Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τινά χρήσιμα περί της αρνητικής αγωγής κατ’ άρθρο 1108 ΑΚ (με συνοδευτικές αναφορές στην αγωγή διατάραξης της νομής κατά τα άρθρα 984 και 989 ΑΚ, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής, στις διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας και στις «εκπομπές» του άρθρου 1003 ΑΚ)

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1000 ΑΚ, εφόσον η ακολούθως αναφερόμενη δράση του κυρίου ορισμένου πράγματος δεν προσκρούει στον νόμο ή σε δικαιώματα τρίτων, ο κύριος του πράγματος μπορεί να το διαθέτει κατ’ αρέσκειαν και να αποκρούει κάθε ενέργεια άλλου πάνω σε αυτό. Εξ άλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, αν η κυριότητα προσβάλλεται με άλλο τρόπο εκτός από αφαίρεση ή κατακράτηση του πράγματος, ο κύριος δικαιούται να απαιτήσει από εκείνον που προσέβαλε την κυριότητα να άρει την προσβολή και να την παραλείπει στο μέλλον. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η αρνητική αγωγή ασκείται στην περίπτωση μερικής και όχι ολικής προσβολής της κυριότητας, δηλαδή όταν ο κύριος διαταράσσεται στη νομή που ασκεί επί του πράγματός του και όχι όταν η κυριότητά του επί του τελευταίου προσβάλλεται με αφαίρεση ή κατακράτηση αυτού (ενν. του πράγματος), αφού στην τελευταία περίπτωση προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή, την οποία ασκεί κατ’ αυτού που κατέχει το πράγμα. Ως εκ των προρρηθέντων συνάγεται, βάση της αρνητικής αγωγής είναι η κυριότητα ή συγκυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος και η προσβολή αυτής με πράξεις διατάραξης. Διατάραξη της κυριότητας (ή συγκυριότητας), δε, αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο αυτής από πλευράς του εναγομένου, δηλαδή ο εναγόμενος διαταράσσει την κυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος του τελευταίου όταν ενεργεί σε αυτό πράξεις που μόνον ο κύριός του, ήτοι ο ενάγων, δικαιούται να ενεργήσει (κατά τα άρθρα 999 και 1000 ΑΚ) [θετική διατάραξη – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ], όταν εμποδίζει τον ενάγοντα κύριό του να ενεργήσει επ’ αυτού, καίτοι δικό του πράγμα [ομοίως, θετική διατάραξη – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ], και όταν δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως π.χ. όταν παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του ενάγοντος κυρίου ως προς την άσκηση του δικαιώματός του επί του πράγματος [αρνητική διατάραξη, δια παραλείψεως – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ]. Η διατάραξη αυτή, δε, έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση, υπό του ενάγοντος κυρίου, ορισμένων εξουσιών από την κυριότητά του επί του πράγματος. Γενικώς, εξ άλλου, όλες οι αποτελούσες διατάραξη της νομής πράξεις αποτελούν και επέμβαση στην κυριότητα, άλλοις λόγοις διατάραξη αυτής, που δικαιολογεί την άσκηση αρνητικής αγωγής. Μόνη η απλή αμφισβήτηση της νομής, πάντως, δεν συνιστά διατάραξη, καθότι αυτή η τελευταία απαιτεί ολική επενέργεια επί του πράγματος (βλ. συνολικά ΑΠ 761/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1351/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 609/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1792/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1062/2006 ΕλλΔνη 2006.1345, ΑΠ 300/2006 ΕλλΔνη 47.828, ΑΠ 959/2005 ΕλλΔνη 46.1395, ΑΠ 1026/2000 ΝοΒ 56.618, ΑΠ 438/1992 ΕλλΔνη 35.1025, ΑΠ 1391/1991 ΕλλΔνη 33.1208 και ΕΕΝ 1993.130, ΑΠ 7/1981 ΝοΒ 29.1232, ΑΠ 634/1974 ΝοΒ 23.179, ΕφΠειρ 766/2005 ΕλλΔνη 47.845 και ΠειρΝ 2005.427, ΕφΑθ 3770/2004 ΕλλΔνη 45.1692, ΕφΑθ 5518/2003 ΕλλΔνη 2004.182, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 179/2014 ΕΠΟΛΔ 2015.744 και ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διατάραξη της κυριότητας μπορεί να είναι είτε παρούσα είτε απειλούμενη. Παρούσα είναι εκείνη που ήδη υφίσταται, ενώ απειλούμενη είναι εκείνη, στην περίπτωση της οποίας έχει τεθεί σε κίνηση μια αιτία διαταραχής, η οποία στο μέλλον θα παραβλάψει τα συμφέροντα του κυρίου του βλαπτόμενου πράγματος. Η αιτία διαταραχής, όμως, έχει σημασία για την αρνητική αγωγή αφ’ ης στιγμής δημιουργήσει σοβαρή απειλή πραγματοποίησης της διαταράξεως [βλ. Κ. Α. Παπαδόπουλου (Αρεοπαγίτου), Η Αρνητική Αγωγή, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι – Κομοτηνή 1984, σελ. 99].

Εξ ετέρου, όπως σαφώς προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1108 ΑΚ, προϋποθέσεις για την άσκηση αρνητικής αγωγής είναι οι εξής: (α) κυριότητα του ενάγοντος στο επίδικο πράγμα, (β) διατάραξη της κυριότητας αυτής από τον εναγόμενο, (γ) παράνομος χαρακτήρας της εν λόγω διατάραξης. Αντιθέτως, δεν απαιτείται υπαιτιότητα του διαταράσσοντος εναγομένου, ούτε υπ’ αυτού εκδηλούμενη αντιποίηση δικαιώματος στο πράγμα του ενάγοντος. Έτσι, αν η εκ παραλείψεως διατάραξη προέρχεται από κάποιο έργο εντός του ακινήτου του διαταράσσοντος εναγομένου ή από την κατάσταση του ακινήτου του ή από τις δυνάμεις της φύσης (π.χ. από τον άνεμο), και πάλι ο κύριος του διαταράσσοντος ακινήτου υπόκειται σε αρνητική αγωγή, καθότι, υπό την ιδιότητα και μόνον του κυρίου, ευθύνεται για κάθε διατάραξη. Αναφορικά με το παράνομο της διατάραξης, εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι τούτο απαιτείται, παρά τη μη ρητή αναφορά του στο άρθρο 1108 ΑΚ, αφού συνάγεται από τη διάταξη της παραγράφου 2 αυτού. Η διατάραξη, επομένως, πρέπει να είναι παράνομη, δηλαδή να μην στηρίζεται σε δικαίωμα του προσβολέα. Παράνομη χαρακτηρίζεται, δε, όχι μόνον όταν αντιβαίνει στον νόμο (π.χ. στις διατάξεις του γειτονικού δικαίου, βλ. ΑΚ 1003 επ.) ή σε δικαιοπραξία, αλλά και όταν συνιστά καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, κατ’ άρθρο 281 ΑΚ.

Λεκτέον, περαιτέρω, ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση της αρνητικής αγωγής, ενάγων είναι ο κύριος, ο συγκύριος (βλ. ΑΚ 1116, καθώς και ΑΠ 49/1998 Δνη 39.1271), ο επικαρπωτής (βλ. ΑΚ 1173) προς προστασία της επικαρπίας, ο ενεχυρούχος δανειστής (βλ. ΑΚ 1236) προς προστασία του ενεχύρου, ο ειδικός διάδοχος μετά τη διατάραξη, ο ειδικός διάδοχος προ της διαταράξεως εάν εκχωρήθηκε η αρνητική αγωγή, ο νομέας με τα προσόντα της πουβλικιανής αγωγής, ο κληρονόμος του πουβλικιανού, οι κληρονόμοι αυτού που προσβλήθηκε, το νομικό πρόσωπο, ο συγκύριος εναντίον άλλου συγκυρίου και ο οροφοκτήτης κατά τρίτων ή των λοιπών συγκυρίων ή οροφοκτητών (βλ. άρ. 3 Ν. 3741/1929, καθώς και ΑΠ 665/1981 ΝοΒ 30.226). Εναγόμενος, από την άλλη, είναι ο ενεργήσας τη διατάραξη, δίχως να ερευνάται εάν ο τελευταίος είναι κύριος, νομέας ή κάτοχος του πράγματος από το οποίο προήλθε η διατάραξη ή εάν αντιποιείται οποιοδήποτε εμπράγματο ή ενοχικό δικαίωμα – θετικά ή αποθετικά, υπαιτίως ή ανυπαιτίως, με καλή πίστη ή όχι (βλ. ΠΠρΘεσ 179/2014 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1036/1999 Αρμ 2002.536). Έτσι, εναγόμενος μπορεί να είναι και αυτός που ενήργησε τη διατάραξη στο όνομα και με εντολή άλλου (βλ. ΕΠ 25/66 ΝοΒ 14.672, ΕΠ 121/66 ΕΕΝ 34.456), καθώς και οι μισθωτής και εκμισθωτής αν η διατάραξη με το κατασκεύασμα διαλαμβάνεται στους όρους της σύμβασης [βλ. συνολικά Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1108, σελ. 709, 710 και 715].

Εξ ετέρου, το αίτημα της αρνητικής αγωγής συνίσταται το μεν στην άρση της διατάραξης/προσβολής, ήπερ (ενν. η άρση) βαραίνει τον διαταράσσοντα/προσβολέα[1] και εκτελείται κατά τον προβλεπόμενο στα άρθρα 945 – 946 ΚΠολΔ τρόπο, το δε στην παράλειψή της στο μέλλον, ήπερ (ενν. η παράλειψη) εκτελείται κατ’ άρθρο 947 ΚΠολΔ, είτε η προσβολή παρήλθε είτε είναι απειλούμενη (βλ. ΑΠ 761/2017 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αρνητική αγωγή, απαιτείται να περιέχεται σε αυτή, πέραν των στοιχείων που προβλέπονται στα άρθρα 117-118 ΚΠολΔ και πρέπει να διαλαμβάνονται σε κάθε δικόγραφο, και επαρκής έκθεση των νομικών και πραγματικών περιστατικών που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1108 ΑΚ· άλλως ειπείν, στο δικόγραφο της εν θέματι αγωγής, ο ενάγων πρέπει (α) να αναφέρει την ιδιότητά του ως κυρίου του επίδικου πράγματος και τον (παράγωγο) τρόπο με τον οποίο απέκτησε το δικαίωμα κυριότητάς του επ’ αυτού (ή μια από τις άλλες ιδιότητες που μπορεί να φέρει ο ενάγων, κατά τα ανωτέρω, και τον τρόπο με τον οποίον απέκτησε το αντίστοιχο δικαίωμα) και, επιπλέον, (β) να παραθέτει ακριβή περιγραφή του επίδικου προσβαλλόμενου πράγματος και, εάν πρόκειται περί ακινήτου, να το προσδιορίζει κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, μάλιστα δε τόσο λεπτομερώς, ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του (βλ. ΑΠ 1097/2017 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1455/2014 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής, όμως, δεν απαιτείται να μνημονεύονται στο σχετικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου και ο καθ’ όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων (βλ. ΑΠ 1097/2017 ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, η αρνητική αγωγή δεν καθίσταται αόριστη στην περίπτωση κατά την οποία η διαλαμβανόμενη σε αυτή περιγραφή του ακινήτου γίνεται με βάση την αποτύπωσή του σε ορισμένο τοπογραφικό διάγραμμα που δεν ενσωματώνεται στο αγωγικό δικόγραφο (βλ. ΑΠ 1097/2017 ΝΟΜΟΣ).

Όσον αφορά δε στο ζήτημα της απόδειξης, ο ενάγων οφείλει να αποδείξει την κυριότητα του (ή την οποιαδήποτε – εκ των προαναφερθεισών – ιδιότητά του σε σχέση με το επίδικο πράγμα, ήτοι το δικαίωμά του σε αυτό), την προσβολή/διατάραξη στην οποία προέβη ο εναγόμενος και τον κίνδυνο επανάληψης αυτής της προσβολής/διατάραξης, ενώ ο εναγόμενος οφείλει να αποδείξει τη βασιμότητα της τυχόν ενστάσεώς του περί ιδίου δικαιώματος επί του επίδικου πράγματος,[2] την τυχόν ερειδόμενη στο άρθρο 1003 ΑΚ ένστασή του και την τυχόν ένστασή του περί παραγραφής της προβαλλόμενης με την αρνητική αγωγή αξίωσης του ενάγοντος [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1108, σελ. 716].

Η μόλις ρηθείσα αξίωση, δε, υπόκειται στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 ΑΚ, αφετήριο χρονικό σημείο της οποίας αποτελεί η επόμενη ημέρα από εκείνη κατά την οποία επήλθε η διατάραξη, ανεξάρτητα από τυχόν γνώση ή άγνοια του ενάγοντος. Σημειωτέον, εξ άλλου, ότι αν πρόκειται για συνεχή διατάραξη, η εκκίνηση του ως άνω χρόνου παραγραφής σηματοδοτείται από τη συντέλεση της διατάραξης, ενώ αν πρόκειται για περιοδικές διαταρακτικές πράξεις, καθεμιά από αυτές συνιστά αυθύπαρκτη διατάραξη, υποκείμενη αυτοτελώς σε παραγραφή. Για καθεμιά εξ αυτών των πράξεων, δηλαδή, εκκινεί νέα παραγραφή [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1108, σελ. 713, καθώς και Κ. Α. Παπαδόπουλου (Αρεοπαγίτου), Η Αρνητική Αγωγή, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι – Κομοτηνή 1984, σελ. 170 – 171].

Περαιτέρω, αναφορικά με το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας προς εκδίκαση της αρνητικής αγωγής, λεκτέον ότι, κατά την ορθότερη και κρατούσα γνώμη, καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο είναι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 18 αριθ. 1 ΚΠολΔ, καθότι το αντικείμενο της αγωγής αυτής δεν είναι δεκτικό χρηματικής αποτίμησης (βλ. ΕφΠατρ 256/2006 ΑχΝμλγ 2007.149, ΕφΑθ 2067/2005 ΕλλΔνη 47.534, ΕφΠατρ 888/2004 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΔωδ 306/2004 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5518/2003 ΕλλΔνη 45.181, ΕφΛαρ 242/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΛαρ 69/2001 Δικογραφία 2001.84, ΕφΑθ 1115/2000 ΕλλΔνη 41.796, ΕφΑθ 7997/1999 ΕλλΔνη 2001.450, ΕφΠατρ 140/1994 ΑρχΝ 1995.191, ΕφΠειρ 353/1993 ΕλλΔνη 33.410, ΕφΘεσ 1530/1989 Αρμ 43.1124, ΠΠρΑθ 1455/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 179/2014 ΕΠΟΛΔ 2015.744 και ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Α. Γεωργιάδη σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, άρθρο 1108, σελ. 623). Τούτο το συμπέρασμα προκύπτει από τον σκοπό της εν θέματι αγωγής και ιδίως από το αίτημά της για άρση της προσβολής και παράλειψή της στο μάλλον, όπερ αποβλέπει αποκλειστικά στην ομαλή λειτουργία της ίδιας της κυριότητας, χωρίς να ενδιαφέρεται για τα αποτελέσματα της προσβολής πάνω στο δικαίωμα ή την υλική του υπόσταση (βλ. Κ. Παπαδόπουλου, Η Αρνητική Αγωγή, 1984, σελ. 153, του ιδίου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, 1989, σελ. 370, Γεωργιάδη σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, άρθρο 1108, αριθ. 28, σελ. 623, ΕφΑθ 1115/2000, ΕφΠειρ 353/1990 ΕλλΔνη 33.410, ΕφΑθ 690/1985 ΕλλΔνη 26.1173).

Εξ ετέρου, ως προς την τοπική αρμοδιότητα προς εκδίκαση της αρνητικής αγωγής, παρατηρητέον ότι εάν πρόκειται για ακίνητο, εφαρμοστέα τυγχάνει η διάταξη του άρθρου 29 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αρμόδιο είναι το δικαστήριο στου οποίου την περιφέρεια βρίσκεται το ακίνητο, ενώ αν πρόκειται για κινητό, εφαρμοστέο τυγχάνει το άρθρο 22 ΚΠολΔ περί γενικής δωσιδικίας / δωσιδικίας της κατοικίας του εναγομένου ή τα άρθρα 27 επ. ΚΠολΔ για τις ειδικές δωσιδικίες [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1108, σελ. 714].

Επιπροσθέτως, πρέπει να προσεχθεί ότι, όταν αφορά σε ακίνητο, η αρνητική αγωγή εγγράφεται στα βιβλία διεκδικήσεων του γραφείου της περιφέρειας όπου βρίσκεται το ακίνητο μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από την κατάθεσή της, άλλως απορρίπτεται – ακόμη και αυτεπαγγέλτως – ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ.

Η αρνητική αγωγή, πάντως, δεν υπόκειται σε τέλος δικαστικού ενσήμου, αφού το αντικείμενό της είναι ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης (βλ. ΕφΑθ 866/1980 ΝοΒ28.854, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, σελ. 372, παρ. 9). Το ίδιο ισχύει, εξ άλλου, και για την τυχόν σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο αναγνωριστική αγωγή (βλ. ΑΠ 129/1971 ΝοΒ 1971.617,618, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ).

Ως προς το μόλις λεχθέν, διευκρινίζεται ότι με την αρνητική αγωγή σωρεύεται παραδεκτά αναγνωριστική τοιαύτη, που διαλαμβάνει ως αίτημα την αναγνώριση της κυριότητας ή συγκυριότητας του ενάγοντος (βλ. ΕφΘεσ 1530/1989 Αρμ. 43.1123, ΕφΑθ 3690/1985 ΕλλΔνη 26.1173, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ). Η αναγνωριστική αγωγή, δε, ακόμη κι αν υπάγεται κανονικά – λόγω ποσού – στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα άλλου, κατώτερου δικαστηρίου, εκδικάζεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, ως ιεραρχικά ανώτερο, λόγω συνάφειας (βλ. άρ. 31 παρ. 3 ΚΠολΔ), προς τον σκοπό ενιαίας κρίσεως και αποφυγής αντιφατικών αποφάσεων (βλ. ΕφΑθ 7071/1989 ΕλλΔνη 31.1504, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, Κεραμέως – Κονδύλη – Νίκα, ΕρμΚΠολΔ, άρθρο 31, σελ. 76, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, άρθρο 31, σελ. 243).

Περαιτέρω, με την αρνητική αγωγή μπορεί να σωρευθεί παραδεκτώς – σύμφωνα με το άρθρο 1108 παρ. 1 εδ. β΄ ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, 932 ΑΚ και 218 παρ. 1 ΚΠολΔ – και αγωγή αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας ή/και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης εξ αδικοπραξίας (βλ. ΑΠ 1646/2010 ΧρΙΔ 2011.501, ΑΠ 959/2005 ΕλλΔνη 2005.1395, ΑΠ 869/2000 ΕλλΔνη 42.75, ΕφΠατρ 945/2006 ΑχΝμλγ 2007.169, ΕφΠατρ 368/2003 ΑχΝμλγ 2004.121, ΠΠρΑθ 1455/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 179/2014 ΕΠΟΛΔ 2015.744 και ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2159/2010 ΝΟΜΟΣ). Τοιαύτη αγωγή αποζημίωσης, δε, είναι επαρκώς ορισμένη, εφόσον: α) διαλαμβάνονται σε αυτή – συμφώνως προς τα άρθρα 117, 118 και 216 ΚΠολΔ και τα άρθρα 297, 298 και 914 ΑΚ – οι συγκεκριμένες εργασίες που απαιτούνται για την αποκατάσταση των ζημιών του πράγματος εις ο αφορά η αγωγή, β) εξειδικεύεται το κόστος για καθεμιά από αυτές τις εργασίες χωριστά, γ) αναφέρονται κατ’ είδος, ποσότητα και τιμή μονάδος τα υλικά που χρειάζονται για την αποκατάσταση των φθορών του πράγματος και δ) μνημονεύεται τόσο ο αριθμός των εργατών που χρησιμοποιούνται προς τον σκοπό αυτόν, όσο και οι ημέρες απασχόλησής τους (βλ. ΠΠρΑθ 1455/2014 ΝΟΜΟΣ).

Σχετικά με το ζήτημα της αντικειμενικής σώρευσης αγωγών στο αυτό δικόγραφο, πάντως, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η διάταξη του άρθρου 218 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄ ΚΠολΔ – σύμφωνα με την οποία περισσότερες αιτήσεις του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγόμενου οι οποίες πηγάζουν από την ίδια ή διαφορετική αιτία, αφορούν στο ίδιο ή διαφορετικό αντικείμενο και στηρίζονται στον ίδιο ή διαφορετικό λόγο μπορούν να ενωθούν στο ίδιο δικόγραφο αγωγής αν στο σύνολό τους υπάγονται, λόγω ποσού, στο δικαστήριο όπου εισάγονται και, επιπλέον, υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα του ιδίου δικαστηρίου – αφορά στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η καθ’ ύλην αρμοδιότητα κρίνεται από το ποσό στο οποίο αποτιμάται η ένδικη διαφορά. Όταν, όμως, από την έρευνα της φύσης των αξιώσεων που σωρεύονται αθροιστικώς προκύπτει ότι άπασες ή αμφότερες ή μία εξ αυτών δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα ή εμπίπτει στις περιπτώσεις της εξαιρετικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου ή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, τότε δεν μπορεί να γίνει συνυπολογισμός προκειμένου να κριθεί η καθ’ ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου. Στην περίπτωση αυτή, λοιπόν, το δικαστήριο οφείλει να ερευνήσει την τυχόν στοιχειοθέτηση καθ’ ύλην αρμοδιότητάς του αυτοτελώς ως προς κάθε σωρευόμενη αξίωση. Και αν μεν είναι καθ’ ύλην αρμόδιο ως προς καθεμία από τις αθροιστικώς σουρευόμενες αξιώσεις, τότε δεν υπάρχει πρόβλημα. Σε αντίθετη περίπτωση, όμως, πρέπει να διατάξει τον χωρισμό των υποθέσεων, κατ’ εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 218 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αν ενωθούν περισσότερες αιτήσεις χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 1, διατάσσεται, ύστερα από αίτηση ή και αυτεπαγγέλτως, ο χωρισμός των υποθέσεων και, στην περίπτωση της καθ’ ύλην ή κατά τόπον αναρμοδιότητας, εφαρμόζονται τα άρθρα 46 και 47 ΚΠολΔ, δηλαδή το δικάζον δικαστήριο κρατά την υπόθεση για την οποία είναι καθ’ ύλην αρμόδιο και παραπέμπει την άλλη υπόθεση στο προσδιοριζόμενο, μετά τον χωρισμό, καθ’ ύλην αρμόδιο δικαστήριο, δεδομένου ότι η συνδρομή καθ’ ύλην αρμοδιότητας ως προς μια από τις σωρευόμενες αξιώσεις δεν εγκαθιδρύει καθ’ ύλην αρμοδιότητα και για τις άλλες (βλ. ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Σ. Δεληκωστόπουλου — Λ. Σινανιώτη, Ερμηνεία Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας, II, άρθρο 221, ΙΙΙΒ, σελ. 152, Πελ. Γέσιου — Φαλτσή, Ζητήματα εκ του καθορισμού της καθ’ ύλην αρμοδιότητος εις την σώρευσιν αγωγών, Αρμ. ΚΣΤ΄, σελ. 818 – 819, πρβλ. και Πρακτικά Αναθεωρητικής Επιτροπής, σελ. 558).

Πέραν τούτων, αξίζει να επισημανθεί ότι η καθ’ ύλην αρμοδιότητα προς εκδίκαση αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ δεν πρέπει να συγχέεται με την καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί αγωγής διατάραξης της νομής των άρθρων 984 και 989 ΑΚ, η οποία – ειρήσθω εν παρόδω – εγγράφεται υποχρεωτικώς στα βιβλία διεκδικήσεων, σύμφωνα με το άρθρο 220 ΚΠολΔ, και υποκύπτει σε παραγραφή ένα έτος μετά τη συντέλεση της διατάραξης, όπως ορίζει το άρθρο 992 ΑΚ. Τωόντι, εν αντιθέσει προς την αρνητική αγωγή, που υπάγεται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου (κατ’ άρθρο 18 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ως προερρήθη, η αγωγή διατάραξης της νομής υπάγεται κατ’ αρχήν στην εξαιρετική καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, αφού, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 16 αριθ. 13 ΚΠολΔ, οποιαδήποτε διαφορά από προσβολή της νομής ή κατοχής κινητών ή ακινήτων υπάγεται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου (βλ. ΜΠρΑθ 247/2013 ΝΟΜΟΣ). Οι υποθέσεις προσβολής της νομής ή κατοχής, δηλαδή, εφόσον η αξία τους υπερβαίνει το όριο της κατ’ άρθρο 14 παρ. 1 εδ. α΄ ΚΠολΔ αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου λόγω ποσού (βλ. ΕιρΧαν 101/2014 ΝΟΜΟΣ), υπάγονται αποκλειστικώς στο Μονομελές Πρωτοδικείο, δοθέντος ότι η εξαιρετική αυτή αρμοδιότητα του μόλις ρηθέντος δικαστηρίου έχει θεσπιστεί σε βάρος της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, του οποίου η αρμοδιότητα αποκλείεται σε κάθε περίπτωση αναφορικά με τις περί ων ο λόγος διαφορές (βλ. ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου, ενόψει της γενικής διατύπωσης της διάταξης του άρθρου 16 αριθ. 13 ΚΠολΔ, στην ως άνω εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπάγεται κάθε διαφορά που απορρέει από την προσβολή της νομής ή κατοχής κινητού ή ακινήτου, δηλαδή από την αποβολή από τη νομή ή κατοχή ή από τη διατάραξή τους. Συνεπώς, στην εν λόγω εξαιρετική αρμοδιότητα υπάγεται κάθε προστατευτικό της νομής ένδικο βοήθημα που ασκείται από τον νομέα ή τον κάτοχο κινητού ή ακινήτου, όπως η αγωγή αποβολής, διατάραξης, αδικαιολόγητου πλουτισμού και αποζημίωσης κατά τα άρθρα 987 και 989 ΑΚ (βλ. ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, εκδ. 2001, άρθρο 16, αρ. 2, 3).

Από την καθ’ ύλην αρμοδιότητα προς εκδίκαση αρνητικής αγωγής του άρθρου 1108 ΑΚ διαφοροποιείται, επίσης, η καθ’ ύλην αρμοδιότητα επί αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, η οποία υπάγεται στο Ειρηνοδικείο, σύμφωνα με το άρθρο 733 ΚΠολΔ [βλ. ΕιρΘεσσαλ (Ασφ) 5/2018 ΝΟΜΟΣ, ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ, Ειρ Νέων Μουδανιών 72/2015 Αρμ 2015.1299 και ΝΟΜΟΣ, ΕιρΑταλ 36/2015 ΝΟΜΟΣ].

Πέραν τούτων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση της οροφοκτησίας διακρίνονται από τις μεταξύ αυτών διαφορές που προέρχονται καθαρώς από την αμφισβήτηση ή κατά οποιονδήποτε λόγο προσβολή του δικαιώματος της αποκλειστικής κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή της νομής ιδιοκτήτη επί του διαμερίσματος ή του ορόφου του από άλλον ιδιοκτήτη διαμερίσματος ή ορόφου της οικοδομής. Μάλιστα, ενώ οι δεύτερες ως άνω αναφερόμενες διαφορές, ήτοι οι προερχόμενες αμιγώς από την αμφισβήτηση ή προσβολή της κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή της νομής, υπάγονται στην καθ’ ύλην αρμοδιότητα που σημειώνεται παραπάνω, εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία και εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων, οι πρώτες ως άνω αναφερόμενες διαφορές, ήτοι οι προερχόμενες από τη σχέση της οροφοκτησίας, υπάγονται, σύμφωνα με το άρθρο 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την επιφύλαξη του άρθρου 14 παρ. 1 περ. γ΄ ΚΠολΔ, εκδικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 – 657 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 647 παρ. 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυαν τα μόλις ρηθέντα άρθρα του ΚΠολΔ, που καταργήθηκαν έμμεσα με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α΄ 87/23.07.2015), και δεν εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων. Ως προς το ζήτημα της υλικής αρμοδιότητας, αναλυτικότερα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 17 παρ. 3 ΚΠολΔ, στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, που έχει ως σκοπό την ταχεία επίλυση των διαφορών μεταξύ των συνιδιοκτητών, υπάγονται, μάλιστα δε ανεξαρτήτως της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, οι μεταξύ συνιδιοκτητών διενέξεις που απορρέουν από τη σχέση της οροφοκτησίας, ανεξάρ­τητα εάν αφορούν στις διαιρετές ιδιοκτησίες τους ή στα κοι­νά της οικοδομής. Ως τέτοιες, δε, πρέπει να νοηθούν εκείνες που αναφέρονται: 1) στην ερμηνεία και εφαρμογή του Ν. 3741/1929 «περί της ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους» (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 54 ΕισΝΑΚ), των άρ­θρων 1002 και 1117 ΑΚ ή του ΝΔ 1024/1971, 2) στην ερμηνεία και εφαρμογή των συστατικών της οροφοκτη­σίας πράξεων και των κατά τα άρθρα 4 § 1 και 13 του Ν. 3741/1929 ειδικών συμφωνιών και του κανονισμού της οροφοκτησίας και 3) γενικά στις διενέξεις μεταξύ των οροφοκτησιών και της ίδιας οροφοκτησίας ως προς τα εκατέρωθεν δικαιώματα και υποχρεώσεις τους (βλ. Π. Κωνσταντόπουλου, Η οροφοκτησία εν Ελλάδι, σελ. 443 – 451). Ως διαφορές του ως άνω είδους, δηλα­δή, υπαγόμενες στην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, πρέπει να νοηθούν εκείνες που είναι συναφείς με την εφαρ­μογή του Ν. 3741/1929 και την ενάσκηση ή εκπλή­ρωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέ­ουν από τον νόμο αυτόν ή από τον κανονισμό που προβλέπεται στον ίδιο νόμο (Ν. 3741/1929) (βλ. Φ. Τσετσέκου, Η χωριστή ιδιοκτησία, έκδ. 1994, σελ. 296 – 197, Β. Βαθρακοκοίλη, ΚΠολΔ, έκδ. 1994, άρθρο 17, αριθ. 7, 23, σελ. 192 και 197, καθώς και ΑΠ 520/87 ΝοΒ 36.1411, ΑΠ 648/78 ΝοΒ 27.512, ΑΠ 1642/76 ΕΕΝ 44.74, ΕφΑθ 944/94 ΕΔΠ 94.213, ΕφΑθ 5702/89 ΕλλΔνη 33.389, ΕφΑθ 5210/87 ΑρχΝ 38.523). Ούτως ειπείν, δεν υπάγονται στη ρύθμιση του άρθρου 17 παρ. 3 ΚΠολΔ όλες οι μεταξύ ιδιοκτητών ορόφων ή διαμερισμά­των διαφορές που ανακύπτουν εξ αφορμής της σχέσης οροφοκτησίας, αλλά αποκλειστικώς και μόνον οι μόλις μνημονευθείσες, οι οποίες αναφέρονται σε προσβολή δικαιώματος ιδιοκτήτη, το οποίο έχει γεννηθεί με κανόνα δικαίου που οριοθετεί τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις με­ταξύ των κυρίων των επί μέρους αυτοτελών ιδιοκτησι­ών της κοινής οικοδομής. Συνεπώς, στην περί ης πρόκειται αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου δεν υπάγονται οι μεταξύ συνιδιοκτητών διαφορές που προέρχονται καθαρώς από την αμφισβήτηση ή κατά οποιονδήποτε λόγο προσβολή του δικαιώματος της αποκλειστικής κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος ή της νομής ιδιοκτήτη επί του διαμερίσματος ή του ορόφου του από άλλο ιδιοκτήτη διαμερίσματος ή ορόφου της οικοδομής. Δεν υπάγονται, δηλαδή, στην εν λόγω αρμοδιότητα οι διαφορές που σχετίζονται με τα όρια της νομής ή της κυριότητας ή άλλων εμπράγματων δικαιωμάτων που πηγάζουν από τη διαιρεμένη ιδιοκτησία, αφού οι τελευταίες δεν αποτελούν απλές διαφορές/διενέξεις μεταξύ συνιδιοκτητών. Ως εκ τούτου, δεν μπορεί να υπαχθεί στην προλεχθείσα καθ’ ύλην αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου (ούτε στην προρρηθείσα ειδική διαδικασία των άρθρων 648 – 657 ΚΠολΔ) η αξίωση που φέρει τον χαρακτήρα αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής (κατά τα άρθρα 1094 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ) ή αρνητικής αγωγής (κατ’ άρθρο 1108 ΑΚ) [βλ. συνολικά ΟλΑΠ 35/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 789/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 6533/1991 Δ/νη 1992.391 και ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 12134/2017 Αρμ 2017.1330, ΝΟΜΟΣ, ΕιρΘεσσαλ (Ασφ) 5/2018 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Κ. Α. Παπαδόπουλου (Αρεοπαγίτου), Η Αρνητική Αγωγή, εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήναι – Κομοτηνή 1984, σελ. 129 – 133 και 140 – 141]. Σε κάθε περίπτωση, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό της διαφοράς ως προερχόμενης από τη σχέση της οροφοκτησίας είναι το εάν πραγματικά η συγκεκριμένη διαφορά αναφύει από την ίδια τη σχέ­ση της κατ’ όροφο ιδιοκτησίας ανεξάρτητα από τη σχέση του ουσιαστικού δικαίου στην οποία στηρίζεται (π.χ. νο­μή, κυριότητα, εντολή, διοίκηση αλλοτρίων κ.λπ.) ή από άλλη σχέση, τυχαία και άσχετη με την ειδική σχέση της οροφοκτησίας [βλ. ΕιρΘεσσαλ (Ασφ) 5/2018 ΝΟΜΟΣ]. Σε αυτού του είδους τις διαφορές, δηλαδή, η σχέση της οριζοντί­ου ιδιοκτησίας πρέπει, με βάση το συγκεκριμένο ιστορικό της αγωγής, να αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση για τη σύσταση του επίδικου δικαιώματος, (για) τη συνδρομή του εννόμου συμφέροντος προς άσκηση της αγωγής ή (για) τη στοιχειοθέτηση της ενεργητικής και παθητι­κής νομιμοποίησης των διαδίκων [βλ. ΑΠ 488/2005 ΕλλΔνη 46.1399, ΑΠ 548/1978 ΝοΒ 27.512, ΕφΛαρ 296/2011 Δικογραφία 2011.502, ΕφΛαρ 420/2001 Δικογραφία 2002.44, ΕφΑθ 3345/1998 ΕλλΔνη 39.920, ΕφΑθ 2281/1997 ΕλλΔνη 38.1917, ΜΠρΙωαν 270/2011, ΕιρΘεσσαλ (Ασφ) 5/2018 ΝΟΜΟΣ]. Γενικός κανόνας για τη διάκριση μεταξύ των ανωτέρω δύο ειδών διαφορών δεν μπορεί να υπάρξει, προφανώς, γι’ αυτό και ο δικαστής καθορίζει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση – κατ’ εκτίμηση του αιτητικού της εκάστοτε αγωγής – αν υπάρχει διατάραξη της κυριότητας ή της νομής ή απλή διένεξη μεταξύ συνιδιοκτητών από τη σχέση της οροφοκτησίας (βλ. ΑΠ 1369/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 789/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 6533/1991 ΕλλΔνη 33.391, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΘεσ 12134/2017 Αρμ 2017.1330 και ΝΟΜΟΣ, καθώς και Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος Β, εκδ. 1992, παρ. 320 και 321). Προς απάμβλυνση, πάντως, της όποιας δυσχέρειας κατά την υπό συζήτηση διάκριση μεταξύ των περί ων ο λόγος δύο ειδών διαφορών, σκόπιμο παρίσταται να επισημανθεί, επιπροσθέτως, το ήδη λεχθέν παραπάνω, δηλαδή ότι «διατάραξη της κυριότητας» (ή συγκυριότητας) αποτελεί κάθε έμπρακτη εναντίωση στο θετικό ή αποθετικό περιεχόμενο αυτής από πλευράς του εναγομένου, δηλαδή ο εναγόμενος διαταράσσει την κυριότητα του ενάγοντος επί του πράγματος του τελευταίου όταν ενεργεί σε αυτό πράξεις που μόνον ο κύριός του, ήτοι ο ενάγων, δικαιούται να ενεργήσει (κατά τα άρθρα 999 και 1000 ΑΚ) [θετική διατάραξη – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ], όταν εμποδίζει τον ενάγοντα κύριό του να ενεργήσει επ’ αυτού, καίτοι δικό του πράγμα [ομοίως, θετική διατάραξη – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ], και όταν δεν προβαίνει στην επιβαλλόμενη ενέργεια προς αποτροπή ή παύση της διατάραξης, όπως π.χ. όταν παραλείπει να άρει διαταρακτικό κατασκεύασμα ή αντικείμενο που συνεπάγεται διαρκή και εξακολουθητική παρενόχληση του ενάγοντος κυρίου ως προς την άσκηση του δικαιώματός του επί του πράγματος [αρνητική διατάραξη, δια παραλείψεως – πρβλ. ΑΠ 150/2017 ΝΟΜΟΣ]. Η διατάραξη αυτή, δε, έχει ως συνέπεια τη μη ελεύθερη και ανενόχλητη χρησιμοποίηση, εκμετάλλευση και απόλαυση, υπό του ενάγοντος κυρίου, ορισμένων εξουσιών από την κυριότητά του επί του πράγματος. Γενικώς, εξ άλλου, όλες οι αποτελούσες διατάραξη της νομής πράξεις αποτελούν και επέμβαση στην κυριότητα, άλλοις λόγοις διατάραξη αυτής, που δικαιολογεί την άσκηση αρνητικής αγωγής. Μόνη η απλή αμφισβήτηση της νομής, πάντως, δεν συνιστά διατάραξη, καθότι αυτή η τελευταία απαιτεί ολική επενέργεια επί του πράγματος (βλ. συνολικά ΑΠ 761/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1351/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 609/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1792/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1062/2006 ΕλλΔνη 2006.1345, ΑΠ 300/2006 ΕλλΔνη 47.828, ΑΠ 959/2005 ΕλλΔνη 46.1395, ΑΠ 1026/2000 ΝοΒ 56.618, ΑΠ 438/1992 ΕλλΔνη 35.1025, ΑΠ 1391/1991 ΕλλΔνη 33.1208, ΑΠ 7/1981 ΝοΒ 29.1232, ΑΠ 634/1974 ΝοΒ 23.179, ΕφΠειρ 766/2005 ΕλλΔνη 47.845 και ΠειρΝ 2005.427, ΕφΑθ 3770/2004 ΕλλΔνη 45.1692, ΕφΑθ 5518/2003 ΕλλΔνη 2004.182, ΠΠρΑθ 558/2014 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΘεσ 179/2014 ΕΠΟΛΔ 2015.744 και ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 1288/2011 ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΑθ 2277/2010 ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, λεκτέον ότι, κατά το άρθρο 1003 ΑΚ, «Ο κύριος ακινήτου έχει υποχρέωση να ανέχεται την εκπομπή καπνού, αιθάλης, αναθυμιάσεων, θερμότητας, θορύβου, δονήσεων ή άλλες παρόμοιες επενέργειες που προέρχονται από άλλο ακίνητο, εφόσον αυτές δεν παραβλάπτουν σημαντικά τη χρήση του ακινήτου του ή προέρχονται από χρήση συνήθη για ακίνητα της περιοχής του κτήματος από το οποίο προκαλείται η βλάβη». Όπως συνάγεται από τη μόλις εκτεθείσα διάταξη, ως «εκπομπές» κατά την έννοια αυτής νοούνται οι από άλλο ακίνητο – γειτονικό ή μη – προερχόμενες υλικές τοιαύτες που εξέρχονται από την περιοχή του βλάπτοντος ακινήτου και εισέρχονται στην περιοχή του βλαπτόμενου τοιούτου. Τέτοιες είναι αυτές που μνημονεύονται ενδεικτικά (βλ. ΑΠ 247/90 ΕΕΝ 1990.716) στην υπόψη διάταξη και αφορούν στα λεγόμενα αστάθμητα στοιχεία. Ως «άλλες παρόμοιες επενέργειες», δε, νοούνται εκείνες που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα των ενδεικτικώς αναφερόμενων στο άρθρο 1003 ΑΚ εκπομπών. Τέτοιες επενέργειες είναι, παραδείγματος χάριν, οι εκπομπές ηλεκτρικής ή μαγνητικής ενέργειας (βλ. ΕιρΒερ 50/79 ΝοΒ 27.1674), αεριόφωτος, εκτυφλωτικών φώτων, εξάτμισης, υγρασίας, τεχνητού ψύχους, σκόνης, άμμου, ψηγμάτων αλατιού (βλ. ΠρΑθ 16768/80 ΝοΒ 29.1423), φθορίου (βλ. ΠΠρΛεβ 138/79 ΝοΒ 28.348, ΠρΛεβ 76/75 ΕΕΝ 42.727), μολύβδου (βλ. ΕιρΑμαρ 114/79 Δνη 22.712), χημικών αερίων, στάχτης (βλ. ΠρΑθ 16768/80 ΝοΒ 29.1423) και σπινθήρων (βλ. ΕιρΑθ 1483/81 ΑρΝμλγ 32.404), καθώς και οι προκαλούμενες από ιπτάμενα αδέσποτα ζώα που δεν έχουν τις εστίες τους στο γειτονικό ακίνητο (π.χ. αγριοπερίστερα, νυχτερίδες κ.ά.). Αντιθέτως, το άρθρο 1003 ΑΚ δεν αναφέρεται σε επιζήμιες επενέργειες μη ιπτάμενων αδέσποτων ζώων (π.χ. ποντικών, λαγών κ.ά.) ή ιπτάμενων αδέσποτων ζώων, που όμως έχουν τις εστίες τους στο γειτονικό ακίνητο (π.χ. μέλισσες, έντομα), ούτε σε εκπομπές στερεών σωμάτων μεγαλύτερου μεγέθους ή υγρών στοιχείων, όπως π.χ. λίθων ή θρυμμάτων λατομείου, σκουπιδιών/απορριμμάτων, ζωυφίων, εντόμων, μελισσών, ακριδών, αρουραίων, λίθων εντόμων, νερών κ.ά. (βλ. ΠΠρΣύρ 172/90 ΑρΝμλγ 42.309, ΕιρΑθ 1483/81 ΑρΝμλγ 32.404). Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις, επομένως, δεν ισχύει η ρύθμιση της υπόψη διάταξης. Συνεπώς, ο κύριος επ’ ουδενί υποχρεούται να ανέχεται εκπομπές στερεών σωμάτων μεγαλύτερου μεγέθους ή υγρών στοιχείων, δύναται δε να προστατευθεί από αυτές με την άσκηση, μεταξύ άλλων, αγωγής διατάραξης της νομής (βλ. άρθρο 989 ΑΚ) ή αρνητικής αγωγής (βλ. άρθρο 1108 ΑΚ) κατά του γείτονα από του οποίου το ακίνητο προέρχονται οι βλαπτικές επενέργειες αυτού του είδους. Επιπλέον, δεν εντάσσονται στην έννοια του άρθρου 1003 ΑΚ επιζήμιες επενέργειες που προέρχονται από την πλημμελή λειτουργία ή συντήρηση μηχανήματος που βρίσκεται στο βλάπτον ακίνητο και προξενεί βλάβη στην περιουσία του γείτονα (βλ. ΕΑ 127/79 ΝοΒ 27.1127, ΕΑ 6247/79 ΝοΒ 28.310), όπερ συνεπάγεται ότι ο τελευταίος δεν υποχρεούται να τις ανέχεται, αλλά, τουναντίον, έχει στη διάθεσή του τα αμέσως ανωτέρω ρηθέντα μέσα έννομης προστασίας. Εξ άλλου, στην περίπτωση φύτευσης δέντρων σε πυκνή συστοιχία κατά μήκος των ακραίων ορίων του βλάπτοντος ακινήτου, με αποτέλεσμα την επισκίαση του γειτονικού βλαπτόμενου ακινήτου και την εις αυτό εισχώρηση ριζών και παραφυάδων ή κλάδων, με περαιτέρω συνέπεια την παρεμπόδιση της χρήσης του, δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 1003 ΑΚ, μπορεί δε να χωρεί άσκηση αρνητικής αγωγής (βλ. άρθρο 1108 ΑΚ), μεταξύ άλλων, από πλευράς του κυρίου του βλαπτόμενου ακινήτου (βλ. ΕφΘεσ 487/1968 ΝοΒ 17.854)[3]. Στις επιβλαβείς επενέργειες του άρθρου 1003 ΑΚ δεν περιλαμβάνονται, εξ ετέρου, ούτε οι ιδεατές ενοχλήσεις (π.χ. η ενόχληση από λειτουργία σχολής γυμνιστών ή η παρεμπόδιση της θέας, του φωτός ή του ανέμου στο άλλο ακίνητο κ.λπ.), καθότι, όπως δέχεται η κρατούσα άποψη (βλ. ΑΠ 810/2005 Δνη 47.175), οι εν λόγω ενοχλήσεις δεν έγκεινται σε ενέργεια άλλου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δε, προστασία παρέχεται μόνο με τη συνδρομή των όρων του άρθρου 57 ΑΚ περί προσβολής της προσωπικότητας ή των άρθρων 914 και 919 ΑΚ περί αδικοπραξίας [βλ. συνολικά Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 299 – 300 και 307 – 308]. Επιπροσθέτως, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1003 ΑΚ, είναι αδιάφορο αν οι επιβλαβείς επενέργειες προϋπήρχαν του σκοπού που εξυπηρετεί επί του παρόντος το βλαπτόμενο ακίνητο, καθώς και αν οι εκπομπές ή επενέργειες εκ του βλάπτοντος ακινήτου προέρχονται, ειδικότερα, από πρόσωπο ή ζώο (π.χ. γαυγίσματα σκύλων, κραυγές χηνών σε τεχνητή λίμνη κ.λπ.) [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 300]. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι, όπως σαφώς προκύπτει από το άρθρο 1003 ΑΚ, ο κύριος ακινήτου υποχρεούται σε ανοχή των εκπομπών ή επενεργειών που εμπίπτουν στην έννοια της εν λόγω διάταξης, κατά τα ανωτέρω, εφόσον πληρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) η ενόχληση που προκαλούν στο βλαπτόμενο ακίνητο δεν είναι ουσιώδης ή β) οι εκπομπές ή επενέργειες προέρχονται από χρήση του βλάπτοντος ακινήτου που θεωρείται συνηθισμένη για τα ακίνητα της περιοχής. Η κρίση περί της ύπαρξης ή μη ουσιώδους ενόχλησης γίνεται, βέβαια, όχι με βάση την υποκειμενική αντίληψη του βλαπτόμενου ιδιοκτήτη, αλλά με βάση τη φύση και τον προορισμό του βλαπτόμενου ακινήτου. Η δε κρίση περί του συνήθους ή μη χαρακτήρα της χρήσης του βλάπτοντος ακινήτου γίνεται βάσει συγκρίσεως ανάμεσα στη χρήση αυτή και τη χρήση άλλων ομοειδών, ήτοι όμοιας φύσεως και προορισμού, ακινήτων της περιοχής όπου βρίσκεται το βλάπτον ακίνητο, η έκταση της οποίας κρίνεται με βάση τις εκάστοτε περιστάσεις [βλ. συνολικά Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 302 και 308, καθώς και ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω παραπομπές σε Τούση, Εμπράγματο Δίκαιο, έκδ. Δ΄, σελ. 315, Γεωργιάδη σε Γεωργιάδη – Σταθόπουλου Αστικός Κώδιξ, Εισ. Παρατ., άρθρο 1003, αριθ. 20, Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος Β΄, 1992, σελ. 76, παρ. 28, 3α, ΠΠρΘεσ 117/1993 και ΠΠρΘεσ 720/1992 Αρμ 1992.261]. Πρέπει, εξ άλλου, να επισημανθεί ότι η κατ’ άρθρο 1003 ΑΚ έννοια της συνήθους χρήσεως ή ενοχλήσεως δεν είναι στατική, αλλά, τουναντίον, εξελίσσεται διαρκώς και μάλιστα όλο και ευρύτερα, λόγω της διαρκώς εξελισσόμενης, με παντοειδή επιβάρυνση, κοινωνικής ζωής, της τεχνικής προόδου και του επιταχυνόμενου ρυθμού ζωής. Εννοείται, βέβαια, ότι το κοινωνικό άτομο προσπαθεί να γίνεται πιο ανεκτικό στις παραπάνω εντεινόμενες καθημερινές προσβολές από τα διάφορα εξωγενή ερεθίσματα, όμως τούτο δεν σημαίνει ότι ο καθημερινός βιολογικός ρυθμός της ζωής του (σιρκάδιος ρυθμός) επιτρέπεται να διαταράσσεται ουσιωδώς. Αντίθετα, ο ρυθμός αυτός πρέπει να βρίσκεται σε ανεκτά όρια και να χαλαρώνει δια της καθ’ οιονδήποτε τρόπον αναπαύσεως του ανθρώπου. Η ανάπαυση αποτελεί φυσική-βιολογική ανάγκη και επιτυγχάνεται με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο απόλαυση ησυχίας από το άτομο όταν τούτο απαιτείται. Γι’ αυτό και η τελευταία τυγχάνει προστατευόμενο έννομο αγαθό, ως το προπύργιο της ψυχικής ακεραιότητας του ανθρώπου [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 302, καθώς και ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ, με περαιτέρω παραπομπές σε Εισήγηση Δ. Ντόζη στη φιλοσοφία του Ποινικού Δικαίου του μεταπτυχιακού τμήματος Ποινικής Επιστήμης του Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης, «Η κοινή ησυχία», 1984, ΕιρΘεσ 1376/1988 NOMOΣ, ΠταισμΣκοπ 95/1964 ΠΧρ ΙΕ΄/1965]. Πέραν τούτων, πρέπει να αναφερθεί ότι η άδεια της Αρχής δυνάμει της οποίας λαμβάνει χώρα η κατασκευή ή η διατήρηση επιβλαβούς εγκατάστασης σε ένα ακίνητο συνεπάγεται απλώς ότι ο κύριος του γειτονικού ακινήτου που βλάπτεται από την εν λόγω εγκατάσταση δεν μπορεί να απαγορεύσει εκ των προτέρων την κατασκευή ή διατήρησή της. Δύναται, όμως, να απαιτήσει την άρση της αφ’ ης στιγμής επέλθουν στο ακίνητό του βλαβερές επενέργειες από την περί ης πρόκειται εγκατάσταση, αφού το γεγονός και μόνο ότι οι επενέργειες αυτές προέρχονται από εκπομπές που δεν υπερβαίνουν τα όρια που θέτουν άλλες διατάξεις, διοικητικής φύσεως, δεν σημαίνει ότι δεν μπορεί οι επενέργειες αυτές να παραβλάπτουν ουσιωδώς τη χρήση του ακινήτου [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 302]. Εφόσον, λοιπόν, οι εμπίπτουσες στην έννοια της υπόψη διάταξης (1003 ΑΚ) εκπομπές ή επενέργειες από το βλάπτον ακίνητο επιφέρουν ουσιώδη βλάβη στη χρήση του βλαπτόμενου ακινήτου και το τελευταίο δεν υφίσταται χρήση που είναι συνήθης για την περιοχή, ο κύριος του βλαπτόμενου ακινήτου δεν υπέχει υποχρέωση ανοχής αυτών και μπορεί να προστατευθεί με την άσκηση αρνητικής αγωγής, αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, αγωγής διατάραξης της νομής, αίτησης ασφαλιστικών μέτρων νομής, αγωγής αποζημίωσης ή/και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης (εφόσον συντρέχουν, βέβαια, οι σχετικές προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή/και 932 ΑΚ), καθώς και αγωγής προστασίας της προσωπικότητας [βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ – Ερμηνεία Νομολογία Αστικού Κώδικα (Κατ’ άρθρο) – Τόμος Δ΄ – Ημιτόμος Α΄ – Εμπράγματο Δίκαιο – Άρθρα 947-1141, Αθήνα 2007, άρθρο 1003, σελ. 303, καθώς και ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ]. Παρατηρητέον, επιπροσθέτως, το μεν ότι η αξίωση του άρθρου 1003 ΑΚ υπόκειται σε εικοσαετή παραγραφή, όπως προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 1032 ΑΚ, το δε ότι οι προκύπτουσες από τη διάταξη αυτή διαφορές υπάγονται στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου ανεξάρτητα από την αξία του αντικειμένου τους, σύμφωνα με το άρθρο 15 αριθ. 3 ΚΠολΔ [βλ. ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ]. Προσέτι, αξίζει να αναφερθεί ότι οι αγωγές που ερείδονται στο άρθρο 1003 ΑΚ πρέπει να εγγράφονται στα βιβλία διεκδικήσεων, βάσει της διάταξης του άρθρου 220 ΚΠολΔ. Τέλος, λεκτέον ότι, βάσει του άρθρου 1003 ΑΚ, ο ενάγων ή αιτών υποχρεούται να αποδείξει μόνον την επιβλαβή επενέργεια από το βλάπτον ακίνητο, ενώ ο εναγόμενος ή καθ’ ου υποχρεούται να επικαλεστεί κατ’ ένσταση και να αποδείξει ότι η προερχόμενη από το βλάπτον ακίνητό του επενέργεια δεν υπερβαίνει τα όρια που διαγράφονται στο άρθρο 1003 ΑΚ [βλ. ΑΠ 247/1990, ΑΠ 1102/1984, ΕιρΚω (Ασφ) 66/2016 ΝΟΜΟΣ].

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις, Adv. LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr     

[1] Τα έξοδα της άρσης βαρύνουν αυτόν, εάν δε η άρση συντελεσθεί με έξοδα του διαταρασσόμενου κυρίου, ο τελευταίος δικαιούται να ζητήσει αποκατάσταση από τον προσβολέα, βάσει των διατάξεων για τη διοίκηση αλλοτρίων (βλ. ΑΚ 730 επ.) ή για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (βλ. ΑΚ 904 επ.)

[2] Βλ. ΠΠρΑθ 1288/2011, κατά την οποία η ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 1108 παρ. 2, 1509, 369, 1033, 1192 αρ. 1 και 1045 ΑΚ.

[3] Παρατηρητέον ότι στο πλαίσιο της υπόθεσης για την οποία εκδόθηκε η ΕφΘεσ 487/1968, είχε ασκηθεί αγωγή αποζημίωσης, ουχί αρνητική αγωγή. Με την εν λόγω απόφαση, λοιπόν, η ασκηθείσα αγωγή αποζημίωσης απορρίφθηκε, ουχί τινά αρνητική αγωγή, αφού τέτοια δεν είχε καν ασκηθεί. Εξ άλλου, στην υπό συζήτηση απόφαση διαλαμβάνεται ρητώς η παραδοχή ότι «αν δε εκ της τοιαύτης εισχωρήσεως ή εκτάσεως εμποδίζεται η χρήσις τω κυρίω του γειτονικού ακινήτου, ούτος εν τοιαύτη περιπτώσει δικαιούται εις εκκοπήν κατά το άρθρ. 1008 Α.Κ. ή κατά τα άρθρα 1000, 1001 αυτού ν’ απαιτήσει δια της αρνητικής αγωγής την άρσιν αυτών και την κατάλυσιν της επ’ αυτών ως συστατικών δένδρου κυριότητος».

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί