Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ορισμένο της αγωγής για την αξίωση των δαπανών του εντολοδόχου από τον εντολέα που πραγματοποίησε από τη δική του περιουσία για την κανονική εκτέλεση της εντολής

Από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 παρ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, (πρέπει και αρκεί) να είναι τόσα, όσα αναγκαίως απαιτούνται για τη γέννηση της αξίωσης και να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια ώστε να μην καταλείπεται αμφιβολία για την αξίωση του ενάγοντος και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να εκτιμήσει το δικόγραφο της αγωγής και να κρίνει τη διαφορά και στον εναγόμενο να αμυνθεί. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 713 και 722 ΑΚ συνάγεται ότι ο εντολοδόχος δικαιούται να αξιώσει από τον εντολέα τις δαπάνες που πραγματοποίησε από τη δική του περιουσία για την κανονική εκτέλεση της εντολής και ότι για τη θεμελίωση της αγωγής του, με αντικείμενο την απόδοση τέτοιων δαπανών, πρέπει να αναφέρει με πληρότητα στο δικόγραφο αυτής, τη σύμβαση της εντολής και τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε για την κανονική εκτέλεση αυτής, δηλαδή την εκτέλεσή της σύμφωνα με τις ρητές και επιτακτικές οδηγίες του εντολέα ή σύμφωνα με τη φύση της υπόθεσης και το συμφέρον του τελευταίου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος για τη νομική θεμελίωση της ευθύνης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, επικαλέσθηκε τα ακόλουθα: Κατά το χρονικό διάστημα από 9-12-1980 έως και 8-4-1986 μοναδικοί εταίροι της αναιρεσείουσας εταιρείας ήσαν ο ίδιος (αναιρεσίβλητος) και ο …, κατά ποσοστό 50% καθένας. Την 1-10-1985, ενόψει επικείμενης αγοράς από την αναιρεσείουσα 642 μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία “… …………………….”, και προκειμένου να καλυφθεί μέρος του τιμήματος, η τελευταία, νομίμως εκπροσωπούμενη, του έδωσε την εντολή εκδόσεως από τον προσωπικό του λογαριασμό τεσσάρων επιταγών συνολικού ποσού 15.000.000 δραχμών, εντολή την οποία αποδέχθηκε και εκτέλεσε, με την έκδοση και παράδοση στην αναιρεσείουσα των αναφερομένων στην αγωγή τεσσάρων επιταγών, σε χρέωση του λογαριασμού που διατηρούσε στην πληρώτρια Τράπεζα …………… , ποσών αντίστοιχα 7.000.000, 3.000.000 3.350.000 και 1.650.000 δραχμών, τις οποίες ακολούθως η αναιρεσείουσα μεταβίβασε και παρέδωσε στους … και οι οποίες πληρώθηκαν κανονικά. Όμως, η αναιρεσείουσα αρνείται να του επιστρέψει το ανωτέρω ποσό των επιταγών, το οποίο κατέβαλε αυτός για την κανονική εκτέλεση της εντολής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε, μετά τον παραδεκτό με τις προτάσεις περιορισμό του καταψηφιστικού αγωγικού αιτήματος, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της αναιρεσείουσας να του καταβάλει το ποσό των 230.705 ευρώ για κεφάλαιο και κεφαλοποιημένους τόκους, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής άλλως το ποσό των 44.020,5 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στην αγωγή επιμέρους διακρίσεις. Τα εκτιθέμενα ως άνω περιστατικά, είναι σαφές ότι αρκούν για τη θεμελίωση της ευθύνης της αναιρεσείουσας επί των περί εντολής διατάξεων των άρθρων 713, 722 ΑΚ, καθόσον διαλαμβάνονται στην αγωγή τα ουσιώδη στοιχεία για την πλήρωση του πραγματικού αυτών, δηλαδή η κατάρτιση της συμβάσεως εντολής μεταξύ των διαδίκων και η υποχρέωση της εντολέως αναιρεσείουσας προς απόδοση στον αναιρεσίβλητο εντολοδόχο των δαπανηθέντων για την εκτέλεση της εντολής. Αντιθέτως, ούτε εν σπέρματι περιέχεται στην αγωγή ισχυρισμός περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου, διαλαμβάνων τα αναγκαία για τη γέννηση σχετικής προς τούτο αξιώσεως του αναιρεσιβλήτου στοιχεία, ήτοι μεταβίβαση της κυριότητας του ποσού των επιταγών, συμφωνία αποδόσεως άλλων πραγμάτων ίδιας ποιότητας και ποσότητας και καταγγελία της συμβάσεως. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δικάζον επί εφέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την αγωγή, έκρινε, όπως άλλωστε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ότι η αγωγή “φέρει κατ` ορθή νομική υπαγωγή στην οποία αυτεπαγγέλτως προβαίνει το Δικαστήριο, τα στοιχεία της συμβάσεως δανείου”, ακολούθως δε απέρριψε τον σχετικό λόγο της εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, περί θεμελιώσεως της αγωγής του στις περί εντολής διατάξεις. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, διότι έλαβε υπόψη γεγονότα που δεν αναφέρονται στην αγωγή και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα αυτοτελή ισχυρισμό περί καταρτίσεως συμβάσεως δανείου μεταξύ των διαδίκων, μη διαλαμβανόμενο στην ιστορική βάση της αγωγής. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ` ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας των λοιπών λόγων και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), με παράλληλη καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (βλ. 1222/2010 ΑΠ)

Ναταλία Κ. Νεραντζάκη, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί