Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Το έννομο συμφέρον ως προϋπόθεση για την άσκηση ανακοπής κατ’ άρθρο 933 ΚΠολΔ – Περίπτωση ανακόπτοντος, ο οποίος εκουσίως συμμορφώθηκε με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τον δανειστή, εντούτοις, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της ανακοπής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο (βλ. ΑΠ 206/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει, όταν, με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον του, που είναι άξιο προστασίας από τον νόμο. Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικά με τον λόγο αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ, παρέχεται στον καθ’ ου η εκτέλεση δικαίωμα αποζημιώσεως κατ’ εκείνου που την επέσπευσε, αν η ενεργηθείσα αναγκαστική εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ. Η διάταξη του άρθρου 940 παρ.3 ΚΠολΔ εφαρμόζεται στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως όχι μόνον του συνόλου της πράξεως της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, οπότε μπορεί να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές. Έτσι, αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (Ολ.ΑΠ 49/2005, Α.Π. 2207/2009).

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημίωσης στην περίπτωση αμετάκλητης ακύρωσης της ενεργηθείσας εκτέλεσης.  Συνεπώς, ο ανακόπτων δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξεως της εκτέλεσης ακόμη και αν υπό την απειλή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης κατέβαλε στον επισπεύδοντα δανειστή το επιτασσόμενο προς πληρωμή ποσό, καθόσον και αν ακόμη δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1559/2009, 305/2009).

Περαιτέρω, με την επίδοση επιταγής προς εκτέλεση αρχίζει, κατ’ άρθρο 924 ΚΠολΔ, η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Η επίδοση της επιταγής αυτής, που αποτελεί και διαδικαστική πράξη της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, συνεπάγεται δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση της επίδοσης άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται παρά μόνο με την ακύρωσή της από το δικαστήριο ή με παραίτηση από την επιταγή εκ μέρους του επισπεύδοντος, η οποία έχει ως αποτέλεσμα ότι η επιταγή θεωρείται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα. Μετά δε την παραίτηση η ανακοπή που ασκήθηκε κατά της επιταγής καθίσταται χωρίς αντικείμενο και ο ανακόπτων στερείται πλέον εννόμου συμφέροντος για την εκδίκαση της ανακοπής και την έκδοση απόφασης επ’ αυτής, τούτο δε, διότι με την παραίτηση αποτρέπεται η υλοποίηση της εναντίον του εκτέλεσης, η οποία δεν αποκλείεται να επιχειρηθεί με επίδοση νέας επιταγής.

Στην περίπτωση, όμως, που με την επιταγή επήλθε το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα πλήρους ικανοποίησης της απαίτησης του επισπεύδοντος, με εκούσια, για την αποφυγή περαιτέρω πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμόρφωση του οφειλέτη, ο οποίος άσκησε ανακοπή κατά της επιταγής, δεν νοείται παραίτηση από την επιταγή, αφού έπαυσε να είναι εκκρεμής η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως δεν νοείται παραίτηση από διενεργηθέντα πλειστηριασμό ή στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής μετά την παύση της εκκρεμοδικίας δια της εκδόσεως οριστικής αποφάσεως. Επομένως, ο οφειλέτης, ο οποίος για την αποφυγή υλοποίησης της εναντίον του αναγκαστικής εκτέλεσης, συμμορφώθηκε εκούσια με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τον δανειστή, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής και ακύρωση της επιταγής, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο όσον αφορά το άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημίωσης, κατά τα άρθρα 914 Α.Κ. και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Το έννομο αυτό συμφέρον δεν εκλείπει, και αν, εν τω μεταξύ, έχει ακυρωθεί αμετάκλητα ο εκτελεστός τίτλος με βάση τον οποίο έγινε η εκτέλεση και ο οφειλέτης μπορεί να αναζητήσει τα καταβληθέντα με την αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καθόσον με την αγωγή αποζημιώσεως αποκαθίσταται η ζημία του οφειλέτη, η οποία δεν συμπίπτει αναγκαίως με τον πλουτισμό, αλλά μπορεί να έχει ευρύτερο περιεχόμενο.

Σύμφωνα με το ως άνω σκεπτικό, πράγματι, ο Άρειος Πάγος, αναίρεσε την απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που είχε κρίνει ότι είχε εκλείψει το έννομο συμφέρον της ανακόπτουσας για εκδίκαση της ανακοπής της κατά της από 30-6-2005 επιταγής προς εκτέλεση της υπ` αριθ. 6380/2005 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία υποχρεώθηκε αυτή να καταβάλει στην καθ’ ης η ανακοπή το ποσό των 466.144,07 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, διότι σύμφωνα με την άποψη του ανώτατου Δικαστηρίου, μετά την άσκηση της ανακοπής η επισπεύδουσα καθ’ ης η ανακοπή, παρά το ότι με δήλωση που καταχωρίστηκε στα πρακτικά του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, παραιτήθηκε από την επιταγή, η οποία θεωρείται ότι ουδέποτε έλαβε χώρα, η διαταγή δε πληρωμής με βάση την οποία έγινε η εκτέλεση ακυρώθηκε αμετάκλητα και παρά το ότι  η ανακόπτουσα συμμορφώθηκε με την επιταγή και ικανοποίησε πλήρως τη δανείστρια, εντούτοις η ανακόπτουσα εξακολουθούσε να έχει έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της ανακοπής της και την έκδοση αποφάσεως.

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί