Διάκριση μεταξύ διοικητικών και ιδιωτικών διαφορών – κριτήριο η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε.
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 94 του Συντάγματος, η εκδίκαση των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει στα τακτικά Διοικητικά Δικαστήρια, όσες δε από τις σχετικές διαφορές δεν έχουν ακόμη υπαχθεί πρέπει να υπαχθούν υποχρεωτικά στη δικαιοδοσία τους μέσα σε πέντε έτη από την ισχύ του Συντάγματος, προθεσμία που μπορεί να παρατείνεται με νόμο, ενώ σύμφωνα με την παρ. 3 αυτού, στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας που τους ανατίθενται με νόμο. Σε συμμόρφωση με την ως άνω συνταγματική επιταγή, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983 υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν είχαν υπαχθεί μέχρι τότε και μνημονεύονται ενδεικτικά στην παρ. 2 αυτού, μεταξύ δε άλλων, οι υπό στοιχείο ια’ αναφυόμενες κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά την είσπραξη των δημοσίων εσόδων (ν.δ. 356/1954).
Ωστόσο, δεν συγκροτούν διοικητικές διαφορές ουσίας όλες ανεξαιρέτως οι διαφορές που ανακύπτουν κατά τη διαδικασία είσπραξης των δημοσίων εσόδων. Ως κριτήριο για την χαρακτηρισμό της κρινόμενης διαφοράς τίθεται η φύση της απαίτησης που αποδεικνύεται από τον τίτλο του άρθρου 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., ο οποίος αποτελεί το θεμέλιο της διοικητικής εκτέλεσης (ΑΕΔ 14/2003, ΕΑΚΑ 2004). Συνακόλουθα, αν η απαίτηση απορρέει από έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου, η διαφορά που ανακύπτει κατά την επίσπευση της αναγκαστικής είσπραξής της θεωρείται ιδιωτική, χαρακτηρισμός που δεν αναιρείται από την παρεμβολή της διοικητικής διαδικασίας βεβαίωσης και την είσπραξή της από το Δημόσιο Ταμείο (ΑΕΔ 8/1989, ΕλλΔ/νη 30.1148, ΑΠ 210/1996, ΔΕΕ 1996. 999, ΣτΕ 3527/2000, Δίκη 2001.1203, ΕφΑΘ 3138/2004, δημ. στην ΤΝΠ Νόμος). Βάσει των ανωτέρω, κρίθηκε από την πρόσφατη απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών υπ’ αριθ. 148/2019 (βλ. ανωτ. μείζονα σκέψη που είναι δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) ότι, καθόσον ο τίτλος, βάσει του οποίου επιχειρείται η εκτέλεση, εδράζεται σε έννομη σχέση ιδιωτικού δικαίου και συγκεκριμένα σε σύμβαση μίσθωσης (άρθρο 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε.) δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, ακόμη και αν η αναφυόμενη διαφορά αφορά την διαδικασία είσπραξης δημοσίων εσόδων και διενεργείται βάσει του Κ.Ε.Δ.Ε.
Εξάλλου, νόμιμο τίτλο συνιστά το δημόσιο έγγραφο που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή, ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικούμενου και από τον ίδιο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση. Συγκεκριμένα, από το σύνολο των εγγράφων που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο πρέπει να προκύπτει βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση, ήτοι το είδος και η αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης της, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος ως προς τη νομιμότητα αυτού, καθώς και το εκκαθαρισμένο και το κεφάλαιο της απαίτησης (ΑΠ 2284/2009, ΑΠ 1549/1998 ΑΕΕ 1999. 534, ΑΠ 178/1994, Δ/νη 36.845). Και τούτο καθόσον, με βάση το νόμιμο τίτλο είναι δυνατόν να επισπευστεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφή την αιτία του οφειλόμενου χρέους. Η σχετική ανάγκη καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν πραγματοποιήθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο (βλ. ανωτ. απόφαση ΕιρΑθ 148/2019).
Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), η οποία είναι αναγκαία για την επιδίωξη της είσπραξης της απαίτησης του Δημοσίου και συνιστά τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως εφόσον μεταξύ αυτών υφίσταται αιτιακή σχέση, η ταμειακή βεβαίωση καθίσταται ακυρωτέα σε περίπτωση που δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως επί παραδείγματι σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος (ΑΠ 1177/2017, ΑΠ 1247/2015, 434/2015, 1898/2014).
Στην περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής και η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε. η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το κεφάλαιο αυτού, τη χρονολογία βεβαίωσης και επαρκή εν γένει πληροφόρηση για την οφειλή του, ο καθ’ ου μπορεί να ασκήσει ανακοπή με αίτημα την ακύρωση της (κατ’ άρθρο 73 Κ.Ε.Δ.Ε.), εφόσον συντρέχει βλάβη στο πρόσωπο του, ήτοι η σχετική έλλειψη επέφερε αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δεν δύναται να επανορθωθεί άλλως, παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης (κατ’ άρθρο 75 Κ.Ε.Δ.Ε.). Ωστόσο, ο προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού μπορεί να πραγματοποιηθεί με έγγραφα που το συγκεκριμενοποιούν επαρκώς, εφόσον έχουν κοινοποιηθεί ή γνωστοποιηθεί, με νόμιμο τρόπο, στον φερόμενο οφειλέτη πριν την καθ’ οιονδήποτε τρόπο δικαστική αμφισβήτηση με την άσκηση ανακοπής, καθώς στην περίπτωση αυτή διατηρεί τη δυνατότητα να ελέγξει την ύπαρξη και το ύψος της απαίτησης και δεν καταφάσκεται δικονομική βλάβη στο πρόσωπο του. Συγκεκριμένα, βλάβη του οφειλέτη δεν συντρέχει στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά) που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή ή τα σχετικά στοιχεία γνωστοποιήθηκαν στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης και είναι σε θέση να προβάλλει με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής (ΑΠ 1177/2017, ΑΠ 1188/2017, 391/2017, 392/2017, 393/2017, 394/2017, 1247/2015, 434/2015, 175/2015, 1898/2014, 2284/2009, δημ. στην ΤΝΠ Νόμος).
Μαρία Τζαβέλα
Δικηγόρος, LL.M.
E-mail: info@efotopoulou.gr