Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η «ιδιαιτερότητα» των ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων στα πλαίσια του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559, αριθμός 11, εδάφιο γ΄ ΚΠολΔ

Σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΑΠ Ολομ. 23/2008). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτωςβέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 421ΚΠολΔ, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο Ν.4335/2015 και ισχύει από 1.1.2016 κατά την ρητή μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 4 του ίδιου Νόμου, “Οι διάδικοι μπορούν να προσάγουν προαποδεικτικά ένορκες βεβαιώσεις, εφόσον αυτές λαμβάνονται ενώπιον του ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου της έδρας του δικαστηρίου ή της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα ή ενώπιον του προξένου της κατοικίας ή της διαμονής του μάρτυρα κατά τη διαδικασία των επομένων άρθρων”, κατά δε τη διάταξη του άρθρου 422 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα αμέσως προεκτιθέμενα, “1.0 διάδικος που επιδιώκει τη λήψη ένορκης βεβαίωσης, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο προηγούμενο άρθρο, επιδίδει δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση στον αντίδικο κλήση, η οποία αναφέρει την αγωγή, το ένδικο βοήθημα ή μέσο, που αφορά η βεβαίωση, τόπο, ημέρα και ώρα που θα δοθεί, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα. 2. Κατά τη βεβαίωση παρίστανται, εφόσον το επιθυμούν, οι διάδικοι. 3. Δεν επιτρέπεται η λήψη ενόρκων βεβαιώσεων πάνω από πέντε (5) για κάθε διάδικο και τρεις (3) για την αντίκρουση“, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 424 του ίδιου Κώδικα, η οποία προστέθηκε και ισχύει κατά τα παραπάνω, “Ένορκη βεβαίωση, που δίδεται κατά παράβαση των προηγουμένων διατάξεων, δεν λαμβάνεται καθόλου υπόψη στο πλαίσιο της δίκης, για την οποία δόθηκε, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων”. Η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα, ενώ ήδη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 339 ΚΠολΔ με το άρθρο 36 του ν. 3994/2011, η ένορκη βεβαίωση αποτελεί πλέον αυτοτελές αποδεικτικό μέσο.

Ενόψει των ανωτέρω και της ανάδειξη των ενόρκων βεβαιώσεων σε αυτοτελές αποδεικτικό μέσο διακριτό από τα έγγραφα, όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικά να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Επομένως, μόνη η σχετική μνεία στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δηλαδή, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δεν αποδεικνύει και ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσκομίσει, αφού αυτές δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 42/2007). Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, 1461/2013, ΑΠ 481/ 2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 17/2015).

Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι στοιχειοθετείται η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559, αρ. 11, εδάφιο γ΄, όταν το Δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του ένορκες βεβαιώσεις και στα πλαίσια της αναιρεσιβαλλόμενης δεν γίνεται ειδική μνεία σε αυτές ως ξεχωριστό και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό των εγγράφων. Ιδιαίτερη προσοχή όμως απαιτείται καθώς η ως άνω πλημμέλεια δεν μπορεί να αποδοθεί στο Δικαστήριο της ουσίας και δεν θεμελιώνεται ο συγκεκριμένος αναιρετικός λόγος, στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ένορκες βεβαιώσεις μεν, πλην όμως αυτές δεν έτυχαν σαφούς και ορισμένης επικλήσεως από τον/τους ενδιαφερόμενους διαδίκους. Ένα χαρακτηριστικό δε παράδειγμα της προαναφερθείσας περίπτωσης αποτελεί η παράλειψη εκ μέρους του διαδίκου που προσκομίζει την ένορκη βεβαίωση να επικαλεστεί συγκεκριμένα ότι η αυτή είχε ληφθεί μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου. Σε αυτήν την περίπτωση, ορθώς το εκάστοτε αρμόδιο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προσκομίζεται ως αποδεικτικό μέσο ένορκη βεβαίωση με την ανωτέρω παράλειψη, δεν την λαμβάνει υπόψη κατά το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, ακόμα και χωρίς να κάνει ρητή αναφορά αυτής αναφορικά με τις αποδείξεις που επισημαίνεται ότι ελήφθησαν υπόψη στα πλαίσια της εκδοθησομένης απόφασής του. Εάν λοιπόν ασκηθεί αναίρεση κατά της απόφασης αυτής επί τη βάσει του άρθρου 559 ΚΠολΔ και του υπ’ αριθμ. 11, εδάφιο γ΄ αναιρετικού λόγου ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΠ 17/2018, 1731/2010). Δεν αρκεί συνεπώς να μην μνημονεύονται οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικά μέσα που ελήφθησαν υπόψη από το Δικαστήριο για να καταστεί η εκδοθησομένηαπόφαση αναιρετέα στα πλαίσια του ως άνω αναιρετικού λόγου, αλλά θα πρέπει και οι ένορκες βεβαιώσεις να προσκομισθούν και να γίνει σαφής και συγκεκριμένη επίκλησή τους .

Ιωάννης Μπάλλιας, δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί