Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η περί λογοδοσίας δίκη – Τα στάδια αυτής (άρθ. 303 ΑΚ και 473 επόμ. ΚΠολΔ)

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 303 ΑΚ και 473 επόμ. ΚΠολΔ, προκύπτει ότι όποιος έχει τη διαχείριση μίας, ολικά ή μερικά, ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Προς τούτο, δε, οφείλει να ανακοινώσει στο δεξίλογο λογαριασμό που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από την αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζεται (ΑΠ 1263/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός. που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 – 477 ΚΠολΔ (ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΑΠ 526/1992 ΕλλΔνη 34.1477). Ακόμη, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 473 ΚΠολΔ, ο ασκών αγωγή προς λογοδοσία, δύναται να σωρεύει σε αυτήν και αίτημα περί καταβολής του καταλοίπου του λογαριασμού, του οποίου είναι δυνατόν να μην προσδιορίζεται το ύψος.

Περαιτέρω, η περί λογοδοσίας δίκη αποτελείται από δύο (2) στάδια: Κατά το πρώτο στάδιο, αντικείμενο της υπόθεσης είναι η υποχρέωση προς λογοδοσία και όχι οι λεπτομέρειες του λογαριασμού, δηλαδή των κατ’ ιδίαν εισπράξεων και δαπανών. Προς τούτο, λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου η συζήτηση της ως άνω αγωγής κατά τις γενικές διατάξεις, κατά την οποία ερευνάται εάν υπάρχει υποχρέωση του εναγομένου για λογοδοσία, που να προκύπτει είτε από το άρθρο 303 ΑΚ, είτε από άλλη διάταξη Νόμου, ήτοι εάν ο εναγόμενος προέβη σε πραγματική διαχείριση, που συνεπάγεται το ανωτέρω αποτέλεσμα (βλ. και ΑΠ 1651/1987 ΕΕΝ 1988.883, ΕφΠατρ 321/1984 ΝοΒ 33.137).

Όταν αποδεικνύεται η υποχρέωση προς λογοδοσία, το Δικαστήριο εκδίδει μη οριστική απόφαση, που διατάσσει τη λογοδοσία και υποχρεώνει τον εναγόμενο μέσα σε ορισμένη προθεσμία να καταθέσει γραπτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, που έγιναν στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, καθώς και όλες τις δικαιολογητικές αποδείξεις, ενώ συγχρόνως με την ίδια απόφαση καταδικάζεται σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ (ΑΠ 1446/2012 ΧρΙΔ 2013.281, ΑΠ 344/2004 ΝοΒ 2005.465, ΑΠ 42/1999 ΕΕΝ 2000.371, ΑΠ 565/1999 ΕλλΔνη 1999.1078, ΑΠ 246/1995 ΕλλΔνη 1996.659, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΕφΑθ 7276/2013, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1550/2012 ΕΠολΔ 2013.808, ΕφΑθ 175/2007 ΕφΑΔ 2008.103, πρβλ., όμως, και ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 1998.110, ΕφΠειρ 314/2014 ΕλλΔνη 2015.489, ΕφΘεσ 1550/2012 ΕΠολΔ 2013.809, κατά τις οποίες η εκδιδόμενη απόφαση είναι οριστική υπό αίρεση).

Η κατάθεση του λογαριασμού γίνεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου, τα δε έγγραφα και τα υπόλοιπα δικαιολογητικά τίθενται στον φάκελο της δικογραφίας, ενώ σχετικώς συντάσσεται έκθεση που πρέπει να περιέχει όλα τα απαραίτητα, κατά το άρθρο 117 ΚΠολΔ, στοιχεία (ΕφΑθ 1835/1977 ΕλλΔνη 1978.352, ΠΠρΗρακλ 29/2019, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατά τα ως άνω, δε, κατάθεση του λογαριασμού και των απαραίτητων δικαιολογητικών εγγράφων αποτελεί το ενδιάμεσο στάδιο, προπαρασκευαστικό του δευτέρου σταδίου της δίκης λογοδοσίας. Η τήρησή του, λοιπόν, αποτελεί την απαραίτητη και κυριότερη προϋπόθεση για την επακολούθηση του δευτέρου σταδίου. Πρόκειται για τήρηση της προδικασίας από τον εναγόμενο δοσίλογο, δηλαδή την εκπλήρωση της υποχρέωσής του σε λογοδοσία, που υλοποιείται με την κατάθεση του λογαριασμού και των σχετικών εγγράφων, καθώς, διαφορετικά, ο λογαριασμός δεν μπορεί να ελεγχθεί, ως προς τα κονδύλιά του και, επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί να επιληφθεί της διαφοράς, ως προς το κατάλοιπο [ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 1998.110, ΑΠ 1184/1980 ΝοΒ 1981.544, ΑΠ 402/1996 ΕλλΔνη 39.368, ΕφΠειρ 461/2002 ΕλλΔνη 2004.578, ΕφΘεσ 185/1998 ΕλλΔνη 1998.1390, ΕφΘεσ 25/1991 Αρμ 1991.570, ΠΠρΑθ 2954/2012, ΠΠρΑθ 1428/2010, ΠΠρΠειρ 359/2006, ΠΠρΛαρ 56/2002, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΠΠρΠειρ 367/1990 ΕΝαυτ 1991.72, ΠΠρΘεσ 3026/1980 ΕλλΔνη 1981.569, ΠΠρΑθ 495/1979 Δ 1979.431, σημ. Μπέη, ΜΠρΡεθ 63/2005, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και Αθ. Πανταζόπουλο, Η δίκη λογοδοσίας και ομάδας αντικειμένων, 2018, σ. 164 επ., 176, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Ορφανίδη), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 475, αρ. 1, Δεληκωστόπουλο, Η αναζήτηση της αλήθειας στην πολιτική δίκη, 2016, σ. 229].

Προσέτι, δέον να σημειωθεί ότι η λογοδοσία για να οδηγεί στην κατάλυση της αγωγικής αξίωσης και την προσήκουσα εκπλήρωση της αντίστοιχης ενοχικής υποχρέωσης πρέπει να μην είναι ατελής (ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 1998.110), πράγμα που σημαίνει ότι ο λογαριασμός πρέπει να έχει συνταχθεί κατά τις απαιτήσεις του Νόμου, η αντιπαράθεση, δε, των κονδυλίων σε αυτόν πρέπει να είναι σαφής και ορισμένη και κατά το δυνατόν λεπτομερειακή, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, ώστε να παρέχεται στο δεξίλογο μια πλήρης εικόνα της διαχείρισης του δοσίλογου και για να μπορεί ο πρώτος να ελέγξει τα κονδύλια και να εγκρίνει ή να αμφισβητήσει μερικά ή και όλα αυτά, το δε Δικαστήριο να τα ερευνήσει, διατάζοντας αποδείξεις, αν απαιτείται, σε βάρος των διαδίκων (ΑΠ 1122/2006 ΕλλΔνη 2006.1420, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106). Αντιθέτως, αν ο κατατεθείς λογαριασμός δεν έχει την προαναφερόμενη λεπτομερή αναγραφή των μερικότερων κονδυλίων εισπράξεων-δαπανών, τότε δεν θεωρείται ότι εκπληρώνεται η υποχρέωση του εναγόμενου δοσίλογου, κατ’ άρθρο 475 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεν αρκεί για την εκπλήρωση της παροχής λογοδοσίας μία γενική ή συνολική αναφορά στις εισπράξεις ή τις δαπάνες (ΕφΘεσ 109/2004 ΕπισκΕΔ 2004.481, σημ. Παμπούκη), ή η κατάθεση απλώς του ισολογισμού μετά των σχετικών παραστατικών (ΠΠρΠειρ 3178/1980 ΕΝαυτΔ 1981.492) ή η έκθεση του εκκαθαριστή με τα αντίστοιχα δικαιολογητικά (ΠΠρΘεσ 3026/1980 ΕλλΔνη 1981.569, βλ. και Αθ. Πανταζόπουλο, ό.π., σ. 165, 172).

Περαιτέρω, αν ο εναγόμενος συμμορφωθεί προς την απόφαση και καταθέσει λογαριασμό με όλα τα σχετικά έγγραφα, η δίκη προχωρεί στο δεύτερο στάδιο, κατά το οποίο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 475 παρ. 2 ΚΠολΔ, επιδιώκεται η εξακρίβωση του αποτελέσματος της λογοδοσίας, οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού ή τα στοιχεία του καταλόγου που αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή παραλείψεις αυτών και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επίθεσης και άμυνας που αφορούν στο λογαριασμό ή τον κατάλογο. Ειδικότερα, η υπόθεση επανέρχεται με κλήση μετά την κατάθεση του λογαριασμού προς κρίση ενώπιον του Δικαστηρίου στο δεύτερο στάδιο (ΕφΘεσ 1550/2012 ΕΠολΔ 2013.808, ΠΠρΑθ 1566/2011, ΜΠρΡεθ 63/2005, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το στάδιο αυτό ακολουθείται μόνον όταν στην αγωγή περιέχεται και νόμιμο αίτημα καταβολής του καταλοίπου, ενώ όταν δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα κάθε περαιτέρω διαδικαστική πράξη επιχειρείται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκδοση απόφασης με διατακτικό διαφορετικό και επωφελέστερο για τον ενάγοντα από το διατακτικό της προηγηθείσης απόφασης που διέταξε τη λογοδοσία (ΑΠ 1263/2010, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Αντιθέτως, αν ο εναγόμενος δεν καταθέσει το λογαριασμό εντός της ταχθείσης δικαστικής προθεσμίας, ή αν ο λογαριασμός που καταθέσει δεν έχει την προαναφερόμενη λεπτομερή αναγραφή των μερικότερων κονδυλίων, οπότε και ο εναγόμενος δοσίλογος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του, η απόφαση που έχει εκδοθεί γίνεται οριστική από την παρέλευση της προθεσμίας που ορίστηκε, ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας και, όταν τελεσιδικήσει, μπορεί να εκτελεσθεί ως προς τις διατάξεις της για τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση (ΑΠ 42/1999 ΕΕΝ 2000.37, ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 39.110 ΕφΘεσ 26/1991 Αρμ 45.168).

Εξάλλου, τα δύο στάδια της δίκης λογοδοσίας τελούν σε λειτουργική ενότητα μεταξύ τους. Ειδικότερα, παρά την αυτοτέλεια των αξιώσεων λογοδοσίας και παροχής καταλοίπου, συνδέονται με τόσο στενό σύνδεσμο, ώστε να αντιμετωπίζεται η δικαστική διάγνωσή τους σε μία ενιαία διαδικασία, κατά την οποία, μετά τη διάγνωση και ικανοποίηση της αξιώσεως για λογοδοσία, να συνεχίζει το Δικαστήριο στη διάγνωση και της αξιώσεως παροχής καταλοίπου, μετά από αξιολόγηση του λογαριασμού που κατατέθηκε από το δοσίλογο και απαντώντας στις παρατηρήσεις των διαδίκων [ΕφΑθ 8144/1987 ΑρχΝ 1988.403, βλ. και Αθ. Πανταζόπουλο, ό.π. σ. 177, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Ορφανίδη), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 475, αρ. 5, Δεληκωστόπουλο, ό.π., σ. 232]. Η ως άνω, δε, δομή της δίκης λογοδοσίας καταδεικνύει ότι πρόκειται για όμοια κατάσταση με εκείνη που ρυθμίζεται στο άρθρο 254 παρ. 1 εδ. γ΄ ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για περαιτέρω συζήτηση, ως προς το λογαριασμό και τα επιμέρους κονδύλια, από τα οποία εξάγεται το κατάλοιπο. Επομένως, η μη παράσταση ή η μη προσήκουσα παράσταση του δεξίλογου στο δεύτερο στάδιο της δίκης λογοδοσίας, μετά την κατάθεση του λογαριασμού, σε περίπτωση που δικάσθηκε κατ’ αντιμωλίαν ή ήταν τουλάχιστον αυτός δικονομικώς παρών στο πρώτο (περί λογοδοσίας) στάδιο, δεν συνεπάγεται την ερημοδικία του στην εν λόγω συζήτηση, που θα πρέπει να θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και δεν απαιτείται η κατάθεση νέων προτάσεων εκ μέρους του [ΠΠρΑθ 2892/2019 – ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8144/1987 ΑρχΝ 1988.403, Αθ. Πανταζόπουλος, ό.π. σ. 177-178, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (-Ορφανίδης), ΚΠολΔ Ι, άρθρο 475, αρ. 5, πρβλ. όμως αντίθ. ΠΠρΠειρ 4206/2015, δημ. σε ιστότοπο www.protodikeio-peir.gr].

Αγγελική Πολυδώρου, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί