Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δύναται να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η προσωρινή αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου

Από τις διατάξεις των άρθρων 731, 732 και 692 παρ. 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει δικαίωμα να διατάξει ως ασφαλιστικό μέτρο κάθε πρόσφορο κατά την κρίση του μέτρο που επιβάλλεται από τις περιστάσεις και αποσκοπεί στην εξασφάλιση ή διατήρηση του δικαιώματος ή τη ρύθμιση της κατάστασης, υπό την προϋπόθεση ότι το ασφαλιστικό μέτρο δεν άγει στην ικανοποίηση του δικαιώματος. Σύμφωνα με την άποψη που κρατεί στη θεωρία[1] και τη νομολογία[2], η υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του ακύρως απολυθέντος δε συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου, αφού με το περί ου ο λόγος ασφαλιστικό μέτρο αναστέλλεται προσωρινά η εκτέλεση της απόφασης του εργοδότη εωσότου εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή ή τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί της αγωγής του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση[3].

Ειδικότερα, η προσφυγή από τον εργαζόμενο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων για την προσωρινή ρύθμιση κατάστασης από τη βλαπτική μεταβολή της σύμβασης εργασίας είναι εύλογη και ανταποκρίνεται στους σκοπούς και στις προϋποθέσεις της διαδικασίας αυτής, προκειμένου ν’ αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος από την παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη, η οποία επιφέρει επαχθείς συνέπειες για τον εργαζόμενο και δε δημιουργεί (η προσφυγή στη διαδικασία αυτή) αμετάκλητη κατάσταση. Η ασφαλιστέα αξίωση δεν εξαντλείται σε μία εφάπαξ παροχή, αλλά αποτελεί ειδικότερη εκδήλωση μιας διαρκούς έννομης σχέσης, που τίθεται σε προσωρινή λειτουργία[4]. Επίσης, η περί ασφαλιστικών μέτρων απόφαση δεν αποστερεί το διάδικο από τη δίκαιη εκδίκαση της υπόθεσης, εντός των πλαισίων και με τις εγγυήσεις της τακτικής διαγνωστικής διαδικασίας, αφού σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 695 ΚΠολΔ, έχει προσωρινή μόνο ισχύ και δεν επηρεάζει την κύρια υπόθεση[5]. Άλλωστε, μετά τη δια του άρθρου 32 παρ. 4 του Ν. 2172/1993 κατάργηση της διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 692 ΚΠολΔ (που είχε προστεθεί με το άρθρο 23 του Ν. 1941/1991 και αντικατασταθεί με την παρ. 4 του άρθρου 28 του Ν. 2085/1992), η οποία απαγόρευε την ικανοποίηση αιτήματος αποδοχής από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου με ασφαλιστικά μέτρα, επετράπη ήδη να διαταχθεί ως ασφαλιστικό μέτρο η προσωρινή αποδοχή από τον εργοδότη των υπηρεσιών του εργαζομένου. Δημιουργήθηκε, δηλαδή, ισχυρό νομοθετικό έρεισμα υπέρ της άποψης ότι η υποχρέωση του εργοδότη να εξακολουθήσει να αποδέχεται προσωρινά την εργασία εκείνου που πιθανολογείται ότι ακύρως απολύθηκε, δε συνιστά ικανοποίηση του δικαιώματος του εργαζομένου για την κύρια υπόθεση, διότι διαφορετικά δε θα υπήρχε λόγος να καταργηθεί η ανωτέρω απαγορευτική του εν λόγω μέτρου διάταξη.

Προσέτι, η προσωρινή ρύθμιση κατάστασης επιτρέπει να διατηρηθεί ζωντανή η υπηρεσιακή κατάσταση του μισθωτού μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της κυρίας δίκης, χωρίς να δημιουργείται, ως ήδη ελέχθη, αμετάκλητη κατάσταση, καθώς η κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων εκδιδομένη απόφαση είναι προσωρινής ισχύος και βραχύβια και δεν επηρεάζει την έκβαση της κυρίας υπόθεσης[6]. Άλλως ειπείν, με τη λήψη του συγκεκριμένου ασφαλιστικού μέτρου, διατηρείται ή τίθεται σε προσωρινή λειτουργία η εριζόμενη έννομη σχέση και αποτρέπεται η απονέκρωσή της, η οποία ενέχει τον κίνδυνο αμετάκλητων αποφάσεων σε βάρος του εργαζομένου[7]. Άλλωστε, το αίτημα του μισθωτού να ανέχεται ο εργοδότης προσωρινά τις υπηρεσίες του δε συνιστά καταδίκη του καθ’ ου – εργοδότη σε δήλωση βουλήσεως (άρθρο 949 ΚΠολΔ), για την οποία έχει, βάσιμα, υποστηριχθεί, πως δεν μπορεί να χωρήσει με ασφαλιστικά μέτρα[8], καθόσον, με το ανωτέρω αίτημα, δε ζητείται να συναινέσει ο εργοδότης στην κατάρτιση νέας σύμβασης εργασίας που, ασφαλώς, θα συνιστούσε καταδίκη του σε δήλωση βουλήσεως, αποκρουόμενη κατά τα προαναφερόμενα, αλλά, αντιθέτως, ζητείται να υποχρεωθεί αυτός να αποδέχεται προσωρινά την εργασία του αιτούντος – μισθωτού με τους εν γένει όρους εργασίας που ίσχυαν πριν την καταγγελία.

Τέλος, πρέπει, να παρατηρηθεί ότι η άποψη που, γενικά και χωρίς ουδεμία εξαίρεση, αρνείται την παροχή προσωρινής έννομης προστασίας, επιρρίπτει τους κινδύνους από την καθυστέρηση της απονομής της δικαιοσύνης αποκλειστικά στον εργαζόμενο, ενώ η άποψη που δέχεται ότι είναι νόμιμη η λήψη ασφαλιστικών μέτρων με περιεχόμενο την υποχρέωση του εργοδότη να αποδέχεται προσωρινά τις υπηρεσίες του εργαζομένου επιδιώκει μια δίκαιη κατανομή των κινδύνων που απορρέουν από την αβέβαιη έκβαση του δικαστικού αγώνα. Τη δίκαιη αυτή κατανομή, εξασφαλίζουν οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την παροχή προσωρινής δικαστικής προστασίας. Στο πλαίσιο αυτό, ο δικαστής οφείλει να σταθμίσει τα συγκρουόμενα συμφέροντα του αιτούντος και του καθ’ ου η αίτηση και η στάθμισή τους θα εξαρτηθεί από την εκτίμηση όλων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Ενόψει, λοιπόν, των ανωτέρω αναπτύξεων, δικαιολογείται προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης προκειμένου να υποχρεωθεί ο εργοδότης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης στην κύρια δίκη επί αγωγής για τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τη διάγνωση του δικαιώματος του μισθωτού για πραγματική απασχόληση[9]. Μάλιστα, η λύση αυτή αρμόζει τόσο στην προστασία που παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο και, δη, το Σύνταγμα στην προσωπικότητα και στο δικαίωμα εργασίας του μισθωτού, όσο και στην έννοια των ασφαλιστικών μέτρων[10], χωρίς να πρέπει να τίθεται με δικαστική απόφαση σε χειρότερη μοίρα το ένα από τα υποκείμενα της εργασιακής σχέσης και της δίκης, διότι τούτο επίσης προσκρούει στο Σύνταγμα και στις γενικές αρχές του δικαίου, που σε δεδομένο δημοκρατικό πολίτευμα έχουν ταχθεί για την προστασία και εξισορρόπηση των αμοιβαίων συμφερόντων[11].

Ωστόσο, σημειούται ότι, σποραδικά, έχει υποστηριχθεί στη νομολογία και η αντίθετη άποψη[12], συνιστάμενη στο ότι δεν είναι νόμιμη η αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ο μισθωτός, μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ζητεί να υποχρεωθεί ο εργοδότης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση στην κύρια δίκη επί αγωγής την οποία άσκησε ή πρόκειται να ασκήσει ο μισθωτός για τη δικαστική αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τη διάγνωση του σχετικού του δικαιώματος για πραγματική απασχόληση, με το σκεπτικό ότι η παραδοχή της σχετικής αίτησης θα οδηγούσε ευθέως και αμέσως στην αναβίωση και ενεργοποίηση της εριζόμενης εργασιακής σχέσης καθώς και σε απόλαυση (συνήθως για μεγάλο χρονικό διάστημα) του ασφαλιστέου ουσιαστικού δικαιώματος για απασχόληση, χωρίς τούτο να προβλέπεται από το άρθρο 728 ΚΠολΔ ή από άλλη διάταξη ουσιαστικού δικαίου. Προσέτι, κατά την ανωτέρω μειοψηφική θέση, η παραδοχή της σχετικής αίτησης θα ισοδυναμούσε με καταδίκη του εργοδότη σε επαναπρόσληψη του μισθωτού, όπερ προϋποθέτει κατά το νόμο τελεσίδικη δικαστική αναγνώριση της άκυρης καταγγελίας (άρθ. 23 παρ. 2 ν. 1264/1982) και θα εξουδετέρωνε τις έννομες συνέπειες της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης, τις οποίες ο νομοθέτης θέλησε να είναι άμεσες. Πέραν τούτων, η παραδοχή της αίτησης θα οδηγούσε στη δημιουργία αμετάκλητης κατάστασης, ενόψει της φύσης και του περιεχομένου του σχετικού δικαιώματος, εφόσον, εάν παρασχεθούν οι υπηρεσίες του μισθωτού, δεν είναι πλέον δυνατό να αναληφθούν (αποδοθούν) σε περίπτωση κατά την οποία στην κύρια δίκη κριθεί ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα για πραγματική απασχόληση του μισθωτού ή η αντίστοιχη έννομη σχέση. Μάλιστα, σύμφωνα με την ως άνω θέση, οι παραπάνω παραδοχές δε διαφοροποιούνται από το γεγονός ότι η αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού ζητείται για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα και όχι μέχρι τη νομότυπη λήξη της εργασιακής σχέσης, εφόσον η προσωρινή ισχύς της απόφασης των ασφαλιστικών μέτρων, λόγω της φύσης της, είναι πάντοτε δεδομένη και ως εκ τούτου η απαγόρευση της ικανοποίησης του ουσιαστικού δικαιώματος έχει τεθεί σε αναφορά και συνάρτηση με την προσωρινότητα αυτή.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Χ. Απαλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, Τόμος 2ος, Άρθρα 591-1054, Νομική Βιβλιοθήκη, 4η έκδοση, 2016, σελ. 1980 (υπό άρθρο 732), με περαιτέρω παραπομπές σε Μπέη, Δ 1981, σελ. 14 επ., Γαβαλά, ΝοΒ 1984, σελ. 251 επ., Ντάσιο, Διαδικασία επιλύσεως ατομικών εργατικών διαφορών, σελ. 948-949.

[2] Βλ. ενδεικτικά ΜονΠρΠατρ 247/2015, ΜΠΑ 8606/2011, ΜΠΑ 6920/2010, ΜΠΑ 2054/2009, ΜΠΑ 156/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜονΠρΘεσσ 10647/2002, Αρμ 2003, σελ. 61, ΜΠΑ 11212/2000, ΕΕμπΔ 2001, σελ. 261, ΜονΠρΘεσσ 15008/1998, ΑρχΝ 2001, σελ. 208, ΜΠΑ 4896/1995, ΕΕργΔ 55, σελ. 662, ΜονΠρΠατρ 64/1995, ΕΕργΔ 54, σελ. 661, ΜΠΑ 1019/1994, ΔΕΝ 50, σελ. 858. Βλ. επίσης εκτενή παλαιότερη νομολογία σε Β. Α. Βαθρακοκοίλη, όπ.π., σελ. 307-308 (υπό άρθρο 731) και σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, όπ.π., σελ. 1435 (υπό άρθρα 731-732).

[3] Βλ. ΜονΠρΞανθ 90/2013, ΕΕργΔ 2013, σελ. 347 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑ 6920/2010, ΜΠΑ 156/2009, ΜΠΑ 2054/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[4] Βλ. Κ. Μπέη, Δ 12, σελ. 140, Ντάσιο, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμος Α΄, σελ. 948 επ., Βλαστό, Η κατάχρηση δικαιώματος στις εργασιακές σχέσεις και η δικονομική της μεταχείριση, έκδοση 1988, § 151, σελ. 184 επ., ΜΠΑ 156/2009, ΜΠΑ 2054/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΠΑ 1685/1995, ΕΕργΔ 55, σελ. 669, ΜΠΑ 13519/1990, ΕΕργΔ 50, σελ. 61, ΜονΠρΠειρ 2369/1990, ΕΕργΔ 50, σελ. 62.

[5] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 29460/1996, Αρμ 1997, σελ. 677.

[6] Βλ. ΜονΠρΘεσσ 21763/2005, ΜΠΑ 1082 και 1083/2004, ΑΠ 1497/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[7] Βλ. ΜονΠρΞανθ 496/2013, ΜΠΑ 2054/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

[8] Βλ. ΜΠΑ 153/1998, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠρΑθ 11071/1994, ΕΕργΔ 1994, σελ. 1066.

[9] Βλ. ΜονΠρΞανθ 496/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8298/1991, ΕλλΔνη 39, σελ. 240, Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας, σελ. 491.

[10] Βλ. παρατηρήσεις Λεβέντη κάτω από την ΜονΠρΒολ, NοB 1982, σελ. 1313 επ..

[11] Βλ. Αλ. Μητρόπουλο, Η απαγόρευση των ασφαλιστικών μέτρων στις εργατικές διαφορές, ΕΕργΔ 50, σελ. 673 επ..

[12] Βλ. ΜονΠρΡοδ 28/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΜΠΑ 4926/2011, ΧρΙΔ 2011, σελ. 708 για την περίπτωση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, ΜονΠρΘεσσ 35887/2008, Αρμ 2008, σελ. 1870, ΜΠΑ 285/2007, ΕφΑΔ 2008, σελ. 470, ΜΠΑ 27468/1999, ΔΕΝ 55, σελ. 1337, ΜΠΑ 10691/1998, ΝοΒ 1999, σελ. 434, ΜΠΑ 6949/1985, ΕλλΔνη 1985, σελ. 754, ΜΠΑ 15647/1983, ΝοΒ 1984, σελ. 315.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί