Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Θεατρικά έργα και συμβάσεις θεατρικής παράστασης

Μεταξύ των ρητά τυποποιούμενων ως έργων, πληρούντων την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 του Ν. 2121/1993 περί πνευματικής ιδιοκτησίας, είναι και τα θεατρικά έργα. Ως θεατρικό έργο νοείται κάθε έργο λόγου ή κίνησης που εκτελείται δημόσια από φυσικά πρόσωπα ή απομιμήσεις φυσικών προσώπων, με ή χωρίς συνοδεία μουσικής επένδυσης[1]. Έτσι, εμπίπτουν στην έννοια αυτή τα έργα του καθιερωμένου δραματολογίου (ήτοι τα κλασικά θεατρικά έργα, τα οποία έχουν δημιουργηθεί εξ υπαρχής ως τέτοια ή έχουν τροποποιηθεί προκειμένου να καταστούν σενάρια θεατρικών έργων και συνεπώς δόκιμα για εκτέλεση), τα μουσικοδραματικά έργα (όπως οι όπερες και οι οπερέτες ως προς το δραματικό τμήμα τους και όχι ως προς το μουσικό τους τμήμα, το οποίο προστατεύεται αυτόνομα ως μουσικό έργο), οι επιθεωρήσεις, το θέατρο σκιών, οι μαριονέτες, οι χορογραφίες και οι παντομίμες[2], οι αυτοσχεδιασμοί επί σκηνής και, γενικότερα, το δραματουργικό στήσιμο ή η κίνηση του σώματος, καθώς και η μιμική. Τα θεατρικά έργα είναι, σε κάθε περίπτωση, έργα με σκοπό την εκτέλεσή τους στο θέατρο, όπερ σημαίνει ότι δεν εντάσσονται σε αυτά έργα που δεν προορίζονται για δημόσια εκτέλεση, έστω και αν αυτή λαμβάνει χώρα περιστασιακά (λ.χ. δημόσια απαγγελία ποιήματος ή διηγήματος). Η έννοια του θεατρικού έργου περιλαμβάνει τόσο το κείμενο της ιστορίας και των οδηγιών εκτέλεσής της, όσο και την ίδια την εκτέλεση. Επίσης, αποτελούν έργο και προστατεύονται από την πνευματική ιδιοκτησία τα σκηνικά και τα κοστούμια που συμπληρώνουν μια θεατρική παράσταση, ενώ οι ερμηνείες των ηθοποιών και η συμβολή του σκηνοθέτη προστατεύονται με τις διατάξεις περί συγγενικών δικαιωμάτων[3].

Προσέτι, η πνευματική ιδιοκτησία συνιστά άυλο αγαθό και, ως τέτοιο, δύναται να αποτελέσει αντικείμενο συναλλαγής. Καίτοι οι ιδιαιτερότητες των άυλων αγαθών δεν επιτρέπουν την αυτούσια εφαρμογή των γενικών κανόνων περί μεταβίβασης (ή εκχώρησης) δικαιώματος πάνω σε πράγμα, εντούτοις η αναγνώριση της δυνατότητας ανάληψης της υποχρέωσης για τη μεταβίβαση καθώς και η μεταβίβαση αυτή καθαυτή, στηρίζονται, μεταξύ άλλων, στην αρχή της συμβατικής ελευθερίας καθώς και εν γένει στην αρχή της ελεύθερης συμμετοχής του ατόμου στην οικονομική ζωή της χώρας (5 παρ. 1 Σ, 361 ΑΚ)[4]. Η οικονομική αξιοποίηση (εκμετάλλευση) των έργων του πνεύματος επιτυγχάνεται με την πλήρη ή, συχνότερα, περιορισμένη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή των εξουσιών που απορρέουν από αυτό στον αντισυμβαλλόμενο του δημιουργού (άρθρο 12), κυρίως δε με την κατάρτιση συμβάσεων ή (συμβατικών) αδειών εκμετάλλευσης (άρθρο 13)[5]. Ειδικότερα, αναφορικά με τις συμβάσεις και τις άδειες εκμετάλλευσης, το άρθρο 13 του Ν. 2121/1993 ορίζει ότι «1. Ο δημιουργός του έργου μπορεί να καταρτίζει συμβάσεις, με τις οποίες αναθέτει στον αντισυμβαλλόμενο και αυτός αναλαμβάνει την υποχρέωση να ασκήσει εξουσίες, που απορρέουν από το περιουσιακό δικαίωμα (συμβάσεις εκμετάλλευσης). 2. Ο δημιουργός του έργου μπορεί να επιτρέπει σε κάποιον άλλον την άσκηση εξουσιών, που απορρέουν από το περιουσιακό του δικαίωμα (άδειες εκμετάλλευσης). 3. Οι συμβάσεις και οι άδειες εκμετάλλευσης μπορεί να είναι αποκλειστικές ή μη αποκλειστικές. Οι αποκλειστικές συμβάσεις και άδειες εκμετάλλευσης παρέχουν στον αντισυμβαλλόμενο το δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες στις οποίες αναφέρεται η σύμβαση ή η άδεια κατ’ αποκλεισμό οποιουδήποτε τρίτου. Οι μη αποκλειστικές συμβάσεις και άδειες εκμετάλλευσης παρέχουν στον αντισυμβαλλόμενο το δικαίωμα να ασκεί τις εξουσίες, στις οποίες αναφέρεται η σύμβαση ή η άδεια παράλληλα προς το δημιουργό και άλλους αντισυμβαλλόμενους. Όταν υπάρχει σύμβαση ή άδεια εκμετάλλευσης ο αντισυμβαλλόμενος νομιμοποιείται, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία να ζήσει, στο δικό του όνομα, τη δικαστική προστασία των εξουσιών, που ασκεί από παράνομες προσβολές τρίτων. 4. Σε περίπτωση αμφιβολίας, η σύμβαση και η άδεια εκμετάλλευσης θεωρούνται μη αποκλειστικές. 5. Η σύμβαση ή η άδεια δεν μπορεί ποτέ να περιλαμβάνει το σύνολο των μελλοντικών έργων του δημιουργού και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται και σε τρόπους εκμετάλλευσης που δεν ήταν γνωστοί κατά το χρόνο της κατάρτισης των σχετικών δικαιοπραξιών. 6. Τα δικαιώματα εκείνου που αναλαμβάνει την εκμετάλλευση ή που αποκτά τη δυνατότητα εκμετάλλευσης δεν μπορούν να μεταβιβασθούν μεταξύ ζώντων χωρίς τη συναίνεση του δημιουργού»[6], το άρθρο 14 του αυτού νόμου προβλέπει ότι «Δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση εξουσιών από το περιουσιακό δικαίωμα, την ανάθεση ή την άδεια εκμετάλλευσης και την άσκηση του ηθικού δικαιώματος είναι άκυρες αν δεν καταρτισθούν εγγράφως. Την ακυρότητα μπορεί να επικαλεσθεί μόνο ο πνευματικός δημιουργός», το άρθρο 32 του ως άνω νόμου, ρυθμίζοντας τα της αμοιβής του πνευματικού δημιουργού, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «1. Η αμοιβή, που οφείλει να καταβάλλει ο αντισυμβαλλόμενος στο δημιουργό για δικαιοπραξίες που αφορούν τη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος ή εξουσιών από αυτό, την ανάθεση (ή) άδεια εκμετάλλευσης, συμφωνείται υποχρεωτικά σε ορισμένο ποσοστό, το ύψος του οποίου καθορίζεται ελεύθερα μεταξύ των μερών. Βάση για τον υπολογισμό του ποσοστού είναι όλα ανεξαιρέτως τα ακαθάριστα έσοδα ή τα έξοδα ή τα συνδυασμένα ακαθάριστα έσοδα και έξοδα, που πραγματοποιούνται από τη δραστηριότητα του αντισυμβαλλομένου και προέρχονται από την εκμετάλλευση, του έργου… 2. Η υποχρεωτική συμφωνία της αμοιβής σε ποσοστό, που προβλέπεται στην προηγούμενη παράγραφο, εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, εφόσον δεν υπάρχει ειδικότερη διάταξη στον παρόντα νόμο, και δεν αφορά τα έργα που δημιουργήθηκαν από μισθωτούς σε εκτέλεση σύμβασης εργασίας, τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και κάθε είδους διαφήμιση», ενώ το άρθρο 39 του αυτού ως άνω νόμου ορίζει ότι «Συμφωνίες, που προβλέπουν ρυθμίσεις διαφορετικές ή ύψος αμοιβών χαμηλότερο από τα καθοριζόμενα με τα προηγούμενα άρθρα του παρόντος κεφαλαίου, είναι, εφόσον δεν ορίζεται άλλως στο νόμο, άκυρες κατά το μέτρο που περιέχουν ρήτρες δυσμενέστερες για τους δημιουργούς».

Όσον αφορά, δε, ειδικότερα στη σύμβαση θεατρικής παράστασης, το άρθρο 36 του Ν. 2121/1993, φέροντας τον τίτλο «Αμοιβή για θεατρική παράσταση» και αποτελώντας κατά τούτο ειδικότερη διάταξη έναντι αυτής του άρθρου 32 παρ. 1 του ίδιου νόμου (βλ. παρ. 2 του εν λόγω άρθρου), ορίζει ότι «1. Τα συγγραφικά δικαιώματα των θεατρικών συγγραφέων καθορίζονται σε ποσοστό επί των ακαθάριστων εισπράξεων μετά την αφαίρεση του φόρου δημοσίων θεαμάτων. 2. Τα ελάχιστα όρια των ποσοστών αυτών καθορίζονται σε 22% για τα κρατικά θέατρα και σε 10% για τα ιδιωτικά θέατρα, συνολικά για ολόκληρο το πρόγραμμα μιας παράστασης με έργα πρωτότυπα ή με μεταφράσεις ή διασκευές κλασσικών έργων, αρχαίων ή νεοτέρων. Το ελάχιστο όριο ορίζεται σε 5% για τη μετάφραση έργων του σύγχρονου διεθνούς δραματολογίου. Αν στο πρόγραμμα περιλαμβάνονται έργα περισσότερων συγγραφέων, η αμοιβή κατανέμεται μεταξύ τους ανάλογα με τη χρονική διάρκεια του έργου του καθενός». Ακόμη, ο Νόμος 988/1943 «Περί συμπληρώσεως διατάξεως του νόμου ΓΥΠΓ΄ του έτους 1909 περί συγγραφικών δικαιωμάτων των θεατρικών έργων» – ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 72 παρ. 2 του Ν. 2121/1993 και, εν συνεχεία, με το άρθρο 54 παρ. 1 του Ν. 4481/2017 – προβλέπει στο άρθρο 2 ότι «Η μεταξύ συγγραφέως και θεατρικού επιχειρηματίου σύμβασις δέον να καταρτίζηται εγγράφως, του εγγράφου αποτελούντος συστατικόν στοιχείον της συμβάσεως Αντίγραφον τούτου, υπογεγραμμένον παρά των συμβληθέντων, κατατίθεται εντός τριών ημερών από της υπογραφής του παρά τη Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ή παραδίδεται εντός της αυτής προθεσμίας εις τον αντιπρόσωπον αυτής προκειμένου περί επαρχίας», στο άρθρο 3 ότι «Πάσα μεταξύ συγγραφέως και θεατρικού επιχειρηματίου συμφωνία δι’ ης συμφωνούνται συγγραφικά δικαιώματα κατά των ως άνω εν άρθρω 1 [το οποίο είχε αντικαταστήσει το άρθρο 7 του Ν. ΓΥΠΓ’ του 1909, ο οποίος στη συνέχεια καταργήθηκε με το άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 2121/1993] καθορισθέντων κατωτάτων ορίων είναι άκυρος, ο δε συγγραφεύς δικαιούται εν πάση περιπτώσει και οποτεδήποτε ν’ αξιώση παρά του θεατρικού επιχειρηματίου τουλάχιστον το κατώτατον εν άρθρω 1 καθορισθέν συγγραφικόν ποσοστόν», στο άρθρο 4 ότι «Τα συγγραφικά δικαιώματα εισπράττονται πάντοτε υποχρεωτικώς παρά της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και εις ήν περίπτωσιν ο συγγραφεύς δεν είναι μέλος της Εταιρείας, δικαιουμένης να κρατή εις την περίπτωσιν ταύτην ποσοστόν 3% επί του εισπραττομένου ποσού. Όταν ο συγγραφεύς είναι μέλος της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων το δικαίωμα της Εταιρείας καθορίζεται διά του Καταστατικού αυτής», και στο άρθρο 5 ότι «Εις απάσας τας παντός είδους διαφημίσεις δέον ν’ αναγράφεται το όνομα του συγγραφέως του έργου».

Από τη συνδυαστική εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι η σύμβαση θεατρικής παράστασης συνιστά σύμβαση εκμετάλλευσης, στην οποία πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπεριλαμβάνεται και υποχρέωση δημόσιας εκτέλεσης του θεατρικού έργου στο οποίο αφορά[7]. Με τη σύμβαση αυτή, ο δημιουργός παραχωρεί στο θεατρικό επιχειρηματία την εξουσία δημόσιας εκτέλεσης του έργου του (λ.χ. πολύπρακτου, μιούζικαλ κ.ά.) έναντι ανταλλάγματος. Με το προρρηθέν άρθρο 36 του Ν. 2121/1993 παρέχεται μία ειδική μέριμνα εκ του νόμου για την εξασφάλιση της αμοιβής του θεατρικού συγγραφέα έναντι του θεατρικού επιχειρηματία λόγω συγγραφικών δικαιωμάτων. Το άρθρο αυτό επαναλαμβάνει μία ρύθμιση που υπήρχε κατά το προγενέστερο δίκαιο (άρθρο 7 του Ν. ΓΥΠΓ΄/1909 και άρθρο 5 του Ν. 1075/1980, τα οποία καταργήθηκαν με το άρθρο 72 παρ. 1 του Ν. 2121/1993).  Κατά τα λοιπά, είτε κάποια ζητήματα ρυθμίζονται από τον Ν. 988/1943 (ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 72 παρ. 2 του Ν. 2121/1993), είτε παραμένουν αρρύθμιστα και εφαρμόζονται ως προς αυτά οι γενικές διατάξεις για τις συμβάσεις/άδειες εκμετάλλευσης πνευματικών δικαιωμάτων.

Κατά το προαναφερθέν άρθρο 36 παρ. 1 του Ν. 2121/1993, τα συγγραφικά δικαιώματα των θεατρικών συγγραφέων καθορίζονται σε ποσοστό επί των ακαθαρίστων εισπράξεων (ήτοι των συνολικών εισπράξεων που προέκυψαν από την παράσταση του έργου, χωρίς να αφαιρούνται τα έξοδα για την παράσταση) μετά την αφαίρεση του φόρου δημοσίων θεαμάτων. Γίνεται δεκτό ότι, μετά την κατάργηση του φόρου δημοσίων θεαμάτων, για τον υπολογισμό της αμοιβής του θεατρικού συγγραφέα αφαιρείται ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ). Το άρθρο 36 του Ν. 2121/1993 εισάγει υποχρεωτικό καθορισμό της αμοιβής του δημιουργού θεατρικού έργου σε ποσοστό. Η περί ης ο λόγος διάταξη αποτελεί, δηλαδή, μία ειδική έκφανση του άρθρου 32 του Ν. 2121/1993 για την αμοιβή του πνευματικού δημιουργού σε ποσοστό, μόνο που το άρθρο 36 περιορίζει ακόμη περισσότερο την ιδιωτική αυτονομία, καθώς επιβάλλει συγκεκριμένο ποσοστό αμοιβής (κάτω από το οποίο κάθε συμφωνία είναι άκυρη). Αναγνωρίστηκε, κατά συνέπεια, ότι και εδώ προέχει ως δίκαιος τρόπος ανταμοιβής του θεατρικού συγγραφέα η ποσοστιαία αμοιβή και, επομένως, η συμμετοχή του θεατρικού συγγραφέα στην επιτυχία του θεατρικού έργου. Η υπό κρίσιν διάταξη είναι αναγκαστικού δικαίου (ius cogens), όπερ σημαίνει ότι όρος θεατρικής σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο η συμφωνηθείσα αμοιβή του δημιουργού υπολείπεται του ελάχιστου νόμιμου κατώτατου ορίου, είναι ανίσχυρος κατά το μέρος που περιέχει ρήτρα δυσμενέστερη για το δημιουργό, ενώ κατά τα λοιπά η σύμβαση παραμένει έγκυρη (άρθρα 32 παρ. 2 και 39 Ν. 2121/1993)[8], ο θεατρικός συγγραφέας, δε, μπορεί να αξιώσει οποτεδήποτε το κατώτατο συγγραφικό ποσοστό (άρθρο 3 Ν. 988/1943).

Επί το ειδικότερον, ο νομοθέτης ορίζει κατώτατα όρια αμοιβής του θεατρικού συγγραφέα, κάτω από τα οποία απαγορεύεται να συνομολογηθεί αμοιβή. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι για τα κρατικά θέατρα, το κατώτατο όριο αμοιβής είναι 22% (στις ακαθάριστες εισπράξεις μετά την αφαίρεση του ΦΠΑ), ενώ το κατώτατο όριο αμοιβής για τα ιδιωτικά θέατρα είναι 10% (πάντα αφαιρουμένου του ΦΠΑ), συνολικά για ολόκληρο το πρόγραμμα μιας παράστασης με έργα πρωτότυπα ή με μεταφράσεις ή διασκευές κλασικών έργων, αρχαίων ή νεότερων. Για τη μετάφραση έργων του σύγχρονου δραματολογίου, τα ελάχιστα όρια αμοιβής είναι 5%. Εάν στο πρόγραμμα περιλαμβάνεται η εκτέλεση έργων περισσότερων συγγραφέων, όπως συμβαίνει όταν λ.χ. ερμηνεύονται δύο μονόπρακτα δύο συγγραφέων, τότε η αμοιβή τους, ακολουθώντας πάντοτε τα ανωτέρω ελάχιστα όρια, κατανέμεται μεταξύ τους ανάλογα με τη χρονική διάρκεια το έργου του κάθε θεατρικού συγγραφέα. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο νομοθέτης επέλεξε να εξομοιώσει, ως προς την αμοιβή, το θεατρικό συγγραφέα ενός πρωτότυπου έργου με τον μεταφραστή ενός κλασικού (αρχαίου ή νεότερου) θεατρικού έργου ή με τον συγγραφέα που προβαίνει σε διασκευή ενός κλασικού (αρχαίου ή νεότερου) έργου άλλου συγγραφέα, το οποίο, ως παλαιό (αρχαίο ή νεότερο, αλλά πέραν των χρονικών ορίων προστασίας με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας του νόμου) δεν προστατεύεται πλέον με δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας. Τα ελάχιστα όρια της αμοιβής τους, κατά τον νομοθέτη, είναι ίδια, είτε ο δημιουργός είναι θεατρικός συγγραφέας, είτε είναι μεταφραστής άλλου κλασικού (αρχαίου ή νεότερου) θεατρικού συγγραφέα, είτε έχει διασκευάσει κλασικό θεατρικό έργο άλλου συγγραφέα. Πάντως, η εξομοίωση αυτή δεν ισχύει για τον μεταφραστή ενός έργου του σύγχρονου δραματολογίου, του οποίου η αμοιβή περιορίζεται στο 5% των ακαθάριστων εισπράξεων. Το όριο διαχωρισμού, επομένως, τίθεται μεταξύ του μεταφραστή ενός κλασικού (αρχαίου ή νεότερου) έργου και του μεταφραστή ενός έργου του σύγχρονου δραματολογίου. Η διάταξη απονέμει μία πολύ μεγαλύτερη (διπλάσια για τα ιδιωτικά θέατρα ή υπερδιπλάσια για τα κρατικά θέατρα) ελάχιστη αμοιβή στον μεταφραστή του κλασικού έργου από εκείνον ενός έργου του σύγχρονου δραματολογίου, ένεκα του ότι ο θεατρικός επιχειρηματίας θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναλαμβάνει μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο με ένα έργο του σύγχρονου δραματολογίου, παρά με ένα κλασικό έργο. Η αμοιβή των συγγραφέων κατανέμεται μεταξύ τους, όταν ερμηνεύονται έργα συγγραφέων περισσότερων του ενός, ανάλογα με το χρόνο που διαρκεί το κάθε έργο, όπερ σημαίνει ότι ο νομοθέτης προτίμησε κριτήρια κατανομής της αμοιβής αμιγώς ποσοτικά, «μαθηματικής» φύσεως, ώστε να μη δημιουργούνται προβλήματα για την κατανομή αυτή.

Προσέτι, η σύμβαση θεατρικής παράστασης πρέπει να καταρτίζεται εγγράφως (άρθρο 2 Ν. 988/1943). Ο έγγραφος τύπος είναι συστατικός ως προς τη σύμβαση αυτή, και όχι απλά αποδεικτικός, ενώ εξαρκεί ιδιωτικό έγγραφο για την τήρηση του τύπου αυτού. Η σύμβαση θεατρικής παράστασης ακολουθεί το γενικό κανόνα του έγγραφου συστατικού τύπου των δικαιοπραξιών που αφορούν συμβάσεις/άδειες εκμετάλλευσης δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας (προμνημονευθέν άρθρο 14 Ν. 2121/1993). Εάν δεν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, η σύμβαση θεατρικής παράστασης είναι άκυρη, ενώ την ακυρότητα μπορεί να επικαλεστεί μόνον ο δημιουργός (σχετική η ακυρότητα κατ’ άρθρο 14 εδ. β΄ Ν. 2121/1993)[9]. Αντίγραφο της σύμβασης, με την υπογραφή των συμβαλλομένων, πρέπει να κατατίθεται στην Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ή να παραδίδεται σε αντιπρόσωπο της εταιρείας, όταν η σύμβαση καταρτίζεται στην επαρχία, ωστόσο η μη τήρηση της εν λόγω υποχρέωσης κατάθεσης δε φέρει έννομες συνέπειες.

Τα συγγραφικά δικαιώματα δεν μπορεί να τα εισπράξει απευθείας ο δικαιούχος της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά εισπράττονται υποχρεωτικά μέσω της Εταιρείας Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων (νυν Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, Μουσικών και Μεταφραστών), είτε ο συγγραφέας είναι μέλος της εταιρείας είτε όχι (άρθρο 4 του Ν. 988/1943)[10]. Πρόκειται για μία νόμιμη αντιπροσώπευση, που έχει και στοιχεία εκούσιας, αν ο συγγραφέας είναι μέλος της Εταιρείας. Αν τούτο συμβαίνει, όλες οι σχέσεις ανάμεσα στην Εταιρεία και το μέλος της, συμπεριλαμβανομένου του ύψους του ποσοστού που παρακρατείται από την Εταιρεία, ρυθμίζονται από το καταστατικό αυτής. Αν ο συγγραφέας δεν είναι μέλος της Εταιρείας, ο νόμος ορίζει ότι η Εταιρεία έχει το δικαίωμα να παρακρατήσει 3% στα ποσά που εισπράττει. Άλλες σχέσεις ανάμεσα στο συγγραφέα-μη μέλος και την Εταιρεία δεν υπάρχουν, εκτός βεβαίως από την υποχρέωση που ο νόμος δημιουργεί για την Εταιρεία, να εισπράττει τα συγγραφικά δικαιώματα του συγγραφέως και να του αποδίδει το υπόλοιπο, μετά την αφαίρεση του παρακρατούμενου ποσοστού.

Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 988/1943, σε όλες τις διαφημίσεις της εκτέλεσης του θεατρικού έργου πρέπει να μνημονεύεται το όνομα του συγγραφέως του θεατρικού έργου. Το άρθρο αποτελεί έκφανση του ηθικού δικαιώματος του πνευματικού δημιουργού, και συγκεκριμένα της εξουσίας αναγνώρισης της πατρότητας του έργου. Για την ταυτότητα του νομικού λόγου, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ως άνω διάταξη τυγχάνει εφαρμογής και επί των μεταφραστών και των διασκευαστών των θεατρικών έργων.

Τέλος, σημειούται ότι το άρθρο 6 του Ν. 988/1943 προβλέπει την ποινική δίωξη του παραβάτη των όρων του εν λόγω νόμου (ουσιαστικά της μη καταβολής των συγγραφικών δικαιωμάτων), και συγκεκριμένα κάνει λόγο για φυλάκιση και χρηματική ποινή σε βάρος του, ενώ η μήνυση μπορεί να υποβληθεί και από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων, εισάγεται δε με απευθείας κλήση ενώπιον του Πλημμελειοδικείου, εντός προθεσμίας δέκα ημερών από την υποβολή της.

Εμμανουέλα Μανωλιδάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

[1] Βλ. Π. Κοριατοπούλου-Αγγέλη, Χ. Σ. Τσίγκου, Πνευματική ιδιοκτησία, Λημματογραφημένη ερμηνεία, Νομική Βιβλιοθήκη, Έκδοση 2008, σελ. 259, Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), Νόμος για την Πνευματική Ιδιοκτησία, Κατ’ άρθρο ερμηνεία, Αρθρογραφία-Βιβλιογραφία-Νομολογία, Εκδόσεις Σάκκουλα Αθήνα-Θεσσαλονίκη, 2012, σελ. 44-45, Γ. Κουμάντο, Πνευματική Ιδιοκτησία, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα, Έκτη Έκδοση, Αθήνα 1995, σελ. 122-123. Σύμφωνα με την ΔιατΕισΕφΘεσσ 114/1998, Αρμ 1999, σελ. 1601 = ΠοινΧρ 1999, σελ. 375 = ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ως πνευματικά έργα προστατεύονται και τα θεατρικά έργα με ή χωρίς μουσική.

[2] Όπως παρατηρείται, ο Ν. 2121/1993 αναφέρει τις χορογραφίες και τις παντομίμες ως ιδιαίτερη κατηγορία έργων, σύμφωνα όμως με την κρατούσα άποψη εντάσσονται και αυτές στην ευρύτερη κατηγορία των θεατρικών έργων και κατ’ επέκταση διέπονται κατ’ αρχήν από τους οικείους προς τη δημόσια εκτέλεση κανόνες. Βλ. Π. Κοριατοπούλου-Αγγέλη, Χ. Σ. Τσίγκου, όπ.π., σελ. 259, υποσημ. 1.

[3] Έτσι Π. Κοριατοπούλου-Αγγέλη, Χ. Σ. Τσίγκου, όπ.π., σελ. 259 και Γ. Κουμάντο, όπ.π., σελ. 122. Κατά την Ειρ. Σταματούδη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 45, με παραπομπή σε Μαρίνο, η σκηνοθεσία θεατρικού έργου δε συνιστά έργο αλλά δεν καλύπτεται ούτε με συγγενικό δικαίωμα, σε αντίθεση με τη σκηνοθεσία κινηματογραφικού έργου.

[4] Βλ. Α. Φ. Μάνθο, Πνευματική Ιδιοκτησία, Διαγράμματα – Ερμηνευτικά σχόλια – Υποδείγματα, Νομική Βιβλιοθήκη, 2015, σελ. 202 επ..

[5] Βλ. Α. Δεσποτίδου σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 344 επ..

[6] Βλ. και ΕφΑθ 8532/2006, ΔΕΕ 2007, σελ. 924 με παρατ. Κυπρούλη, ΜΠΑ 2122/2004, ΔΙΜΕΕ 2005, σελ. 100, ΕφΑθ 4499/2000, ΚριτΕ 2001, σελ. 253, ΕφΑθ 8138/2000, ΔΕΕ 2001, σελ. 60 με παρατ. Κυπρούλη, ΠΠΑ 1322/1997, ΝοΒ 2000, σελ. 285, ΜΠΑ 11923/1998, ΝοΒ 1998, σελ. 1474 = ΕΕμπΔ 1999, σελ. 153.

[7] Βλ. Μ. Κανελλοπούλου-Μπότη σε Λ. Ε. Κοτσίρη/ Ε. Α. Σταματούδη (επιστημ. επιμ.), όπ.π., σελ. 709-714, με περαιτέρω παραπομπές, καθώς και Α. Φ. Μάνθο, όπ.π., σελ. 280, και Γ. Κουμάντο, όπ.π., σελ. 332-334. Πρβλ., επίσης, ΕφΑθ 4654/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΔΕΕ 2014, σελ. 1049 με σημείωση Ν. Κυπρούλη.

[8] Βλ. ΕφΑθ 4654/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ = ΔΕΕ 2014, σελ. 1049 με σημείωση Ν. Κυπρούλη, με παραπομπή σε ΑΠ 1306/2012, Αρμ. 2013, σελ. 761.

[9] Βλ. ΕφΑθ 4654/2014, ΕφΑθ 885/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1720/2004, ΝοΒ 2005, σελ. 752 = ΠοινΔικ 2005, σελ. 160 με παρατ. Νούσκαλη, ΜΠΑ 2122/2004, ΔΙΜΕΕ 2005, σελ. 100 με παρατ. Τσίγκου, ΕφΑθ 931/2000, ΧρΙΔ 2001, σελ. 170, ΕφΑθ 4499/2000, ΚριτΕ 2001, σελ. 253, ΕφΑθ 8138/2000, ΔΕΕ 2001, σελ. 60 με παρατ. Κυπρούλη, ΜΠΑ 11923/1998, ΝοΒ 1998, σελ. 1474 = ΕΕμπΔ 1999, σελ. 153, ΠΠΑ 1322/1997, ΝοΒ 2000, ΣΕΛ. 285.

[10] Βλ. Γ. Κουμάντο, όπ.π., σελ. 333-334. Πρβλ. και ΕφΑθ 4654/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί