Από μόνη της η αποτυχία της ιατρικής πράξης δεν αρκεί για να επισύρει την ευθύνη του ιατρού ούτε και για να θεωρηθεί ως θεμελιωμένη ή αποδεδειγμένη η από μέρους του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων – Η υποχρέωση προηγούμενης ενημέρωσης του ασθενούς σχετικά με τους κινδύνους της εκάστοτε ιατρικής πράξης
Το περίφημο ιατρικό σφάλμα, ήτοι η συμπεριφορά του ιατρού που αξιολογείται ως υπολειπόμενη έναντι ενός ή περισσότερων προτύπων που έπρεπε να τηρηθούν (κανόνες της ιατρικής επιστήμης που εφαρμόζονται στη συγκεκριμένη περίπτωση, για τους οποίους δεν μπορεί να γεννηθεί αμφισβήτηση [«legeartis»], κοινώς αποδεκτά πρότυπα συμπεριφοράς, επιμέλεια του μέσου συνετού ιατρού), συνιστά παράβαση των υποχρεώσεων επιμέλειας που υπέχει ο ιατρός, κι εφόσον είναι και υπαίτιο και προκαλεί ζημία στον ασθενή, θεμελιώνει υποχρέωση αποζημίωσης με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες (άρ. 914 επ. ΑΚ). Για να υπάρχει παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του ιατρού, ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης του, απαιτείται σωρευτικά: α) ο ιατρός να έχει παραβιάσει τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης και εμπειρίας, τους οποίους θα είχε τηρήσει στη θέση του ο μέσος εκπρόσωπος της ειδικότητάς του, με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον του συγκεκριμένου ασθενούς, και β) να μην έχει επιδείξει την προσοχή που μπορούσε υπό τις ίδιες συνθήκες να καταβάλει ο μέσος εκπρόσωπος της ειδικότητάς του. Επομένως, γίνεται δεκτό ότι όταν η ζημία του ασθενούς από ιατρική πράξη συνδέεται αιτιωδώς(αιτιώδης συνάφεια) με υπαίτια από τον ιατρό παραβίαση των υποχρεώσεών του (συμβατικών ή/ και της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στις συναλλαγές), ο τελευταίος οφείλει αποζημίωση. Η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας εξαρτάται από το αν η πράξη ή η παράλειψη ήταν ικανή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και με τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το ως άνω αποτέλεσμα (ΑΠ 17601/2001 Δνη 43, σελ. 1352, ΑΠ 871/2000 Δνη 41, σελ. 967, ΑΠ 1714/1999 Δνη 41, σελ. 968).
Κατά την επικρατούσα στην Ελλάδα θεωρία της πρόσφορης αιτίας, αποκαθίσταται η ζημία η οποία οφείλεται όχι σε κάθε αιτία, αλλά μόνο εκείνη που είχε γενικά την τάση, την ικανότητα να οδηγήσει σε αυτήν, σύμφωνα με την πορεία των πραγμάτων και όχι η ζημία που προκλήθηκε από τυχαίο ή έκτακτο περιστατικό ή που οφείλεται στην ιδιομορφία της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΜΠρΚω 824/2011). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 24 του Α.Ν. 1565/39 «Περί Κώδικος Ασκήσεως Ιατρικού Επαγγέλματος», το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ κατ’ άρθρον 47 του Εισ. Ν. ΑΚ., σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 652, 300 και 914 επ. ΑΚ, προκύπτει με σαφήνεια ότι ο ιατρός ευθύνεται σε αποζημίωση ΜΟΝΟΝ εάν κατά την εκτέλεση των ιατρικών του καθηκόντων παρέβη την υποχρέωσή του να ενεργήσει σύμφωνα με τις θεμελιώδεις αρχές της ιατρικής επιστήμης (ΑΠ 1270/1989, ΕλλΔνη 32, σελ. 765), ενώ ΟΥΔΕΜΙΑ ΕΥΘΥΝΗ βαρύνει αυτόν εάν ενήργησε σύμφωνα με τους αναγνωρισμένους κανόνες της ιατρικής επιστήμης του («legeartis»), και ειδικότερα, όπως θα ενεργούσε κάτω από τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις και με τα στη διάθεσή του μέσα ο μέσος συνετός κι επιμελής ιατρός της ειδικότητάς του (ΔιοικΠρωτΑθ 10933/97 ΕλλΔνη 39, σελ. 1179, Κ. Καυκάς – Ενοχ. Δικ., υπ’ αριθμ. 914, παρ. 6/ΓΙ, σελ. 730, 731, Ζέπος εις ΝοΒ 21, σελ. 3 «Η ευθύνη του ιατρού», Στ. Κοτσιάνος «Η ιατρική ευθύνη», 1977, σελ. 61 επ., 66 επ. υπ’ αριθμ. 74 σελ. 80). Τα ως άνω επιρρωνύονται και από το άρθρο 3 του νέου Κώδικα Ιατρικής Δεοντολογίας (άρθρο 3 του Ν. 3418/2005).
Ως εκ τούτου, καθίσταται σαφές ότι οι ζημίες που δεν οφείλονται καθόλου στην ιατρική πράξη αλλά απορρέουν από την αναπόφευκτη εξελικτική πορεία της υγείας του ασθενή επιρρίπτονται στον ίδιο (τον ασθενή). Δικαιολογητικό λόγο αποτελεί το γεγονός ότι η φυσική ιδιαιτερότητα του οργανισμού και η διατάραξη των λειτουργιών του που δημιουργεί η ασθένεια αλλά και η ίδια η φύση της ιατρικής πράξης ως (κατά κανόνα) άμεσης επενέργειας στο ανθρώπινο σώμα και τις λειτουργίες του, καθιστούν την πορεία της ιατρικής αγωγής, ως έναν τουλάχιστον βαθμό, μη ελέγξιμη, με την έννοια ότι η πιθανότητα αρνητικής εξέλιξης ή πρόκλησης βλάβης στον ασθενή δεν μπορεί να αποκλεισθεί ούτε με την καταβολή όχι μόνο της επιβαλλόμενης αλλά και της μέγιστης, εξιδιασμένης επιμέλειας. Ως εκ τούτου, οι υποχρεώσεις του ιατρού, σε καμία περίπτωση δεν φθάνουν να περιλάβουν και την επιτυχία της ιατρικής πράξης. Ο ιατρός δεν υπόσχεται το θετικό αποτέλεσμα της ιατρικής πράξης και δεν αναλαμβάνει την υποχρέωση να θεραπεύσει τον ασθενή, επομένως από μόνη της η αποτυχία της ιατρικής πράξης δεν αρκεί ούτε για να επισύρει την ευθύνη του ιατρού, αλλά ούτε και για να θεωρηθεί ως θεμελιωμένη ή αποδεδειγμένη η από μέρους του παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων. Η συμβατική υποχρέωση του ιατρού εκτείνεται μέχρι την εφαρμογή των κανόνων που διέπουν την ιατρική επιστήμη και πράξη (lexartis), με τήρηση της επιβαλλόμενης επιμέλειας. Για το λόγο αυτό, η θεμελιωμένη στη σύμβαση ιατρικής αγωγής υποχρέωση ιατρικής φροντίδας αναφέρεται ως το κλασικό παράδειγμα «υποχρέωσης παροχής μέσων» («obligationdemoyens»), σε αντιδιαστολή με την υποχρέωση επίτευξης ορισμένου αποτελέσματος. Η τοποθέτηση του ιατρού στη θέση ενός «εγγυητή» της υγείας του ασθενούς αντίκειται τόσο στην ουσία της σύμβασης ιατρικής αγωγής, όσο και γενικότερα στον αναγνωρισμένο ρόλο του ιατρικού επαγγέλματος μέσα σε μία κοινωνία. Ακόμα δε κι όταν ο ιατρός «υπόσχεται» ορισμένο αποτέλεσμα, ουσιαστικά δεν υπόσχεται τίποτα άλλο από το ότι θα αντιμετωπίσει τον ασθενή τηρώντας την οφειλόμενη επαγγελματική συμπεριφορά.
Άλλοις λόγοις, ο ιατρός ευθύνεται μόνο εφόσον υπαίτια παραβαίνει κάποια συμβατική υποχρέωσή του ή κάποια συναλλακτική υποχρέωση επιμέλειας ή παρανομεί με άλλον τρόπο. Σε κάθε άλλη περίπτωση, ο ασθενής δεν μπορεί να στραφεί εναντίον του ιατρού, κι ως εκ τούτου στον ασθενή επιρρίπτεται όχι μόνον ο κίνδυνος από την αναπόφευκτη εξέλιξη της υγείας του αλλά και ο θεραπευτικός κίνδυνος υπό στενή εννοία, δηλαδή οι ζημίες που μπορεί να προκληθούν και οφείλονται σε τυχαίο γεγονός.
Ειδικότερα, όσον αφορά στη χειρουργική, γίνεται δεκτό ότι οι μετεγχειρητικές επιπλοκές, εφόσον βεβαιωθεί ότι δεν έχουν κάποια εξάρτηση από ορισμένη άστοχη ενέργεια ή παράλειψη του ιατρού κατά τη διάρκεια της επεμβάσεως, εξετάζονται σαν πρωτοπαθείς ασθένειες, (βλ. Γ. Αγιουτάντη, Ιατροδικαστικά Θέματα, 1969, σελ. 129 – 130), δεδομένου ότι δεν τεκμαίρεται βεβαίως πταίσμα του χειρουργού για τα μετεγχειρητικά επακόλουθα, όταν ο ίδιος, λόγω επιλογής του ασθενούς, έπαυσε να ασκεί τη δέουσα μετεγχειρητική φροντίδα (Στ. Κοτσιάνου «Η ιατρική ευθύνη» 1977, σελ. 214), στοιχείο που αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, ενόψει ιδίως του εμπειρικού φαινομένου ο ασθενής «… όταν η επιχειρούμενη χειρουργική θεραπευτική αγωγή δεν έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα, να βρίσκει διέξοδο στην αμφισβήτηση και τη διεκδίκηση»(Αντ. Κουτσελίνη, «Ιατρική Ευθύνη» 1984, σελ. 101). Η νομικά αξιολογήσιμη συμπεριφορά του ιατρού «… δεν μπορεί και δεν πρέπει να έχει καμία απολύτως σχέση με τη μετεγχειρητική ψυχολογία και τις οικονομικές διεκδικήσεις του ασθενούς» (ΣυμβΠλημΑθ 2255/98, ΠοινΔνη 1988, σελ. 986 – 987), που με ευκολία καταλογίζεται, ενισχυμένη και επιβαρυμένη τόσο από την άγνοια του ασθενούς και των οικείων του όσον αφορά στα ιατρικά δεδομένα και τις ιατρικές λεπτομέρειες της περίπτωσής του, όσο και από τη συναισθηματική φόρτιση που φυσιολογικά προκαλείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Ως ανωτέρω επισημάνθηκε, οι υποχρεώσεις του ιατρού εκτείνονται μόνο στην άσκηση του επαγγέλματός του σύμφωνα με τους κανόνες και τα δεδομένα της επιστήμης («legeartis») και οπωσδήποτε δεν φθάνουν μέχρι την ανάληψη ευθύνης για την αποτυχία της οποιασδήποτε θεραπείας ή επεμβάσεως ή για την εμφάνιση κάποιας επιπλοκής. Όλες οι ιατρικές πράξεις και ειδικά οι χειρουργικές επεμβάσεις έχουν εγγενή επικινδυνότητα, η οποία ως επέμβαση στον οργανισμό, συνδέεται με διάφορες και εντελώς απρόβλεπτες επιπλοκές, που άπτονται και με τη φυσιολογική ιδιαιτερότητα του κάθε οργανισμού που καθορίζει τις αντιδράσεις του, για τις οποίες ο ιατρός δεν φέρει ευθύνη.
Έτι περαιτέρω, το δικαίωμα αυτοδιάθεσης του ασθενούς και ο αυτοκαθορισμός του ως προς το σώμα του, επιβάλλουν σε κάθε περίπτωση να μη διενεργείται κανενός είδους επέμβαση στο σώμα και στην υγεία του, χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του. Μία ιατρική επέμβαση που διενεργείται χωρίς τη συναίνεση του ασθενούς είναι μία παράνομη πράξη. Εξάλλου, σύμφωνα με την απολύτως κρατούσα διεθνώς άποψη, η συναίνεση του ασθενούς, που είναι απαραίτητη για τη διενέργεια κάθε (επεμβατικής) ιατρικής πράξης, προϋποθέτει για να είναι έγκυρη, ότι προηγήθηκε πλήρης και επαρκής ενημέρωση του ασθενούς, που επέτρεψε το σχηματισμό της ελεύθερης βούλησής του. Συναίνεση κι ενημέρωση του ασθενούς συνιστούν ένα αδιαχώριστο δίδυμο.
Για τη θεώρηση μίας ιατρικής πράξης, κεφαλαιώδους σημασίας στοιχείο αποτελεί η ενημέρωση του ασθενούς ως προϋπόθεση για το κύρος της συναίνεσης του (ασθενούς) σε συγκεκριμένη επεμβατική πράξη, η οποία γίνεται πριν από τη διενέργεια της πράξης αυτής, καιπεριλαμβάνει τις αναγκαίες πληροφορίες για το σκοπό και τη φύση της πράξης αυτής, καθώς και για τα επακόλουθα και τους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται. Πρόκειται για τη λεγόμενη «νομιμοποιητική» ενημέρωση. Ως εκ τούτου, ο γιατρός ευθύνεται, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων, για κάθε ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την πράξη αυτή,εκτός αν αποδείξει ότι ενήργησε την ιατρική πράξη με τη συναίνεση του ασθενούς, καθώς και ότι είχε προηγηθεί η αναγκαία πλήρης ενημέρωση του ασθενούς σχετικά με τη φύση, το σκοπό και τους κινδύνους που εγκυμονεί η συγκεκριμένη ιατρική πράξη.
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr