Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Σχέση της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ με την ακυρωτική ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ

Το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως έχει διαμορφωθεί και ισχύει (με έσχατη τροποποίηση αυτή που χώρησε με το άρθρο 207 παρ. 4 του Ν. 4512/2018), ορίζει ότι «Ύστερα από ανακοπή του επισπεύδοντος ή του καθ’ ου η εκτέλεση ή οποιουδήποτε άλλου έχει έννομο συμφέρον, το αρμόδιο κατά το άρθρο 933 δικαστήριο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., μπορεί να διατάξει τη διόρθωση της έκθεσης, ιδίως ως προς την περιγραφή του κατασχεθέντος, την εκτίμηση και την τιμή πρώτης προσφοράς. Η ανακοπή είναι απαράδεκτη αν δεν κατατεθεί το αργότερο δεκαπέντε (15) εργάσιμες ημέρες πριν από την ημέρα του πλειστηριασμού. Η απόφαση πρέπει να δημοσιεύεται έως τις 12:00 το μεσημέρι της όγδοης πριν από τον πλειστηριασμό ημέρας και αναρτάται την ίδια ημέρα με επιμέλεια της γραμματείας στην ιστοσελίδα δημοσιεύσεων πλειστηριασμών του Δελτίου Δικαστικών Δημοσιεύσεων του Τομέα Ασφάλισης Νομικών του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολουμένων».

Όπως παρατηρείται από τη Γέσιου-Φαλτσή[1], η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ δεν μπορεί να εξομοιωθεί με τις ανακοπές του άρθρου 933 ΚΠολΔ, διότι δεν προσβάλλει το κύρος των πράξεων εκτέλεσης, ούτε οδηγεί σε ακύρωση της κατάσχεσης. Στο πλαίσιο των δικών περί την εκτέλεση εν γένει, η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ συνιστά ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα που διέπεται από ειδική ρύθμιση τόσο ως προς τη νομιμοποίηση, τους λόγους και το αίτημά της, όσο και ως προς την τηρητέα διαδικασία και επιδιώκει δικούς της σκοπούς, ιδίως την επίτευξη του μεγαλύτερου δυνατού πλειστηριάσματος.

Η διεύρυνση των λόγων και του αντικειμένου της ανακοπής για τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης (954 παρ. 4 ΚΠολΔ), μετά το άρθρο 4 παρ. 7 του Ν. 2298/1995, προκάλεσε το ερώτημα της σχέσεώς της με την ανακοπή του άρθρου 933. Το ζήτημα προέκυψε, όπως είναι ευνόητο, διότι ορισμένοι από τους λόγους της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ θα μπορούσαν να αποτελούν συγχρόνως και λόγους ανακοπής του άρθρου 933. Πρακτικά αξιόλογο παράδειγμα αποτελούν οι λόγοι που αφορούν στην ακρίβεια της περιγραφής του κατασχεμένου (954 παρ. 2 εδ. α΄ αρ. α΄). Σύμφωνα με μία γνώμη[2], η ανακοπή του άρθρου 933, ως προς τους λόγους που εμπίπτουν στο νέο άρθρο 954 παρ. 4 και αφορούν ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, έχει πλέον καταργηθεί. Για λόγους επιταχύνσεως της εκτελεστικής διαδικασίας, αποκλειστικό ένδικο βοήθημα κατά της κατασχετήριας έκθεσης, με βάση τους ανωτέρω λόγους, είναι μετά το Ν. 2298/1995 μόνον η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4. Κατ’ αντίθετη άποψη[3], αφού λόγοι ακυρότητας της κατάσχεσης δεν προβάλλονται με την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4, η τελευταία δεν μπορεί να αναπληρώσει, ούτε να υποκαταστήσει την ανακοπή του άρθρου 933. Η ανακοπή αυτή, ως γενικό ένδικο βοήθημα κατά των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, δεν μπορεί να έχει θιγεί από την τροποποίηση του άρθρου 954 παρ. 4∙ και μπορεί, συνεπώς, να ασκηθεί κατά της κατασχέσεως, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της. Όπως επισημαίνεται από τη Γέσιου-Φαλτσή, ορθή είναι η δεύτερη ερμηνεία. Δεν ανήκε στην πρόθεση των συντακτών του Ν. 2298/1995 η ανατροπή του συστήματος των ανακοπών του άρθρου 933. Η διεύρυνση του αντικειμένου της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 προέκυψε απλώς και μόνον από την κατάργηση της αιτήσεως για τη διόρθωση του προγράμματος πλειστηριασμού (καταργηθέν άρθρο 961) και από την ανάγκη της λειτουργικής υποκαταστάσεώς της όχι από την επιδίωξη συνολικής καταργήσεως των λόγων ανακοπής για την ακύρωση της κατασχέσεως, εφόσον συντρέχουν οι όροι της[4].

Με βάση το νέο άρθρο 954 παρ. 4 προσφέρονται ήδη στον καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη, ή τους άλλους δανειστές του, διευρυμένες, και μάλιστα διαβαθμισμένες εναλλακτικές δυνατότητες, όταν η κατασχετήρια έκθεση εμφανίζει ελλείψεις: είτε να ασκήσουν την ανακοπή του άρθρου 933 και να επιδιώξουν την ακύρωση της κατασχέσεως, εφόσον υπάρχουν οι προϋποθέσεις της, αποδεικνύοντας δηλαδή την ύπαρξη δικονομικής βλάβης, είτε να ασκήσουν την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 και να επιδιώξουν τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης. Σύμφωνα με την ορθή άποψη, που ακολουθεί πλέον παγίως και η νομολογία, όταν υπάρχει δικονομική βλάβη, που δεν είναι δυνατό να θεραπευθεί παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας, εξακολουθεί να μπορεί να ασκηθεί από τον οφειλέτη η ανακοπή του άρθρου 933 (όταν λ.χ. υπάρχουν ελαττώματα, των οποίων η ίαση δεν είναι εφικτή με απλή διόρθωση, όπως όταν η περιγραφή του κατασχεμένου είναι τόσο ατελής, ώστε να υπάρχει κίνδυνος συγχύσεως ως προς την ταυτότητά του)[5]. Εάν, όμως, μια τέτοια δικονομική βλάβη δε θα μπορεί να είναι νοητή, διότι υπάρχει η δυνατότητα επαρκούς θεραπείας των ελλείψεων της κατασχετήριας έκθεσης με τη διόρθωση κατά το άρθρο 954 παρ. 4, όπως συμβαίνει σε περίπτωση εσφαλμένης εκτιμήσεως της αξίας του κατασχεμένου και της τιμής πρώτης προσφοράς[6], δεν μπορεί πλέον να ευδοκιμήσει η ανακοπή του άρθρου 933[7], αλλά αποκλειστικά και μόνο η ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4. Έτσι, σύμφωνα με τη νομολογία[8], η παράλειψη ασκήσεως της ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 δεν είναι λόγος ικανός για να επιτραπεί η άσκηση της ανακοπής του άρθρου 933. Εξάλλου, είναι επίσης ευνόητο ότι ο επισπεύδων δανειστής έχει στη διάθεσή του μόνο την ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4. Αυτός ο τελευταίος, μολονότι δεν έχει δικαίωμα να επιδιώξει την ακύρωση της κατασχέσεως που ο ίδιος επέβαλε, μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης δυνάμει της ρητής διάταξης του νέου άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ.            

Σύστοιχα με τα ανωτέρω, παρατηρείται από τη Βαφειάδου ότι[9] «Στην ιδιαίτερη ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ εφαρμόζεται η διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με στόχο την επιτάχυνση της διαδικασίας εκδικάσεώς της, πλην όμως πρόκειται για ιδιαίτερο ένδικο βοήθημα που δεν εξομοιώνεται με τις ανακοπές του άρθρου 933 ΚΠολΔ (ΜΠρΑμαλ 514/2010 ΕφΑΔ 2011, 94, παρατ. Η. Ηλιακόπουλου). Έχει απασχολήσει τη θεωρία και τη νομολογία το ζήτημα, αν η κατά το άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ διορθωτική ανακοπή έχει αποκλείσει την άσκηση της κατά το άρθρο 933 ΚΠολΔ ακυρωτικής ανακοπής. Σύμφωνα με την άποψη που επικρατεί, η άσκηση της κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ ακυρωτικής ανακοπής δικαιολογείται, μόνον αν υπάρχουν ιδιαίτερα σοβαρές ελλείψεις της κατασχετήριας έκθεσης, που δεν επιδέχονται ίαση με απλή διόρθωση δυνάμει της κατ’ άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ διορθωτικής ανακοπής. Για την παραδεκτή όμως άσκηση της ακυρωτικής ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ απαιτείται η συνδρομή του στοιχείου της βλάβης του ανακόπτοντος, δικονομικής ή περιουσιακής, που δεν μπορεί να αποκατασταθεί διαφορετικά, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας [Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (Νικολόπουλος), Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, άρθρο 954, 1842, ΑΠ 1687/2005 ΕλλΔνη 2008, 1031, ΑΠ 1497/2003 ΧρΙΔ 2004, 239, ΕλλΔνη 2004, 433, ΜΠρΤριπ 193/2011, ΝΟΜΟΣ)]. Άλλη σημαντική διαφορά μεταξύ της ακυρωτικής ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ και της διορθωτικής ανακοπής του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ είναι, ότι ενώ ο επισπεύδων δανειστής δεν έχει δικαίωμα να επιδιώξει (δυνάμει της ΚΠολΔ 933), την ακύρωση της κατάσχεσης που ο ίδιος επέβαλε, μπορεί να ζητήσει τη διόρθωση της κατασχετήριας έκθεσης, δυνάμει της ρητής διάταξης του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ (Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως – Ειδικό Μέρος, έκδ. 2001, 209 επ.). Πάντως, αν η διορθωτική ανακοπή του άρθρου 954 παρ. 4 ΚΠολΔ απορριφθεί, δεν επιτρέπεται η μεταγενέστερη άσκηση ακυρωτικής ανακοπής του άρθρου 933 για την ίδια πλημμέλεια [Κ. Κεραμεύς/Δ. Κονδύλης/Ν. Νίκας (Νικολόπουλος), Ερμηνεία ΚΠολΔ, έκδ. 2000, άρθρο 954, 1843, ΜΠρΤρικ 513/2002 Αρμ 2003, 253]».

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως ΙΙ/α, Ειδικό Μέρος, Β΄ έκδοση, Εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2017, σελ. 236-239, με περαιτέρω εκτενείς παραπομπές.

[2] Βλ. Γιαννούλη, Δ 26 (1995), σελ. 882 (890-891), Μάζη, Εισήγηση στον τόμο Το νέο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, 1996, σελ. 86-87, Βαθρακοκοίλη, Ε΄, άρθρο 954, αρ. 18, σελ. 712.

[3] Βλ. Νικολόπουλο, Παρέμβαση στον τόμο Το νέο δίκαιο της αναγκαστικής εκτελέσεως, 1996, σελ. 139, ΜονΠρωτΛαρ 171/2002, ΑρχΝ ΝΔ΄ (2003), σελ. 273.

[4] Βλ. Μπαμπινιώτη, Παρατηρήσεις, ΕΠολΔ 2009, σελ. 361 επ.. Βλ. σχετικά ΑΠ 1497/2003, ΝοΒ 52 (2004), σελ. 790 = ΧρΙΔ 4 (2004), σελ. 239 = ΕλλΔικ 45 (2004), σελ. 433, ΑΠ 1687/2005, ΕλλΔικ 49 (2008), σελ. 1028, με σημ. Ι. Ν. Κατρά = ΧρΙΔ 6 (2006), σελ. 243, με ενημ. σημ. Ε.Ν., ΜονΠρΛαρ 171/2002, όπ.π..

[5] Βλ. ΑΠ 1497/2003, όπ.π., ΑΠ 1687/2005, όπ.π., ΕφΠειρ 824/2004, ΕλλΔικ 47 (2006), σελ. 863, ΜονΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ ΝΓ΄ (2002), σελ. 476, ΜονΠρΤρικ 78/2001, Αρμ ΝΕ΄ (2001), σελ. 390, με ενημ. σημ. Π.Σ.Α., ΜονΠρΛαρ 171/2002, όπ.π., ΜΠΑ 3234/2007, ΕφΑΔ 1 (2008), σελ. 114, με παρατ. Πουρνάρα, ΜονΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ ΞΒ΄ (2008), σελ. 1085, με ενημ. σημ. Α.Ε.Τ., ΜονΠρΖακυνθ 27/2014, ΕφΑΔ 9 (2016), σελ. 431, ΜονΠρΛαμ 78/2016, ΕΠολΔ 2016, σελ. 455, με σημ. Κατηφόρη, ΕιρΚατ 256/2013, Αρμ ΞΘ΄ (2015), σελ. 100, με σχόλια Α. Άνθιμου.

[6] Βλ. ΕφΑθ 7541/2003, ΕλλΔικ 46 (2005), σελ. 221, ΜονΠρΤρικ 78/2001, Αρμ ΝΕ΄ (2001), σελ. 390, με ενημ. σημ. Π.Σ.Α., ΜΠΑ 3489/2009, ΕΠολΔ 2009, σελ. 360, με παρατ. Μπαμπινιώτη, ΜονΠρΘεσσ 10811/2014, Αρμ ΞΘ΄ (2015), σελ. 99, ΕιρΚατ 256/2013, Αρμ ΞΘ΄ (2015), σελ. 100, με σχόλια Α. Άνθιμου. Τέτοιο σφάλμα υπάρχει, για τη διόρθωση του οποίου εφαρμογής τυγχάνει το άρθρο 954 παρ. 4, και όταν ο δικαστικός επιμελητής έχει προβεί σε ενιαία εκτίμηση της αξίας περισσοτέρων αντικειμένων, ενώ πρέπει να γίνει ξεχωριστή εκτίμηση για το κάθε αυτοτελές αντικείμενο, όπως και ξεχωριστός καθορισμός της τιμής της πρώτης προσφοράς. Βλ. ΜονΠρΑγρ 500/2001, ΑρχΝ ΝΓ΄ (2002), σελ. 476, ΜονΠρΘεσσ 48223/2007, Αρμ ΞΒ΄ (2008), σελ. 1085, με ενημ. σημ. Α.Ε.Τ..

[7] Βλ. ΑΠ 1497/2003, όπ.π., ΑΠ 1687/2005, όπ.π., ΕφΛαρ 766/2002, Δικογραφία 2003, σελ. 210, ΕφΠειρ 824/2004, όπ.π., ΜονΠρΤρικ 78/2001, όπ.π., ΜονΠρΛαρ 1812/2004, Δικογραφία 2005, σελ. 153, ΜονΠρΒολ 2398/2004, ΑρχΝ ΝΣΤ΄ (2005), σελ. 185, ΜονΠρΘεσσ 15126/2006, ΧρΙΔ 6 (2006), σελ. 626, ΜονΠρΡοδ 2358/2009, ΜονΠρΤριπ 358/2009, ΜονΠρΛαμ 1761/2009, ΜονΠρΤριπ 193/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ. Βλ. και Τ. Α. Αθανασόπουλο, Η αναγκαστική εκτέλεση μετά το Ν. 4335/2015 & οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί μετά το Ν. 4512/2018, 2018, σελ. 311.

[8] Βλ. ΑΠ 1687/2005, όπ.π., ΜονΠρΑμφ 15/2008, ΝοΒ 57 (2009), σελ. 2151: ακόμη και όταν υπάρχει ισχυρισμός για τη μεγάλη δυσαναλογία ανάμεσα στην εκτίμηση της αξίας του κατασχεμένου και της πραγματικής αξίας του, που προκαλεί σημαντική οικονομική ζημία στον καθ’ ου η εκτέλεση.

[9] Βλ. Π. Βαφειάδου σε Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 2529-2530 (υπό άρθρο 954).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί