Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η ανατροπή της επιβληθείσας κατάσχεσης μετά την άπρακτη παρέλευση της ενιαύσιας προθεσμίας για τη διενέργεια πλειστηριασμού κατ΄ άρθρο 1019 ΚΠολΔ. Επισημάνσεις περί του τρόπου υπολογισμού αυτής

Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ η κατάσχεση, εφόσον δεν ακολούθησε πλειστηριασμός μέσα σε ένα έτος, αφότου επιβλήθηκε, ή αναπλειστηριασμός μέσα σε έξι μήνες από τον πλειστηριασμό, ανατρέπεται, αν το ζητήσει οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, με απόφαση του Ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση, το οποίο δικάζει κατά την διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ. Με την εν λόγω διάταξη εισάγεται ο θεσμός της ανατροπής της κατάσχεσης, εφόσον δεν γίνει μέσα στο καθοριζόμενο από αυτήν χρονικό διάστημα πλειστηριασμός, με σκοπό την επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, την αποφυγή της παρέλκυσής της από τον επισπεύδοντα, που ενδεχομένως αδρανεί, και την αποφυγή της μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη, που οδηγεί στην οικονομική απονέκρωσή τους. Η ανατροπή της κατάσχεσης αποτελεί οιονεί ποινή της αδράνειας του επισπεύδοντος, ο οποίος δεν μπόρεσε να αποπερατώσει εντός της ετήσιας ή εξάμηνης προθεσμίας την διαδικασία του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού αντιστοίχως, ενώ συγχρόνως επιδιώκεται με αυτήν η απελευθέρωση του κατασχεθέντος από το βάρος της κατάσχεσης και της περαιτέρω διαδικασίας. Η ανατροπή της κατάσχεσης δεν επέρχεται αυτοδίκαια, αλλά απαγγέλλεται με δικαστική απόφαση του Ειρηνοδικείου του τόπου της εκτέλεσης. Αυτή εκδίδεται μετά από αίτηση αυτού, που έχει έννομο συμφέρον, και κυρίως του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη ή τρίτου κυρίου του ενυπόθηκου ακινήτου (Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 3-4, σελ. 1993). Η αίτηση, αν ασκείται από τον οφειλέτη, στρέφεται κατά του κατά τον χρόνο της ανατροπής επισπεύδοντος, ενώ, αν ασκείται από δανειστή του καθ’ ου η εκτέλεση, απευθύνεται κατά του επισπεύδοντος και κατά του οφειλέτη (ΕιρΑθ 538/1995, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 4, σελ. 1993). Τέλος, κατά την κρατούσα και ορθή άποψη, την οποία ακολουθεί και το παρόν Δικαστήριο, το άρθρο 1019 του ΚΠολΔ εφαρμόζεται και στην αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται σύμφωνα με το ΝΔ της 1707/13-08-1923 «Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών». Υπέρ της απόψεως αυτής συνηγορούν όχι μόνον το άρθρο 53 παρ. 2 του παραπάνω Νομοθετικού Διατάγματος, που επιβάλλει την εφαρμογή στην αναγκαστική εκτέλεση των διατάξεων του Κοινού Δικαίου, εφόσον δεν τροποποιούνται ή αποκλείονται απ’ τις διατάξεις του παραπάνω Νομοθετικού Διατάγματος, αλλά και η τελολογική προσέγγιση του ίδιου του άρθρου 1019 του ΚΠολΔ. Σκοπός του θεσμού της ανατροπής που εισάγεται με τη διάταξη αυτή είναι η επίσπευση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης και η αποφυγή μακροχρόνιας δέσμευσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη προς όφελος όχι μόνον του ιδίου αλλά και της κοινωνικής οικονομίας. Όταν βραδύνει η διεξαγωγή του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, το συμφέρον του οφειλέτη αλλά και η αρχή της οικονομικής αξιοποίησης των αγαθών που διατρέχει το Δίκαιο, επιβάλλουν την αποδέσμευση του αντικειμένου της κατάσχεσης και την επανένταξή του στον κύκλο των συναλλαγών. Το αίτημα αυτό ισχύει όμως αδιάφορα αν η αναγκαστική κατάσχεση επισπεύδεται κατά το Κοινό Δίκαιο ή κατά το ΝΔ της 17-07/13-081923 «Περί ειδικών διατάξεων επί Ανωνύμων Εταιρειών» (βλ. Γ. Σταθέας: «Η Εκτέλεσις», σελ. 1861 – 1862, Απ. Γεωργιάδης, σε Δ. 18/761, Π. Μάζης: «Εμπράγματη εξασφάλιση Ανωνύμων Εταιρειών», αριθ. 450 – 452, ΑΠ 1488/1987, ΕΕΝ 1988/807, ΕφΘεσ 658/1998, Αρμ 1998/1248, ΕφΑθ 12219/1989, ΕλλΔ/νη 33/596. Αλλιώς: ΕιρΘεσ 239/1993, ΑρχΝ 1994/589, ΕιρΗγουμ 28/1993, ΑρχΝ 1995/329, ΕιρΑλεξανδρ 11/1993, ΕπΤρΑξΧρημΔικ 1995/85). Το δικαστήριο, που διατάσσει την ανατροπή, ερευνά μόνον την ύπαρξη των προϋποθέσεων του νόμου και, εφόσον συντρέχει η προϋπόθεση της παρέλευσης του νόμιμου χρόνου, είναι υποχρεωμένο να την διατάξει (ΑΠ 1531/1995, ΕιρΡοδ 38/2007, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS). Άμεση συνέπεια της εκδιδομένης απόφασης, που έχει διαπλαστικό χαρακτήρα, είναι η κατάργηση της εκτελεστικής διαδικασίας και η ακυρότητα των περαιτέρω διαδικαστικών πράξεων και του πλειστηριασμού, ο οποίος, αν τυχόν γίνει, πάσχει δικονομικά, εφόσον έγινε σε χρόνο, που δεν υπήρχε πλέον η κατάσχεση. Η προθεσμία του άρθρου 1019 παρ. 1 ΚΠολΔ αρχίζει να τρέχει από την επόμενη της κατάσχεσης, και όταν ακόμη επακολουθήσει αναγγελία, που στηρίζεται σε εκτελεστό τίτλο, ώστε να εξομοιώνεται από τα άρθρα 972 παρ. 2, εδ. β` και 1006, παρ. 4, εδ. α` ΚΠολΔ με κατάσχεση. Το δικαστήριο γνωστοποιεί χωρίς υπαίτια καθυστέρηση την απόφαση στον υπάλληλο του πλειστηριασμού, που οφείλει να σταματήσει κάθε παραπέρα ενέργεια και να ζητήσει να εγγραφεί σχετική σημείωση στο βιβλίο κατασχέσεων. Η ανατροπή λογίζεται ότι έχει επέλθει erga omnes, αφότου δημοσιευθεί η απόφαση. Περαιτέρω με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ εισάγονται εξαιρέσεις από το γενικό κανόνα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου και σύμφωνα με αυτές στις προθεσμίες της παρ. 1 δεν υπολογίζονται: α) το χρονικό διάστημα από την έκδοση της απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 966 παρ. 3 και 4 ΚΠολΔ μέχρι την ημέρα του πλειστηριασμού, που ορίσθηκε σύμφωνα με αυτήν, β) ο χρόνος αναστολής εκτέλεσης, που χορηγήθηκε με δικαστική απόφαση ή επήλθε με κοινή συναίνεση επισπεύδοντος και οφειλέτη και πιστοποιείται με συμβολαιογραφική πράξη, ενώ, στην περίπτωση, που η αναστολή έχει χορηγηθεί υπό όρους, δεν αφαιρείται το χρονικό διάστημα, που ακολούθησε την παράβαση του όρου της αναστολής (ΕιρΚρωπ 1/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕιρΑθ 972/1976, Δίκη 7, σελ. 453, ΕιρΑΘ 645/1974, ΕλλΔ/νη 15, σελ. 968), καθώς και γ) ο χρόνος από 1 ως 31 Αυγούστου. Οι ανωτέρω περιπτώσεις αποτελούν εξαίρεση του γενικού κανόνα των προθεσμιών της παρ. 1 του άρθρου 1019 ΚΠολΔ, πλην, όμως, από την διατύπωση της διάταξης, στην οποία δεν γίνεται χρήση του στερητικού μορίου «μόνο», δεν προκύπτει ο περιοριστικός χαρακτήρας των περιπτώσεων αυτών. Η δε εξαιρετική φύση και η περιοριστική απαρίθμηση των περιπτώσεων του άρθρου 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ δεν εμποδίζουν την αναλογία, καθόσον ο σκοπός της καθιέρωσης των εξαιρέσεων του άρθρου αυτού, δηλαδή η αφαίρεση του χρόνου της παρεμπόδισης της προόδου της εκτελεστικής διαδικασίας, συντρέχει και σε άλλες περιπτώσεις (ΕιρΑθ 471/1990, Δίκη 21, σελ. 433, ΕιρΑθ 756/1986, ΝοΒ 34, σελ. 903, ΕιρΚρωπ 1/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, ΕιρΧρυσουπ 5/1995, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS, Μπρίνιας, Αναγκαστική Εκτέλεση, Β` έκδοση, παρ. 662α, σελ. 2193). Επομένως χωρεί ανάλογη εφαρμογή της διάταξης αυτής και σε άλλες περιπτώσεις, που ο δανειστής βρίσκεται σε αδυναμία (νομική ή πραγματική) συνέχισης της εκτέλεσης, για να καλυφθούν κενά. Έτσι έχει κριθεί από την νομολογία ότι δεν υπολογίζονται, μεταξύ άλλων: α) το χρονικό διάστημα από την δημοσίευση της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που ακύρωσε την κατάσχεση, ως την δημοσίευση της απόφασης του Δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, που έκανε δεκτή την έφεση και εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση (ΕιρΑθ 471/1990, Δίκη 1990/432, βλ. και Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 7, σελ. 1994), β) η δοθείσα εκ μέρους του επισπεύδοντος παράταση στον οφειλέτη για την εξόφληση του χρέους του, χωρίς η συμφωνία αυτή να έχει περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου (ΕιρΧρυσουπ 5/1995, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOΣ), γ) η περίπτωση νομοθετικής πρόβλεψης αναστολής πλειστηριασμών, όπως και σε περίπτωση διενέργειας εκλογών, δ) η περίπτωση αναστολής ατομικών διώξεων λόγω κήρυξης του οφειλέτη σε πτώχευση. Στις περιπτώσεις αυτές συντρέχει η ταυτότητα του νομικού λόγου, η οποία αποτελεί την μοναδική προϋπόθεση της αναλογίας. Εξαιρετέο έχει κριθεί και το χρονικό διάστημα μεταξύ της τελευταίας ημερομηνίας διεξαγωγής του πλειστηριασμού και της νέας ημερομηνίας διενέργειάς του, κατά την οποία ματαιώθηκε λόγω έλλειψης πλειοδοτών (ΕιρΑθ 756/1986, ΝοΒ 1986/903, ΕιρΚρωπ 1/2012, Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ, βλ. και Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 7, σελ. 1994), θέση την οποία όμως δεν συμμερίζεται το παρόν Δικαστήριο. Τέλος, δεν αφαιρείται το χρονικό διάστημα, μετά από το οποίο προσδιορίζεται ο πλειστηριασμός κατόπιν έκδοσης απόφασης επί της κατ` άρθρο 954 παρ. 4 ΚΠολΔ ανακοπής διόρθωσης της περίληψης της έκθεσης κατάσχεσης, ούτε ο χρόνος της τετράμηνης προθεσμίας για την αποποίηση της κληρονομιάς (Νικολόπουλος, σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, τόμος II, έκδοση 2000, άρθρο 1019, αρ. 6, σελ. 1994 με τις εκεί αναφερόμενες νομολογιακές παραπομπές, Βαθρακοκοίλης ΕΡΝΟΝίΚΠΟΛΔ, τόμος ΣΤ`, έκδοση 1987, άρθρο 1019, αρ. 13 – 14, σελ. 532 – 534, Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτέλεσης, Ειδικό Μέρος, τόμος II, έκδοση 2001, παρ. 56, αρ. 10, σελ. 300, 40/2022 Ειρηνοδικείο Ιστιαίας, Ασφαιστικά).

Λαμπρινή Σταμέλου, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί