Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Πλαστές επιταγές. Ευθύνη της Τράπεζας για πληρωμή αυτών, εφόσον δεν επέδειξε την επιμέλεια που απαιτείται σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη για να διαπιστώσει τη γνησιότητα των επιταγών. Η Τράπεζα φέρει τον κίνδυνο πληρωμής, γιατί αυτός ανάγεται στην επαγγελματική σφαίρα επιρροής της (βλ. σχετικά σε ΕφΑθ 2408/2010, δημ. ΔΕΕ 2010, 1321= ΕΕμπΔ 2011, 110= ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)

Η τράπεζα κατά την πληρωμή επιταγών οφείλει γενικά να καταβάλλει μεγάλη προσοχή προς διακρίβωση της γνησιότητας αυτών. Σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς τη γνησιότητα είτε της υπογραφής του εκδότη είτε του περιεχομένου της επιταγής (αλλοίωση του ποσού αυτής κ.λπ.) πρέπει να προσφύγει, όσο αυτό είναι εφικτό, σε τηλεφωνική συνεννόηση με τον εκδότη. Η αμφιβολία μπορεί να προκύπτει από την εν γένει κατάσταση του εγγράφου της επιταγής, το μέγεθος του πληρωτέου ποσού, την ανώμαλη διατύπωση του περιεχομένου και κυρίως από την ύπαρξη διαγραφών, προσθηκών, διορθώσεων ή παρεμβολών.

Παρά λοιπόν τη διατυπωθείσα άποψη ότι είναι δύσκολη η βαθύτερη έρευνα της γνησιότητας των επιταγών, λόγω της απαραίτητης ταχύτητας με την οποία πρέπει να διεξάγονται οι τραπεζικές εργασίες, επικράτησε στη θεωρία και τη νομολογία των δικαστηρίων (παρά την έλλειψη ρητής διατάξεως) ότι η τράπεζα ευθύνεται για την πληρωμή πλαστής επιταγής εφόσον δεν επέδειξε κατά την πληρωμή κάθε επιμέλεια προς εξακρίβωση της γνησιότητας της επιταγής δηλαδή την επιμέλεια που επιβάλλεται από τα συναλλακτικά ήθη. Την ίδια παραπάνω ευθύνη έχει η τράπεζα όχι μόνο σε περίπτωση μη γνήσιας υπογραφής του εκδότη αλλά και όταν η μεν υπογραφή είναι γνήσια, αλλοιωμένο όμως το ποσό της επιταγής, γιατί ως προς το πέρα του αληθινού ποσού δεν υπάρχει εξουσιοδότηση και εντολή στην τράπεζα να πληρώσει σύμφωνα με τη σύμβαση της επιταγής.

Ανεξάρτητα όμως από τα παραπάνω γίνεται δεκτό στη θεωρία και τη νομολογία ότι ακόμη και στην περίπτωση που κατά την πληρωμή πλαστής επιταγής δεν διαπιστωθεί πταίσμα της πληρώτριας τράπεζας και του εκδότη της επιταγής, σκόπιμο και δίκαιο είναι να φέρει τον κίνδυνο η πληρώτρια τράπεζα, στην επαγγελματική σφαίρα επιρροής της οποίας ανάγεται μάλλον ο εν λόγω κίνδυνος. Αυτή (τράπεζα) έχει την ευχέρεια να οργανώσει την επαγγελματική – τραπεζική της δραστηριότητα κατά τρόπο που να αποκλείει ή να μειώνει στο ελάχιστο τον κίνδυνο εξόφλησης πλαστών ή πλαστογραφημένων επιταγών. Η χορήγηση στον πελάτη στελέχους επιταγών, η λήψη υποδείγματος της υπογραφής του κατά την κατάρτιση της συμβάσεως επιταγής, η πρόσληψη και ειδική εκπαίδευση έμπειρων υπαλλήλων συντείνουν στο σκοπό αυτό. Εάν παρ’ όλα αυτά δεν επιτευχθεί η αποφυγή του κινδύνου η πληρώτρια τράπεζα πρέπει να επιβαρυνθεί με την εξ αυτού ζημία.Η διάγνωση των τραπεζικών εργασιών και η καθημερινή συνάφεια συναλλασσομένων – τραπεζών δεν δικαιολογεί την άμβλυνση της προσοχής των υπαλλήλων των τελευταίων στον έλεγχο της γνησιότητας των επιταγών και των στοιχείων ταυτότητας όσων εμφανίζονται στις θυρίδες.Το αντίθετο μάλιστα. Είναι δε κοινωνικά και οικονομικά σκόπιμο η ευθύνη να βαρύνει την τράπεζα και όχι τον, κατά κανόνα ασθενέστερο οικονομικά και κατά τεκμήριο λιγότερο έμπειρο στις συναλλαγές πελάτη της, ο οποίος άλλωστε εκ των πραγμάτων δεν είναι σε θέση, κατά το χρόνο πληρωμής της επιταγής, να ελέγξει τη γνησιότητα της.Έτσι, η τράπεζα φέρει η ίδια τη ζημία όταν αυτή ενεργεί υπαιτίως, πράγμα που π.χ. συμβαίνει όταν δεν ελέγχει επιμελώς την υπογραφή της επιταγής με αντιπαραβολή της προς το τηρούμενο δείγμα, με συνέπεια να μη διαπιστώνει ευχερώς διαγνώσιμες αποκλίσεις της υπογραφής της από το δείγμα της υπογραφής του εκδότη που βρίσκεται στο αρχείο της (Βλ. σχετ. Μάρκου, το Δίκαιο της επιταγής – κατ’ άρθρο ερμηνεία – νομολογία Ν. 5960/1933, σελ. 125 επ.). Η έννομη αυτή σχέση δημιουργείται είτε αυτοτελώς, οπότε διέπεται από τις περί εντολής διατάξεις, είτε παρεπομένως άλλης συμφωνίας, όπως είναι η ανώμαλη παρακαταθήκη με την τραπεζική κατάθεση χρημάτων. Και στις δύο περιπτώσεις η τράπεζα ευθύνεται για κάθε πταίσμα, εφ’ όσον μάλιστα αυτή αμείβεται για τις υπηρεσίες της (άρθρα 714, 823ΑΚ).

Έτσι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η τράπεζα κατά την πληρωμή της επιταγής οφείλει να τηρεί τις προφυλάξεις που επιβάλλονται από το νόμο ή τις τραπεζικές συνήθειες, όπως είναι ο έλεγχος της εγκυρότητας της επιταγής (ΑΠ 54/1993 ΕΕμπΔ ΜΔ, ΕφΑΘ 4031/1998 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 9826/1979 ΝοΒ 28,1512, ΕφΑΘ 11198/1988 ΝοΒ 37,753, Τσαγκάρη, ΕμπορΔ, β`, σελ. 180 επ., Ρόκα, Δίκαιο των Αξιόγραφων, παρ. 43).

Ακόμη οι τράπεζες εν γένει, αφού η δραστηριότητά τους αντανακλά ευθέως στην εθνική οικονομία, έχουν απέναντι στους πελάτες τους υποχρέωση να προστατεύουν τα περιουσιακά αγαθά τους, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (άρθρο 288ΑΚ, ΑΠ 846/2003 ΕΕμπΔ 2003,839, Εφθεσ 2518/2000, Αρμ 2001, 46).

Σύμφωνα με το άρθρο 914ΑΚ «όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Από την παραπάνω διάταξη συνάγεται ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι ανθρώπινη συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, καθώς και επέλευσης ζημίας και αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας. Οι προϋποθέσεις αυτές (εκτός από το πταίσμα ή υπαιτιότητα) είναι αντικειμενικές (βλ. Καυκά, ΕνοχΔικ, έκδοση 1966, σελ. 620 επ., 761 επ. παρ. II, ΑΠ 1320/1988 ΕλλΔνη 31,775). Η υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται σύμβαση μπορεί να θεμελιώσει εκτός από τη συμβατική και αξίωση από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη η παραπάνω πράξη ή παράλειψη θα ήταν παράνομη, γιατί αντίκειται στο επιβαλλόμενο από το νόμο (άρθρο 914ΑΚ) γενικό καθήκον του να μη ζημιώνει κανείς άλλον υπαιτίως, χωρίς προς τούτο να απαιτείται και η συνδρομή κάποιου άλλου στοιχείου (ΑΠ Ολ 967/1973 ΝοΒ 22,505, ΕφΑθ 279/1981 Αρμ 36,431, ΕφΑθ 7206/1993 ΕλλΔνη 36,1259). Γενικώς ως αμέλεια μπορεί να χαρακτηριστεί η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου που φανερώνει αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματα της (βλ. σχετ. Σταθόπουλο, στονΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλο, άρθρο 330 αρ. 41 επ. ΕφΑθ 1807/1997 ό.π.). Τέτοια αμέλεια των προστηθέντων υπαλλήλων της οφειλέτριας Τράπεζας υπάρχει και όταν οι τελευταίοι παραλείπουν να εξακριβώσουν την πλαστότητα της υπογραφής του εκδότη της επιταγής εφ’ όσον η διαπίστωση αυτή είναι ευχερής και δεν προϋποθέτει εξιδιασμένη επιμέλεια (βλ. σχετ. και ΕφΑθ 7281/1999, ΕλλΔνη 2001, 242).

Κωνσταντίνα Πουρνάρα, δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί