Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Το ζήτημα της τύχης της αγωγής που εισάγεται στο Δικαστήριο της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της απόφασης της παραπομπής – οι υποστηριζόμενες απόψεις

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 46 εδ. β` και 513 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ συνάγεται ότι η απόφαση που αποφαίνεται για την υλική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου και καθορίζει το αρμόδιο δικαστήριο στο οποίο παραπέμπει την υπόθεση, υπόκειται σε έφεση, όταν δε η απόφαση του παραπέμποντος Δικαστηρίου καταστεί τελεσίδικη, είναι υποχρεωτική τόσο για την αναρμοδιότητα του παραπέμψαντος, όσο και για την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου στο οποίο γίνεται η παραπομπή.

Σχετικά με το ζήτημα της τύχης της αγωγής που εισάγεται στο Δικαστήριο της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της απόφασης της παραπομπής, μία πρώτη άποψη δέχεται ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται κατά το στάδιο αυτό από την απόφαση της παραπομπής και έχει την δυνατότητα να την δικάσει (βλ. σχετ. ΜονΠρωτΤρικ 527/1997, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ: «ανάγκη επιδόσεως της παραπεμπτικής αποφάσεως δεν υφίσταται»), να αναπέμψει την αγωγή στο Δικαστήριο που την παρέπεμψε, ή ακόμα και να την παραπέμψει σε τρίτο δικαστήριο (ΕφΑθ 513/1997 ΕλλΔνη 38.1997, ΕφΚρ 502/1991 Αρμ 46.1992, 743, ΜονΠρωτΘεσ/κης 30255/2006 Αρμ.61.2007, 1326).

Υποστηρίζεται όμως στη νομολογία και η αντίθετη άποψη, κατά την οποία δεν είναι δυνατή η εκδίκαση από το Δικαστήριο της παραπομπής πριν από την τελεσιδικία της απόφασης της παραπομπής. Σύμφωνα με την δεύτερη αυτή άποψη, από την διάταξη του άρθρου 46 εδ. β` ΚΠολΔ, η οποία αποσκοπεί στην αποφυγή αρνητικής συγκρούσεως της αρμοδιότητας και εκδόσεως αντιφατικών αποφάσεων, στην περίπτωση που παράλληλα με τη συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της παραπομπής ασκούσε κάποιος από τους διαδίκους έφεση κατά της αποφάσεως του παραπέμψαντος Δικαστηρίου, συνάγεται ότι το Δικαστήριο κωλύεται να δικάσει την υπόθεση πριν καταστεί τελεσίδικη η παραπεμπτική απόφαση κατά την έννοια του άρθρου 321 ΚΠολΔ (Γ. Ράμμου: Εγχ. Πολ. Δικ. Παρ. ΙΙΙ σελ. 232, ΕφΠατρ 719/2003, ΑΧΑΝΟΜ 2004/267, ΕφΑθ. 6104/1982 Ελ.Δ. 1983 σελ. 55 με σημ. ΕφΑθ. 6781/1978 ΝοΒ 27, σελ 1116, ΜονΠρΡοδ 18/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εκ μέρους όμως του ενάγοντος εισαγωγή με κλήση της υποθέσεως (αγωγής), στο δικαστήριο της παραπομπής, αυτή καθ’ εαυτή δε σημαίνει σιωπηρή αποδοχή αποφάσεως που συνεπάγεται κατ’ άρθρο 298 και 299 ΚΠολΔ το απαράδεκτο των ενδίκων μέσων και επομένως την τελεσιδικία της παραπεμπτικής αποφάσεως, αφού επιπλέον ο εναγόμενος, ο οποίος δεν δήλωσε και αυτός νομότυπα τη βούλησή του γι’ αποδοχή της αποφάσεως, έχει δικαίωμα εφέσεως, είτε έλαβε χώρα επίδοση αυτής είτε όχι. Εξάλλου, η προθεσμία και η άσκηση έφεσης δεν κωλύουν την εισαγωγή της υπόθεσης στο δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο όμως δεν δεσμεύεται ως προς την αρμοδιότητά του, αν η απόφαση δεν γίνει τελεσίδικη (ΕφΚρ 502/91, Αρμ. 1992.743, βλ. Μιχ. Μαργαρίτη Ερμηνεία Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, Θεωρία-Νομολογία, Τόμος Ι, σ. 871).

Σχετικά με το ζήτημα ως προς το τι θα πρέπει να ενεργήσει το δικαστήριο, στο οποίο διά κλήσεως έχει εισαχθεί η υπόθεση προς συζήτηση, πριν τελεσιδικήσει η παραπεμπτική απόφαση, έχουν υποστηριχθεί διάφορες απόψεις (βλ. σχετική ανάλυση και σε Χ. Απαλλαγάκη, ΕρμΚΠολΔ, 3η έκδοση, άρθρο 46 – σελ. 105) και είναι οι εξής: 1) το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει το απαράδεκτο της συζήτησης ενόψει των άρθρων 221, 222, 519 παρ. 1 Κ. ΠολΔ (ΠΠρΘεσ 1269/1981 Ελ. Δ. 25 σελ. 232), 2) την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, κατ` άρθρο 254 ΚΠολΔ σε συνδυασμό προς τα άρθρα 232 παρ. 1γ και 236 του ιδίου κώδικα (ΕφΑθ 1057/1977 Ελ.Δ. 1977 σελ. 252), ή 3) την κατ` άρθρο 249 ΚΠολΔ αναβολή της υπόθεσης μέχρι τελεσιδικίας της παραπεμπτικής αποφάσεως (βλ. ΕφΑθ 6781/1978 ο.π., ad hoc ΕιρΡοδ 167/2012 αδημ. Και ΕιρΡοδ 198/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

 

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί