Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Το ορισμένο του αιτήματος της αναγνωριστικής αγωγής

Το άρθρο 216 ΚΠολΔ προβλέπει επί ποινή απαραδέκτου ότι η αγωγή, με την οποία ο ενάγων αιτείται δικαστικής προστασίας, πρέπει να περιέχει, εκτός άλλων, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η ακριβής περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς είναι συνυφασμένη με την υποβολή αιτήματος ορισμένου, δεκτικού δικαστικής εκτιμήσεως, και πρέπει για το λόγο αυτό, σύμφωνα και με την υπ’ αρ. 662/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, όταν προβάλλεται αξίωση πληρωμής ορισμένου χρηματικού ποσού, να καθορίζεται το ποσό αυτό. Διαφορετικά το δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να εκδώσει απόφαση συγκεκριμένη, σαφή και επιδεκτική εκτελέσεως.

Οι δικονομικές αυτές αρχές ισχύουν και όταν εγείρεται αναγνωριστική αγωγή κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ, γιατί ο έχων έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία κάποιας έννομης σχέσεως δεν μπορεί να περιορισθεί στην υποβολή αιτήματος διαπιστώσεως απλών πραγματικών περιστατικών, χωρίς καθορισμό των προσαπτομένων από το δίκαιο συνεπειών, έστω και αν μνημονεύεται ο κανόνας ή η νομική αρχή στην οποία υπάγονται τα περιστατικά αυτά.

Επομένως η αναγνωριστική αγωγή που εγείρεται με σκοπό να αναγνωρισθεί η συντέλεση ορισμένων πραγματικών γεγονότων και να διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος απέκτησε την ιδιότητα του οφειλέτη ύστερα από τη συντέλεση των πραγματικών αυτών γεγονότων, πρέπει να απορρίπτεται ως αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικής εκτιμήσεως, εφόσον δεν καθορίζεται η οφειλή του εναγομένου που είναι το αντικείμενο της διαφοράς. Σε αντίθεση με ότι υποστηριζόταν παλαιότερα, ότι δηλαδή ήταν δυνατή η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση γενικής υποχρεώσεως του εναγομένου σε αποζημίωση, χωρίς να συγκεκριμενοποιείται το ποσό της (βλ. Μητσόπουλο Γ., Η αναγνωριστική αγωγή κατά το ελληνικόν δικονομικόν δίκαιο, σ. 197-198 και Κεραμεύς Κ., Αστικό Δικονομικό Δίκαιο- Γενικό Μέρος, 1986, σελ. 135, όπου γίνεται παραπομπή στις ΕφΑθ 184/1971 Αρμ. 1971, 538, ΕφΑθ 2476/1974, ΝοΒ 1975, 667).

Στην προαναφερθείσα απόφαση 662/2002 του Αρείου Πάγου κρίθηκε ότι ορθώς απορρίφθηκε ως αόριστη αναγνωριστική αγωγή υπαλλήλου της ΔΕΗ που είχε ως αντικείμενο να αναγνωρισθεί αφ’ ενός μεν το δικαίωμά του και η αντίστοιχη υποχρέωση της ΔΕΗ προς χορήγηση σε αυτόν του επιδόματος μέσου όρου ενδείξεων, και αφ’ ετέρου η υποχρέωση της ανωτέρω να του καταβάλει τις μισθολογικές διαφορές μεταξύ του εν λόγω επιδόματος και εκείνου το οποίο του εχορηγείτο λόγω της φύσεως της εργασίας του, διότι στην επίδικη αγωγή δεν καθορίζετο καθόλου η αξιούμενη από τον υπάλληλο χρηματική ποσότητα, ούτε η λαμβανόμενη ως ειδικό επίδομα φύσεως εργασίας, ούτε και η οφειλόμενη που ήταν το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς.

Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι το αίτημα της αναγνωριστικής αγωγής δεν μπορεί να είναι αφηρημένο και γενικό, αρκούμενο στη διαπίστωση στο πρόσωπο του εναγομένου της ιδιότητας του οφειλέτη. Και αυτό διότι: με τον τρόπο αυτόν ζητείται η διάγνωση μιας έννομης σχέσης μόνο κατά το ήμισυ, αφού αξιώνεται από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι πληρούται το πραγματικό του κανόνα δικαίου στον οποίο υπάγονται τα επίδικα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την υπό αναγνώριση ή μη έννομη σχέση (ότι ο εναγόμενος οφείλει), χωρίς όμως να ζητείται η έννομη συνέπεια του κανόνα αυτού (ποια είναι η οφειλή) που είναι και το αντικείμενο της διαφοράς.

Θεώνη Κάδρα, Δικηγόρος

e-mail:info@efotopoulou.gr

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί