπρακτη παρέλευση της προς έφεση προθεσμίας,[1] αφού, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η απόφαση δεν έχει απαγγελθεί ανεκκλήτως από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά έχει απλώς καταστεί ανέκκλητη. Παρατηρητέον, δε, σχετικώς ότι στην Αιτιολογική Έκθεση του Σχεδίου ΚΠΔ αναφέρεται ότι, δεδομένου ότι παρέχεται το ένδικο μέσο της έφεσης, με το οποίο ο δικαιούμενος μπορεί να επιτύχει τόσο τη νομική, όσο και την ουσιαστική επανεξέταση της υπόθεσής του από ανώτερο δικαστήριο, ο τελευταίος οφείλει να καταφύγει κατά πρώτο λόγο σε αυτό το ένδικο μέσο και όχι στον Άρειο Πάγο, που δεν συνιστά τρίτο βαθμό δικαιοδοσίας. Το άρθρο 504 παρ. 1 ΚΠΔ, επομένως, υιοθετεί το σύστημα της χρήσεως των ενδίκων μέσων κατά τρόπο ιεραρχικό. Όπως έχει γλαφυρά ειπωθεί σχετικώς, ο δρόμος της αναίρεσης ανοίγει όταν ο δρόμος της έφεσης είναι κλειστός ή έχει εξαντληθεί.[2]

Παρά τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ωστόσο, άμα τη παρελεύσει της προς έφεση προθεσμίας, η απαγγελθείσα ως εκκλητή αθωωτική απόφαση, εις ην αφορά το παρόν άρθρο, καθίσταται απλώς τελεσίδικη, ουχί αμετάκλητη. Τούτο, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 εδάφ. πρώτο ΚΠΔ, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να ζητήσει την αναίρεση οποιασδήποτε αποφάσεως, συμπεριλαμβανομένης και της αθωωτικής τοιαύτης, οιουδήποτε ποινικού δικαστηρίου, είτε αυτή είναι οριστική είτε παρεμπίπτουσα ή προπαρασκευαστική, ακόμη κι αν απαγγέλθηκε ως εκκλητή,[3] μάλιστα δε για όλους τους αναφερόμενους στο άρθρο 510 ΚΠΔ λόγους. Το περί ου πρόκειται δικαίωμα του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, δηλαδή, δεν υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 504 ΚΠΔ. Η εν θέματι εξαίρεση, δε, οφείλεται στο γεγονός ότι η διάταξη του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠΔ συνιστά ειδικότερη νομοθετική ρύθμιση εν σχέσει προς τη διάταξη του άρθρου 504 ΚΠΔ, στην οποία διαλαμβάνεται ρήτρα υπέρ τυχόν υπαρχούσης ειδικότερης προβλέψεως. Έτσι, η ρύθμιση του άρθρου 505 παρ. 2 ΚΠΔ απωθεί εκείνη του άρθρου 504 ΚΠΔ. Εξ ετέρου, η εξουσία του Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου να ασκήσει αναίρεση κατά εκκλητής αθωωτικής αποφάσεως (σύμφωνα με το άρθρο 505 παρ. 2 ΚΠΔ) δεν περιστέλλεται ούτε από το άρθρο 506 ΚΠΔ, που ορίζει ότι «[τ]ην αναίρεση αθωωτικών αποφάσεων μπορούν να ζητήσουν: α) ο κατηγορούμενος αν αθωώθηκε λόγω έμπρακτης μετάνοιας, β) ο εισαγγελέας του πλημμελειοδικείου, του μεικτού ορκωτού δικαστηρίου ή του εφετείου (κατά τις διακρίσεις του άρθρου 505 παρ. 1 στοιχ. δ΄) αν η αθώωση οφείλεται σε εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης και γ) ο μηνυτής ή εκείνος που άσκησε την έγκληση αν καταδικάστηκαν σε αποζημίωση και στα έξοδα (άρθρ. 71)», καθόσον το μόλις ρηθέν άρθρο δεν εφαρμόζεται στην εξεταζόμενη περίπτωση. Άλλοις λόγοις, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου μπορεί να προβεί στην άσκηση αναιρέσεως κατά αθωωτικής απόφασης, κι ας μην μνημονεύεται ρητώς στο άρθρο 506 ΚΠΔ ως ένα από τα πρόσωπα στα οποία παρέχεται αυτό το δικαίωμα.

Όσον αφορά, περαιτέρω, στην προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κατά εκκλητής αθωωτικής απόφασης, πρέπει να σημειωθεί ότι προ της θέσεως σε ισχύ του Ν. 4274/2014 (ΦΕΚ Α 147/14.7.2014), την έναρξη της εν λόγω τριακονθήμερης προθεσμίας σηματοδοτούσε η δημοσίευση της απόφασης, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνονταν τότε στο άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ. Μετά την τροποποίηση της τελευταίας αυτής διάταξης από το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, ωστόσο, η περί ης πρόκειται προθεσμία εκκινεί από την καταχώριση της σχετικής εκκλητής αποφάσεως στο ειδικό βιβλίο που τηρείται από τη γραμματεία του ποινικού δικαστηρίου.[4] Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 473 παρ. 3 ΚΠΔ, ως έχει τούτο μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4274/2014, η ανωτέρω καταχώριση το μεν συντελείται «εφόσον το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου», το δε «γίνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης».

Ως εκ των προρρηθέντων προκύπτει, επομένως, εάν ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητήσει μεν την περί ης ο λόγος καταχώριση, αλλά αυτή δεν λάβει χώρα εντός διμήνου από τη δημοσίευση της οικείας απόφασης, πολλώ δε μάλλον εάν ο προρρηθείς Εισαγγελέας δεν ζητήσει καν την ως άνω καταχώριση εντός του προλεχθέντος διμήνου, η ανωτέρω συζητούμενη τριακονθήμερη προθεσμία ουδόλως εκκινεί και η εκκλητή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθίσταται αμετάκλητη. Εάν, αντιθέτως, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου ζητήσει την εν θέματι καταχώριση και αυτή συντελεσθεί εντός του τασσομένου προς τούτο διμήνου, η τριακονθήμερη προθεσμία για την παρ’ αυτού άσκηση αναίρεσης κατά της εκκλητής πρωτόδικης απόφασης άρχεται, οπότε πλέον δύο τινά υπάρχουν: Είτε ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου θα ασκήσει εγκαίρως, εντός δηλαδή της προβλεπόμενης τριακονθήμερης προθεσμίας, την εν θέματι αναίρεση, οπότε η εκκλητή απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου θα καταστεί αμετάκλητη αφ’ ης στιγμής ο Άρειος Πάγος απορρίψει την αναίρεση αυτή, είτε ο προλεχθείς Εισαγγελέας δεν θα ασκήσει την ως άνω αναίρεση εντός της τασσομένης προς τούτο τριακονθήμερης προθεσμίας, οπότε η εκκλητή πρωτόδικη απόφαση θα καταστεί αμετάκλητη άμα τη απράκτω παρελεύσει της προθεσμίας ταύτης.

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Ευρωπαϊκού και

Διεθνούς Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Το ίδιο ισχύει και για την περίπτωση κατά την οποία μια απόφαση καθίσταται τελεσίδικη λόγω απόρριψης της κατ’ αυτής ασκηθείσης εφέσεως ως απαράδεκτης ή ανυποστήρικτης. Βέβαια, στην περίπτωση αυτή, σε αίτηση αναίρεσης υπόκειται η απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που απορρίπτει την έφεση ως απαράδεκτη ή ανυποστήρικτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 476 παρ. 2 ΚΠΔ, που αφορά στην απαράδεκτη έφεση, και του άρθρου 501 παρ. 2 ΚΠΔ, που αναφέρεται στην ανυποστήρικτη έφεση. Η παροχή δυνατότητας αναιρέσεως βάσει των ως άνω διατάξεων διαφοροποιείται από τον αναιρετικό έλεγχο στον οποίον υπόκεινται οι αποφάσεις του άρθρου 504 ΚΠΔ. Βλ. σχετικώς Κ. Χατζηιωάννου σε Λ. Μαργαρίτη (επιμ.), Κώδικας Ποινικής Δικονομίας Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμος β΄ (άρθρα 305-603), Νομική Βιβλιοθήκη, 2012, σελ. 2910.

[2] Βλ. Κ. Χατζηιωάννου, ό.π., σελ. 2911 και Λ. Μαργαρίτη, ΠοινΔικ 2002, σελ. 754.

[3] Βλ. ενδεικτικά ΑΠ 1590/2001 ΠΛογ 2001. 2278, ΟλΑΠ 3/2000 ΠοινΔικ 2000.498 = Υπερ 2000.826, ΟλΑΠ 4/2000 ΠοινΔικ 2000.836, ΑΠ 85/1999  ΝοΒ 1999.835, ΑΠ 891/1999 ΝοΒ 1999.1474.

[4] Κατά το άρθρο 10 του Ν. 4274/2014, «[σ]την τρίτη παράγραφο του άρθρου 473 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας προστίθενται εδάφια ως εξής: «Στο ειδικό αυτό βιβλίο καταχωρούνται καθαρογραμμένες και οι αποφάσεις των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων, που, όπως απαγγέλθηκαν, προσβάλλονται με έφεση, εφόσον το ζητήσει ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου. Η προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης από τον εισαγγελέα αρχίζει από την καταχώρηση αυτή, η οποία γίνεται εντός δύο μηνών από τη δημοσίευση της απόφασης.»». Βλ. σχετικώς ΑΠ 1512/2016 (ΠΟΙΝ), ΑΠ 185/2015 (ΠΟΙΝ) και ΑΠ 670/2015 (ΠΟΙΝ) στη ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί