Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε ζητήματα επιτροπείας αλλοδαπού, εφόσον έχει συνήθη διαμονή ή περιουσία στην Ελλάδα (ΜΠΛαρ 3/2019, δημ. ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ)

Η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων στις υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας προσδιορίζεται με βάση τη lex fori, και ειδικότερα με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι «στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων υπάγονται Έλληνες και αλλοδαποί, εφόσον υπάρχει αρμοδιότητα ελληνικού δικαστηρίου». Έτσι, καθιερώνεται ως κανόνας η διεθνής δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων και επί ιδιωτικών διεθνών διαφορών, εφόσον αυτές συνδέονται με την ελληνική πολιτεία, με στοιχείο θεμελιωτικό αρμοδιότητας ελληνικού δικαστηρίου, κατά τις περί γενικών και ειδικών δωσιδικιών διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, τα ελληνικά δικαστήρια εφαρμόζουν επί του δικονομικού μεν, πεδίου, αποκλειστικώς το ελληνικό δικονομικό δίκαιο, επί δε του πεδίου του ουσιαστικού δικαίου, το από τις διατάξεις του ελληνικού ιδιωτικού διεθνούς δικαίου ως εφαρμοστέο δίκαιο (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312).

Κατά το 2447/1996: «η επιτροπεία, καθώς και κάθε άλλη επιμέλεια, διέπονται από το δίκαιο της ιθαγένειας του προσώπου το οποίο αφορούν. Ελληνικό Δικαστήριο μπορεί να διορίσει επίτροπο ή άλλο επιμελητή για αλλοδαπό που έχει τη συνήθη διαμονή του στην Ελλάδα. Αν ο αλλοδαπός απλώς διαμένει ή έχει περιουσία στην Ελλάδα, μπορούν να ληφθούν μόνο ασφαλιστικά μέτρα».

Με τη διάταξη της παραγράφου 2 του ως άνω άρθρου 24 ΑΚ, καθιερώνεται κανόνας διεθνούς δικονομικού δικαίου που εμπεδώνει τη διεθνή δικαιοδοσία των ελληνικών δικαστηρίων σε θέματα επιτροπείας αλλοδαπού στην ύπαρξη συνήθους διαμονής, διαμονής ή περιουσίας στην Ελλάδα κατά τρόπο αποκλειστικό (Α. Γραμματικάκη-Αλεξίου/Ζ. Παπασιώτη-Πασιά/Ε. Βασιλακάκης, Ιδιωτικό Διεθνές Δίκαιο, 2002, σ. 256, Αρβανιτάκης σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ II, Εισαγ. 739-866 αρ. 17, ΕφΑΘ 7226/1998 ΕλλΔνη 1999.1757). Η συνήθης διαμονή είναι έννοια πραγματική, εύκολα μπορεί να προσδιορισθεί (επειδή προϋποθέτει μια μακρά παραμονή σε ένα τόπο) και εξαρτάται λιγότερο από κάποιο κανόνα δικαίου και περισσότερο από τα πραγματικά περιστατικά που συνδέουν ένα άτομο με μία συγκεκριμένη χώρα (ΑΠ 803/2000 ΝοΒ 2001.1312).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 19 π.δ. 220/2007 με το οποίο έγινε προσαρμογή στην οδηγία 2003/9/ΕΚ σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 30 παρ.6 Ν. 4540/2018 (ΦΕΚ Α 91/22.5.2018): «ι. Προκειμένου περί ασυνόδευτων ανηλίκων, οι αρμόδιες αρχές λαμβάνουν αμέσως τα κατάλληλα μέτρα, ώστε να εξασφαλίζεται η αναγκαία εκπροσώπησή τους. Προς τούτο οι αρμόδιες αρχές ενημερώνουν τον εισαγγελέα ανηλίκων και όπου δεν υπάρχει τον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος ενεργεί ως προσωρινός επίτροπος και προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για το διορισμό επιτρόπου του ανηλίκου» ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 2 περ. ε του Ν. 4540/2018 «ασυνόδευτος ανήλικος είναι ο ανήλικος, ο οποίος φθάνει στην Ελλάδα χωρίς να συνοδεύεται από πρόσωπο που ασκεί, σύμφωνα με το ελληνικό δίκαιο, τη γονική του μέριμνα ή την επιμέλεια του ή από ενήλικο συγγενή που ασκεί στην πράξη τη φροντίδα του και για όσο χρόνο η άσκηση των καθηκόντων αυτών δεν έχει ανατεθεί σε κάποιο άλλο πρόσωπο σύμφωνα με το νόμο. Στον ορισμό αυτό περιλαμβάνεται και ο ανήλικος που παύει να συνοδεύεται μετά την είσοδο του στην Ελλάδα».

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του ν.δ. 3989/1959 «Περί κυρώσεως της πολυμερούς Συμβάσεως περί της Νομικής Καταστάσεως των Προσφύγων», η προσωπική κατάσταση των προσφύγων διέπεται από τους νόμους της χώρας κατοικίας ή, εν ελλείψει κατοικίας, από τους νόμους της χώρας της διαμονής αυτών (ΜΠρΘεσ 25756/2009 ΤΝΠ-ΔΣΑ, ΜΠΡ ΘΕΣΣΑΛ1063/2012, Νόμος).

Κωνσταντίνα Β. Πουρνάρα

Δικηγόρος

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί