Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Προϋποθέσεις ένστασης εικονικότητας

Απόσπασμα από την υπ” αρ. 478/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά περί εικονικότητας (υπόθεση το γραφείου μας, χειρισμός υπόθεσης Μαρία Τζαβέλα, βλ. το κείμενο της απόφασης πατώντας εδώ):

Η εικονικότητα δικαιοπραξίας μπορεί είτε να αποτελέσει αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής είτε να προβληθεί ως ένσταση σε αγωγή ή άλλο ένδικο βοήθημα στηριζόμενα στην ισχύ της δικαιοπραξίας που, κατ’ ένσταση, προτείνεται ότι είναι εικονική. Η εικονικότητα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, μπορεί όμως να προταθεί από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον. Για το ορισμένο της ένστασης, είναι αρκετή η αναφορά στον όρο «εικονικότητα» και δεν είναι αναγκαία η αναφορά στα επιμέρους στοιχεία της. Προϋποθέσεις της εικονικότητας είναι: α) ένταξη του αντικειμένου της εικονικότητας εντός του χώρου της ιδιωτικής αυτονομίας, β) έλλειψη βούλησης ισχύος και βούληση δημιουργία φαινομένου, γ) η συμφωνία ή τουλάχιστον η γνώση του αντισυμβαλλομένου ή του λήπτη της δήλωσης βούλησης επί απευθυντέων δικαιοπραξιών ή αν πρόκειται περί μη απευθυντέων, η γνώση του ωφελουμένου από αυτήν. Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, γίνεται δεκτό ότι δεν είναι επιδεκτικές εικονικότητας πράξεις δημοσίου δικαίου της δημόσιας αρχής (λ.χ. παραχώρηση ακινήτου σε άλλο πρόσωπο από το φαινόμενο) και δικαιοπραξίες όπου παρεμβάλλεται η δημόσια αρχή όχι απλώς προς πιστοποίηση ή καταχώριση βουλήσεων ιδιωτών (λχ. επί καθιερώσεως τύπου σε τυπικές δικαιοπραξίες, επί καταχωρίσεως σε μητρώα και βιβλία, λ.χ. επί Α.Ε., ΕΠ.Ε., Ο.Ε., σωματείων κ.λπ.), όπου η εικονικότητα είναι βεβαίως δυνατή, αλλά προς εκδήλωση ιδίας δράσης (λ.χ. εικονική δίκη). Η αντιμετώπιση των τελευταίων περιπτώσεων εντάσσεται, κυρίως, στην προβληματική της καταστρατήγησης κανόνων δικαίου (οράτε Ενστάσεις κατά τον ΑΚ, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη σ. 62 και τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Η εικονική δικαιοπραξία είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 138 § 1 άκυρη. Η αξιολογική βάση της ακυρότητας έγκειται στη λειτουργία της αρνητικής διάστασης της αρχής της ιδιωτικής αυτονομίας. Επομένως διαφέρει από τις ακυρότητες που έχουν ως αξιολογική βάση τον περιορισμό της ιδιωτικής αυτονομία (λ.χ. ΑΚ 174,178) ή την αντιμετώπιση ελαττωμάτων στη δήλωση βούλησης (λ.χ. ΑΚ 140 επ., 147 επ.). Η ακυρότητα είναι απόλυτη ενεργητικά, υπό την έννοια ότι μπορεί να προταθεί από όλους όσοι δικαιολογούν έννομο συμφέρον, αλλά σχετική παθητικά, υπό την έννοια ότι αντιτάσσεται μόνο κατά των τρίτων που γνώριζαν την εικονικότητα (ΑΚ 139). Η επίκληση της εικονικότητας και η έννομη συνέπεια της ακυρότητας προστατεύει, κατά περίπτωση, είτε τους εικονικά δικαιοπρακτήσαντες είτε τους τρίτους. Όταν οι τρίτοι επικαλούνται την εικονικότητα για να επέλθει η έννομη συνέπεια της ακυρότητας (λ.χ. δανειστές που επικαλούνται εικονική μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου για να το κατάσχουν), δεν εξετάζεται η γνώση ή άγνοιά τους, σε αντίθεση με την περίπτωση των τρίτων που επικαλούνται την ΑΚ 139. Ως προς την αναγνώριση της εικονικότητας δικαιοπραξίας που αφορά ακίνητο εφαρμόζεται η ΑΚ 1202. Από δικονομικής πλευράς, η αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας εικονικής δικαιοπραξίας δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, ενώ, κατά την κρατούσα στη νομολογία άποψη, δεν είναι εγγραπτέα στα βιβλία διεκδικήσεων λόγω της ενοχικής της φύσεως, εκτός αν σωρεύεται με διεκδικητική αγωγή. Το βάρος απόδειξης έχει ο επικαλούμενος την εικονικότητα. Ως μέσα απόδειξης, χρησιμοποιούνται κυρίως τα αντέγγραφα αλλά και οι μάρτυρες, υπό τις προϋποθέσεις της ΚΠολΔ 394 § 1. Περιπτώσεις στις οποίες γίνεται δεκτό ότι υπάρχει αδυναμία, φυσική ή ηθική, κτήσης αντεγγράφου είναι, όταν η εικονικότητα επιχειρείται προς καταστρατήγηση κανόνων δικαίου, ιδίως για να καλυφθεί ανήθικη ή παράνομη δικαιοπραξία, αφού, επί καταρτίσεως αντεγγράφου, θα υπήρχε δυνατότητα αποκάλυψης της καταστρατήγησης, η οποία, εν πάση περιπτώσει, ενδιαφέρει τη δημόσια τάξη και όταν υπάρχει μεταξύ των εικονικά συμβληθέντων σχέση εμπιστοσύνης ή ψυχικής εξάρτησης, οπότε υπάρχει ηθική αδυναμία, ιδίως όταν πρόκειται για συζύγους, πρόσωπα που ζουν σε ελεύθερη ένωση ή συνοικούν, πρόσωπα που συνδέονται με μνηστεία, ερωτικό δεσμό, φιλία, πνευματική σχέση (κουμπάροι λόγω γάμου ή βάπτισης), συγγενείς, πρόσωπα με σωματική ή ψυχική εξάρτηση από άλλα, όχι όμως όταν εξαιτίας της συμπεριφοράς των μερών, μολονότι γενικά υπάρχει κάποια από τις παραπάνω σχέσεις, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν συντρέχει ηθική αδυναμία, λόγω κακών σχέσεων ή καχυποψία. Η έμμεση απόδειξη ή διά τεκμηρίων απόδειξη, θα είναι το μοναδικό μέσο απόδειξης, αν δεν έχει συνταχθεί αντέγγραφο και δεν επιτρέπονται ή δεν υπάρχουν μάρτυρες, ενώ ενισχύει, σε κάθε περίπτωση, την απόδειξη με μάρτυρες. Ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζει, στο σημείο αυτό, η διερεύνηση των κινήτρων των μερών. Ως τεκμήρια, μπορούν να χρησιμεύσουν γεγονότα, όπως η μη καταβολή τιμήματος επί πωλήσεως, η συγγενική και οικονομική κατάσταση των μερών, για να συναχθεί καλυπτόμενη δωρεά ή εικονικότητα εταιρείας, η καταβολή τιμήματος από άλλο πρόσωπο για να συναχθεί εικονικότητα περί το πρόσωπο, όχι όμως αναγκαστικά, αφού μπορεί να υπάρχει εντολή και παρένθεση προσώπου, η αναγραφή ποσού ίσου ακριβώς με την αντικειμενική αξία, ενώ η αγοραία είναι φανερά υψηλότερη, για να συναχθεί εικονικότητα περί το τίμημα και το κατάχρεο πρόσωπο, σε συνδυασμό με τον χρόνο της σύναψης σύμβασης για να συναχθεί εικονικότητα πώλησης περιουσιακών στοιχείων. Ο αναιρετικός έλεγχος επικεντρώνεται, κυρίως, στην ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου (ΚΠολΔ 559 αρ. I), περιλαμβανόμενων και των ΑΚ 173 και 200, και στην εκ πλαγίου παράβαση κανόνων δικαίου, ιδίως επί ανεπαρκούς η αντιφατικής αιτιολογίας. Η εικονικότητα της δικαιοπραξίας που είναι η αιτία μεταβίβασης συνεπάγεται την ακυρότητα της μεταβίβασης, όταν η δικαιοπραξία είναι αιτιώδης, μόνο όμως αν η εικονικότητα είναι απόλυτη, διότι αν είναι σχετική πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω αν η καλυπτόμενη δικαιοπραξία είναι έγκυρη στο μέτρο που αυτή, ως αιτία, μπορεί να στηρίξει τη μεταβίβαση (λ.χ. επί μεταβίβασής ακινήτου εικονικώς μεν λόγω πωλήσεως με καλυπτόμενη δικαιοπραξία όμως λόγω δωρεάς. Αναλόγως, ισχύουν τα ανωτέρω επί παρεπόμενης συμβάσεως (λ.χ. εγγυήσεως) (οράτε Ενστάσεις κατά τον ΑΚ, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη σ. 64-66 και τις εκεί παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι πρόκειται περί σχετικής εικονικότητας δηλαδή ότι υπάρχει καλυπτόμενη δικαιοπραξία υπό την εικονική, αποτελεί, κατά την ορθή και πλέον κρατούσα γνώμη, αντένσταση (οράτε ΟλΑΠ 32/1998 ΝοΒ 1999 σ. 751, Ενστάσεις κατά τον ΑΚ, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη σ. 68). Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 138 εδάφιο α” ΑΚ με εκείνη της διάταξης του άρθρου 180 ΑΚ, κατά την οποία η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, προκύπτει ότι η εικονική δικαιοπραξία είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι απόλυτη και, έτσι μπορεί να προταθεί όχι μόνο από τους συμβαλλομένους, αλλά και από οποιονδήποτε τρίτο που έχει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ, έννομο συμφέρον να αποκαλύψει την ανυπαρξία της δικαιοπραξίας, αλλά και εναντίον τρίτων οι οποίοι τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας και συναλλάχθηκαν με εκείνον που απέκτησε ακύρως δικαιώματα από την εικονική δικαιοπραξία, επισύρει δε αναγκαίως και την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της. Περαιτέρω, ο επικαλούμενος την εικονικότητα και τη συνακόλουθη ακυρότητα της δικαιοπραξίας, βαρύνεται, κατά την διάταξη του άρθρου 338 § 1 ΚΠολΔ, με την απόδειξή της. Στη συγκεκριμένη δε περίπτωση, αρκεί η απόδειξη για το ότι η δικαιοπραξία είναι εικονική, δηλαδή ότι έγινε όχι στα σοβαρά, αλλά κατά το φαινόμενο μόνο, στην οποία απόδειξη εμπεριέχεται σιωπηρά και έμμεσα η επιταγή προς απόδειξη όλων εκείνων των γεγονότων π.χ., ως προς την καταβολή ή όχι του πράγματι του τιμήματος, ως προς την αγοραία αξία του ακινήτου κ.α. τα οποία με την απόδειξή τους, οδηγούν, συμπερασματικά, σε απόδειξη των πιο πάνω αποδεικτέων. Η απόδειξη, δηλαδή, στρέφεται κατά του κύρους της πράξης με βάση τους ορισμούς του ουσιαστικού δικαίου που έγινε χωρίς πρόθεση παραγωγής διαφορετικών προς εκείνα της φαινόμενης δικαιοπραξίας αποτελεσμάτων. Τα δημόσια έγγραφα, τέλος, μεταξύ των οποίων και τα πωλητήρια συμβόλαια μπορούν να προσβληθούν κατά το περιεχόμενο τους, δηλαδή, ως προς την περιεχόμενη σε αυτά σύμβαση πώλησης, ως εικονικά, αφού αυτό δεν αποτελεί ανταπόδειξη κατά του κύρους του περιεχομένου τους, αλλά προσβολή του κύρους της δήλωσης βούλησης των συμβαλλομένων μερών (οράτε ΑΠ 1988/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑΘ 1751/2013 ΕλλΔνη 2014 σ. 813).

Να σημειωθεί ότι στη συγκεκριμένη υπόθεση, το αστικό δικαστήριο παρέπεμψε αυτεπάγγελτα την υπόθεση στην αρμόδια Εισαγγελία προκειμένου να διερευνηθεί η τέλεση των αξιόποινων πράξεων της έκδοσης και αποδοχής εικονικού φορολογικού στοιχείου εκ μέρους των διαδίκων.

Ευγενία Φωτοπούλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί