Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Είναι δυνατή η επίκληση της ένστασης παραγραφής για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη; Η έννοια του πράγματος κατά την περίπτωση 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ

Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως “πράγματα” κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).

Πράγματα είναι και ο λόγος έφεσης, όταν προτείνεται με αυτόν ή με το δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης νέος αυτοτελής ισχυρισμός κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, δίχως όμως να μπορεί ο πρόσθετος λόγος έφεσης να συμπληρώσει την ενδεχόμενη αοριστία του λόγου του κύριου δικογράφου της έφεσης λόγω του παρακολου8ηματικού του χαρακτήρα. Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009). Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.

Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1293/2017), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ. ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).

Εξάλλου, από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ` έφεση δίκη μπορούν, κατ` εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης ή με πρόσθετο δικόγραφο από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση της παραγραφής της επίδικης απαίτησης. Σε όλες όμως τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω εξαιρετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο εδ. β του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 35/2000), όπως επίσης ο εκκαλών θα πρέπει να επικαλείται και αποδεικνύει τις υπόλοιπες κατά το νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθιστούν παραδεκτή την προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού που προτάθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1279/2017) [1].

Άννα Ρεγκούτα, Δικηγόρος

e-mail: info@efotopoulou.gr

[1] Απόσπασμα της υπ’ αριθμ. 1148/2022 ΑΠ

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί