Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τα αναγκαία στοιχεία της αγωγής απόδοσης δανείου

Κατά την άσκηση αγωγής δανείου, δεν είναι αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ, 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στον δανειστή προς εξασφάλισή του (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 663/2010, δημ. Νόμος, ΕφΘεσσ 2253/2014, δημ. Νόμος).

Επιπρόσθετα, με βάση τον παραδοτικό χαρακτήρα της συμβάσεως δανείου, η μεταβίβαση του δανείσματος κατά κυριότητα στο δανειολήπτη αποτελεί στοιχείο για την τελείωση του δανείου. Η σύμβαση δανείου καταρτίζεται με τη μεταβίβαση της κυριότητας του δανειζόμενου πράγματος από το δανειστή στον οφειλέτη, τούτο δε και μόνο είναι αναγκαίο για την στήριξη της αγωγής προς απόδοση του δανείου (ΑΠ 1598/2003, ΕλλΔνη 45, 731). Τούτο σημαίνει ότι για τη συντέλεση του δανείου δεν αρκεί μόνη η συμφωνία των μερών αλλά προσαπαιτείται και παράδοση του δανείσματος από το δανειστή στο λήπτη. (βλ. σε Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ (άρθρα 741-946), 2006, 354). Ο δανείζων έχει την υποχρέωση από τη σύμβαση δανείου να αποχωρίσει από την περιουσία του το αντικείμενο του δανείου, το οποίο οριστικά να εισφέρει στην περιουσία του λήπτη, ο οποίος έτσι αποκτά την εξουσία και δυνατότητα για διάθεση του αντικειμένου του δανείου. Η μεταβίβαση της κυριότητας στον οφειλέτη του αποτελούντος το αντικείμενο δανείου αποτελεί προϋπόθεση για την απόδοση του δανείου. Η παράδοση του δανείσματος στον οφειλέτη γίνεται συνήθως στα χέρια του ίδιου από το δανειστή. Είναι, όμως, πιθανό η παράδοση αυτή να γίνει δια τρίτου προσώπου, που ενεργεί ως εντολοδόχος είτε του δανειστή, είτε του οφειλέτη. Εφόσον δε η παραπάνω διάταξη δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή ή αμέσως ή εμμέσως προς τον οφειλέτη. Η κατά τα άνω δε μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος δεν αποτελεί τύπο της δανειστικής σύμβασης, εις τρόπον ώστε αν αυτή ελλείπει να θεωρείται ότι η σύμβαση δεν καταρτίστηκε, αλλά αποτελεί προϋπόθεση αυτής, επιβαλλόμενη μάλιστα από την πιο πάνω διάταξη, η οποία δεν είναι αναγκαστικού δικαίου (ΑΠ 1802/2007 ΕλλΔνη 49, 145, ΑΠ 609/2005, ΕλλΔνη 47, 1014, ΑΠ 1234/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Άλλως ειπείν, η από το δανειστή μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος στον οφειλέτη συνιστά απλή πρόσθετη της συναίνεσης των μερών απαιτούμενη προϋπόθεση. Αν δεν πληρωθεί η προϋπόθεση αυτή δε συνίσταται δάνειο και συνεπώς μπορεί να γίνει λόγος για εφαρμογή μόνο των διατάξεων για ενδεχόμενη ευθύνη του δανειστή σε αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών ή για προσυμβατικό πταίσμα (198 ΑΚ) (βλ. σε Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ (άρθρα 741-946), 2006, 358). Επομένως, η αγωγή η οποία δεν προσδιορίζει αν η αντίστοιχη δόση του δανείσματος έγινε από τον ενάγοντα αυτοπροσώπως ή μέσω άμεσου αντιπροσώπου προς τον οφειλέτη, δεν στερείται αναγκαίου για την πληρότητά της στοιχείου, αφού σε καθεμία αντίστοιχη περίπτωση τα αποτελέσματα της συμβάσεως επέρχονται αμέσως στο πρόσωπο του αντιπροσωπευόμενου ενάγοντα και δανειστή. Απόρροια δε τούτου είναι ότι μεταγενέστερος ισχυρισμός του ενάγοντος, ότι η δόση του δανείσματος έγινε από κατονομαζόμενο τρίτο πρόσωπο ως άμεσο αντιπρόσωπο αυτού προς τον εναγόμενο και μέσα στα όρια της αντιπροσωπεύσεως, αποτελεί όχι μεταβολή της βάσης της αγωγής αλλά διευκρίνιση αυτής και γι’ αυτό παραδεκτά προτείνεται έως τη συζήτηση της αγωγής, προτεινόμενος δε έτσι θεωρείται ως εξαρχής περιεχόμενος στην αγωγή (εξ αντιδιαστολής αντλούμενο επιχείρημα από την υπ’ αριθμ. 1802/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Έτι, ο δανειστής βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της παράδοσης στο λήπτη του δανείου των χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων και του ότι η παράδοση αυτή έγινε λόγω δανείου. Ο οφειλέτης βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη της μη μεταβίβασης σε αυτόν της κυριότητας του δανείσματος. Ο ισχυρισμός του οφειλέτη – εναγόμενου ότι τα φερόμενα στην αγωγή, χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, ως δοθέντα σε αυτόν λόγω δανείου, ότι δόθηκαν λόγω άλλης, πλην δανείου, αιτίας, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση των αγωγικών ισχυρισμών, γι’ αυτό στον ενάγοντα επιρρίπτεται το βάρος απόδειξης της συμφωνίας για δάνειο. Αν όμως ο εναγόμενος-οφειλέτης επικαλείται μεταγενέστερη λόγω δωρεάς άφεση της οφειλής του από δάνειο, τότε προβάλλει καταλυτικό της αγωγής ισχυρισμό, του οποίου και φέρει το βάρος της απόδειξης (βλ. σε Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ (άρθρα 741-946), 2006, 365-366).

Κωνσταντίνα Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί