Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
Email: info@efotopoulou.gr

Τριτανακοπή. Ποιος μπορεί να την ασκήσει και ποια τα αποτελέσματα αυτής

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 583, 586, 590, 77 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά τη διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας μπορεί να ασκήσει τριτανακοπή κάθε τρίτος, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η τριτανακοπή στην εκουσία δικαιοδοσία αποκτά ιδιαίτερη πρακτική σημασία, καθώς αποτελεί το κύριο μέσο κατοχυρώσεως του δικαιώματος έννομης προστασίας και δικαστικής ακροάσεως κάθε μη συμμετέχοντος στη διαδικασία τρίτου, ο οποίος, μάλιστα, δεν αποκλείεται να είναι και το άμεσα επηρεαζόμενο από την απόφαση πρόσωπο. Η έννοια του τρίτου στην προκείμενη διάταξη προσδιορίζεται αρνητικά σε σχέση με τους διαδίκους της εκουσίας δικαιοδοσίας. Αντιδιαστέλλονται έτσι τα νομιμοποιούμενα προς άσκηση τριτανακοπής πρόσωπα από τους διαδίκους της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως και η τριτανακοπή καθ` αυτήν από τα ένδικα μέσα, που αποτελούν τη μοναδική δυνατότητα ανατροπής της αποφάσεως από τους διαδίκους. Τα πρόσωπα που δικαιούνται να ασκήσουν τριτανακοπή εντοπίζονται σε όσους δεν συμμετείχαν στη δίκη ως αιτούντες ή με ένα από τους αναφερόμενους στα άρθρα 748 παρ. 3, 752 και 753 τρόπους (ΕφΔωδ 177/2007 και 61/2006, δημ. στην Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών Νόμος). Η άσκηση τριτανακοπής προϋποθέτει έννομο συμφέρον του τρίτου για ακύρωση της αποφάσεως, που συνίσταται στην άμεση ή έμμεση βλάβη ή τον ενδεχόμενο κίνδυνο βλάβης των εννόμων συμφερόντων του (ΕφΔωδ 17/2004, 978/2003, δημ. Νόμος). Με την άσκηση τριτανακοπής ο τριτανακόπτων καθίσταται διάδικος στην αρχική δίκη. Λόγο τριτανακοπής αποτελεί κάθε ισχυρισμός που βάλλει κατά της ουσιαστικής ή τυπικής ορθότητας της αποφάσεως, όπως λ.χ. ότι δεν συνέτρεχαν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση της αποφάσεως ή ότι, αν ακουγόταν ο ίδιος, η απόφαση θα ήταν διαφορετική. Για την άσκηση δε τριτανακοπής δεν απαιτείται η επίκληση δόλου ή συμπαιγνίας των αρχικών διαδίκων, καθώς η δέσμευση του τρίτου αποτελεί συνέπεια της διαπλαστικής ενέργειας της αποφάσεως και όχι του δεδικασμένου της, καθότι οι αποφάσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας δεν παράγουν μεν δεδικασμένο, πλην όμως διαπλάσσουν νέα κατάσταση erga omnes (ΑΠ 1040/2009, ΑΠ 260/2008, ΕφΠατρ 95/2002, Εφθεσ 1031/2002, ΕφΠατρ 202/2001 δημ. Νόμος, Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, έκδ. 1983, σελ. 47-48, Κωνσταντίνου Καλαβρού, Ζητήματα δεδικασμένου διαπλα-στικής ενέργειας και τριτανακοπής, ΕλλΔνη 28.1185, ιδίως σελ. 1198, Ματθία, ΕλλΔνη 28.906). Τούτο είναι συνεπές και σύμφωνο προς το αντικείμενο της εκουσίας δικαιοδοσίας, που είναι η αναγνωρισμένη δυνάμει νόμου εξουσία του δικαστηρίου να παρέχει ένδικη προστασία, χωρίς να υπάρχει προϋφιστάμενη διαφορά, με πράξεις διαπλαστικής ή διαπιστωτικής μορφής, οι οποίες αποσκοπούν στην προστασία του ιδιωτικού συμφέροντος. Η συμβολή δηλαδή του δικαστηρίου στις γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας περιορίζεται μόνο στη διαταγή ρυθμιστικών μέτρων, χωρίς να προηγείται αυθεντική διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος ή έννομης σχέσης (Αρβανιτάκη, Οι διάδικοι στην πολιτική και διοικητική δίκη, έκδ. 2005, σελ. 133, Μητσόπουλο, Πολιτική δικονομία Α`, 1972, σελ. 122, Πελαγία Γέσιου-Φαλτσή, στην ΕπισκΕΔ 2007.1011). Τα ανωτέρω ισχύουν και επί τριτανακοπής κατά αποφάσεως που απέρριψε αίτηση για επικύρωση συμφωνίας πιστωτών και επιχείρησης, δεδομένου ότι, ναι μεν η επικύρωση της εν λόγω συμφωνίας δεν συγκαταλέγεται στις γνήσιες υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας (ΕφΑΘ 4749 ΕλλΔνη 2009.1489) και η σχετική με αυτήν δίκη διεξάγεται κατ` αντιδικία, εν αντιθέσει προς ό,τι κατά κανόνα συμβαίνει επί των γνήσιων υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας (ΕφΑΘ 817/2009 ΕλλΔνη 2009.825), όμως συγκεντρώνει όλα τα χαρακτηριστικά των γνησίων υποθέσεων εκουσίας δικαιοδοσίας, εφόσον το δικαστήριο, στη σχετική δίκη, ερευνά κατά τα προεκτιθέμενα αν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την επικύρωση της συμφωνίας και σε καταφατική περίπτωση επικυρώνει αυτήν, οπότε και διαπλάσσει νέα κατάσταση και συνεπώς παρέχει ένδικη προστασία χωρίς να προηγείται αυθεντική διάγνωση ιδιωτικού δικαιώματος, που τέτοια δεν συνιστά ούτε η δυνατότητα του δικαστηρίου να ερευνήσει, κατόπιν προβολής ισχυρισμού αν παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας στην ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, ιδίως των μη συμβληθέντων και του επιδιωκομένου με την εξυγιαντική συμφωνία οφέλους, ή αν ασκείται καταχρηστικά το δικαίωμα της επιχείρησης και των συμβαλλομένων πιστωτών σε βάρος των μη συμβληθέντων (βλ. περί της δυνατότητας αυτής ΕφΑΘ 7575/2007, ΕφΑΘ 7602/2004 ό.π., 638/2010 ΕΦ ΘΕΣΣΑΛ).

Λένα Πολύζου, δικηγόρος,

Email: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί