Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Σε περίπτωση άσκησης έφεσης από τον ενάγοντα που δικάστηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό, ο τελευταίος δικαιούται να προβάλει, ως εκκαλών, όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως, αλλά δεν μπορεί να υποβάλει νέα αιτήματα καθ’ υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, ούτε να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της ή άλλο αντικείμενο αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ, όταν επέλθει η εκκρεμοδικία, είναι απαράδεκτη η μεταβολή του αιτήματος της αγωγής, κατ’ εξαίρεση δε ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του ή με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά, εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό, να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της και άλλο αντικείμενο αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε. Ως εμφαίνεται, με την ως άνω διάταξη επιτρέπονται, μεταξύ άλλων, η ολική ή μερική παραίτηση του ενάγοντος από το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής και ο περιορισμός αυτής στο αναγνωριστικό του δικαιώματος αίτημα, που υποκρύπτεται στο καταψηφιστικό. Ο εν λόγω περιορισμός, δε, καίτοι θεωρείται – κατά τη διάταξη του άρθρου 295 παρ. 1 εδ. β΄ ΚΠολΔ – μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής (βλ. ΟλΑΠ 6/1997, ΟλΑΠ 5/1997), δεν κρίνεται κατά τη διάταξη που αφορά στην παραίτηση από το δικόγραφο (άρθρο 297 ΚΠολΔ), αλλά ρυθμίζεται από την ειδική διάταξη που προβλέπει τη θεμιτή μεταβολή του αιτήματος της αγωγής (άρθρο 223 ΚΠολΔ) και γίνεται με τις προτάσεις ή, όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή αυτών, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, άλλως θεωρείται ανίσχυρος και δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1572/2013). Εξ άλλου, από την ίδια ως άνω διάταξη του άρθρου 223 ΚΠολΔ προκύπτει, κατά τη σαφή λεκτική της διατύπωση, ότι ο περιορισμός του αγωγικού αιτήματος μπορεί να γίνει έως την περάτωση της δίκης στον πρώτο βαθμό και, συνεπώς, αποκλείεται στην κατ’ έφεση δίκη, κατά την οποία αποκρούεται – και αυτεπαγγέλτως – ως απαράδεκτος, έστω και αν συναινεί ο αντίδικος [βλ. ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 315/2010, ΑΠ 1308/2004, ΕφΠειρ (Μον) 548/2014].

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτες η υποβολή νέας αιτήσεως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη κι αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο αυτό, δε, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (βλ. ΑΠ 1572/2013).

Εξ ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 294, 295, 296, 297 και 522 ΚΠολΔ προκύπτει ότι με την άσκηση παραδεκτής εφέσεως κατά της πρωτόδικης αποφάσεως αναβιώνει, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση, η εκκρεμοδικία που δημιουργήθηκε με την έγερση της αγωγής και, ως εκ τούτου, ο ενάγων έχει έκτοτε το δικαίωμα να παραιτηθεί, ολικά ή μερικά, από το δικόγραφο της αγωγής του, ακόμη και κατά το στάδιο της έκκλητης δίκης, εκτός αν προβάλει αντίρρηση ο εναγόμενος και πιθανολογείται ότι έχει συμφέρον να περατωθεί η δίκη με την έκδοση οριστικής αποφάσεως (βλ. ΑΠ 368/2016, ΑΠ 1198/2012). Η περί ης πρόκειται παραίτηση συνιστά ανάκληση της ενυπάρχουσας στην αγωγή συγκεκριμένης αιτήσεως για παροχή δικαστικής προστασίας και έχει την έννοια παραιτήσεως μόνο από τη δημοσίου χαρακτήρα αξίωση του ενάγοντος έναντι της πολιτείας για έκδοση αποφάσεως στη συγκεκριμένη δίκη, που εκκινήθη με την άσκηση της αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας δηλώνεται η παραίτηση (βλ. ΑΠ 368/2016).

Προσέτι, κατά το άρθρο 528 ΚΠολΔ, αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην κατά την πρώτη συζήτηση,[1] η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως και δεν πρότεινε λόγω της απουσίας του, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (βλ. ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 41/2012, ΑΠ 1825/2011, ΑΠ 446/2007, ΑΠ 218/2000). Δεν μπορεί, όμως, να υποβάλει νέα αιτήματα καθ’ υπέρβαση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, αφού τη δυνατότητα αυτή δεν έχει ούτε ο κατ’ αντιμωλία δικαζόμενος διάδικος (βλ. ΑΠ 1572/2013). Παρομοίως, δεν μπορεί να περιορίσει το αίτημα της αγωγής ή να ζητήσει τα παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της ή άλλο αντικείμενο αντί γι’ αυτό που ζητήθηκε αρχικά ή το διαφέρον εξαιτίας μεταβολής που επήλθε [βλ. ΑΠ 1572/2013, ΕφΠειρ (Μον) 548/2014, ΤριμΕφΘεσ 2734/2018].

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

Advanced LL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Σημειωτέον, στο σημείο αυτό, ότι το άρθρο 528 ΚΠολΔ εφαρμόζεται αναλογικά στην περίπτωση κατά την οποία ο ενάγων παραλείπει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου στον πρώτο βαθμό, με αποτέλεσμα να λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του να απορρίπτεται κατά το καταψηφιστικό της αίτημα, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 «περί δικαστικών ενσήμων», όπως μεταγενεστέρως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς, τροποποιήθηκε και ισχύει (βλ. ΑΠ 1572/2013). Εν τοιαύτη περιπτώσει, η απόρριψη της αγωγής θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό (κι όχι για τυπικό) λόγο, γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητάς της, εφόσον η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (βλ. ΑΠ 1572/2013, ΑΠ 1337/2011, ΑΠ 1107/2005). Διευκρινιστέον, εξ άλλου, ότι κατά της πρωτόδικης αποφάσεως που απορρίπτει την αγωγή λόγω μη καταβολής του τέλους δικαστικού ενσήμου ο ενάγων δικαιούται να ασκήσει έφεση, μοναδικός λόγος της οποίας μπορεί να είναι η άρση της ως είρηται παραλείψεως, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου [βλ. ΑΠ 1572/2013, ΕφΠειρ (Μον) 548/2014]. Αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά την εξαφάνισή της, δε, χωρεί νέα συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την οποία ο ενάγων μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 528 ΚΠολΔ, ως ήδη ανωτέρω ελέχθη (βλ. ΑΠ 1572/2013).

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί