Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Παράνομος ανατοκισμός της εισφοράς του Ν. 128/1975 ως λόγος ανακοπής για ακύρωση διαταγής πληρωμής

Από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης της παρ. 3 του άρθρου 1 του Ν. 128/1975, η οποία ορίζει ότι «επιβάλλεται εισφορά βαρύνουσα τα πάσης φύσεως εν Ελλάδι λειτουργούντα πιστωτικά ιδρύματα, περιλαμβανομένης και της Τραπέζης της Ελλάδος, υπέρ του εν τη παραγράφω 1 του παρόντος άρθρου λογαριασμού … », δεν προκύπτει η θέσπιση απαγορευτικού κανόνα δικαίου. Με την παραπάνω διατύπωση ο νόμος ορίζει την επιβολή της εισφοράς και το υπόχρεο να την καταβάλει πρόσωπο, χωρίς όμως να ορίζει ούτε την υποχρεωτική  μετακύλισή  της, ούτε όμως και την απαγόρευση μετακύλισής της.

Ο χαρακτήρας, άλλωστε, της εισφοράς του Ν.128/1975, ως είδος δημοσιονομικής επιβάρυνσης, αρχικά για συγκεκριμένο σκοπό (επιδότηση δανείων προς εξαγωγικές επιχειρήσεις) και μετά την τροποποίηση που επέφερε ο Ν. 2065/1992, ως από οικονομική άποψη, γενικό έσοδο του δημοσίου, δικαιολογεί την αναζήτηση της σημασίας της λέξης «βαρύνουσα» στη φορολογική νομοθεσία, όπως αυτή (η σημασία) προκύπτει από τη χρήση της εν λόγω λέξης σε νόμους που θεσπίζουν φόρους ή εισφορές. Αλλά ούτε και αντικειμενικά, από το ρυθμιστικό σκοπό του νόμου, προκύπτει βάση αποδοκιμασίας της συμβατικής μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς, αφού σκοπός του νόμου παραμένει η έμμεση ενίσχυση, µέσω της εισφοράς αυτής, της επιδότησης των επιτοκίων συγκεκριμένων δανείων επ’ ωφελεία της Εθνικής Οικονομίας, χωρίς να προκύπτει ότι το πρόσωπο που πρέπει να επιβαρυνθεί τελικά είναι τα πιστωτικά ιδρύματα. Συμπερασματικά, από τα παραπάνω προκύπτει ότι, από το Ν. 128/1975 ούτε προβλέπεται ρητά ως συμβατικά δυνατή αλλά ούτε και απαγορεύεται η συμβατική μετακύλιση της εισφοράς που θεσπίζεται µε το νόμο αυτό. Η ρυθμιστική ισχύς του ως άνω νόμου εξαντλείται στον καθορισμό του υπόχρεου έναντι του δημοσίου προσώπου στα πλαίσια της έννομης σχέσης που ιδρύεται µε τη σχετική διάταξη και αφορά, επομένως, αποκλειστικά την (κάθετη) σχέση μεταξύ κράτους και πιστωτικών ιδρυμάτων και όχι, την (οριζόντια) σχέση μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων και δανειοληπτών. Η μετακύλιση της εισφοράς στους τελευταίους αυτούς επιτρέπεται µε βάση την αρχή της ιδιωτικής αυτονομίας και εφόσον δεν απαγορεύεται από άλλη διάταξη (άρθρο 361 ΑΚ – βλ ΑΠ 430/2005, ΕφΠατρ 195/2007 δηµ/νες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πρέπει όμως να ερμηνεύεται ως απόκλιση από τη ρητά και πάγια εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη να επιβάλλει την εισφορά αυτή σε βάρος των πιστωτικών ιδρυμάτων που λειτουργούν στην Ελλάδα, οπότε πρέπει να αναπτύσσεται εντός καθορισμένων ορίων που τίθενται τόσο από τις γενικές και ειδικές διατάξεις του νόμου. Η επιβολή της εισφοράς αυτής στο δανειολήπτη μπορεί να ελεγχθεί από άποψη διαφάνειας, ιδίως όταν επιβάλλεται χωρίς προηγούμενη επαρκή ενημέρωση ή κατά τρόπο κεκαλυμμένο. Σύμφωνα µε την αρχή της διαφάνειας και προσήκουσας ενημέρωσης του δανειολήπτη, πρέπει να παρουσιάζονται στη σύμβαση τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών κατά τρόπο ορισμένο, ορθό και σαφή (ΑΠ 1495/2006 ΔΕΕ 2006.1307).

 Περίπτωση έμμεσης κεκαλυμμένης μετακύλισης της εν λόγω εισφοράς στο δανειολήπτη αποτελεί και ο συνυπολογισμός του ποσοστού της στο ύψος του επιτοκίου που προσφέρεται, αντί να γίνεται μνεία για την επιβάρυνση του δανειολήπτη µε την εισφορά του Ν .128/1975 στη δανειακή σύμβαση (βλ και παρατηρήσεις Δ. Χατζημιχαήλ κάτω από το κείμενο της 124/2007 απόφασης Εφετείου Λαμίας σε Αρµ. 2009 Β σελ1194, 1196 ). Στα ίδια πλαίσια κινείται η ΠΔΙΤΕ 1969/1991, όπως και η ΠΔ/ΔΤ 250112002 (Α 277), στην οποία προβλέπεται, ως προς τις χορηγήσεις, η υποχρέωση των πιστωτικών ιδρυμάτων να ενημερώνουν, µε ιδιαίτερη αναφορά, τους δανειολήπτες για την επιβολή ειδικών εισφορών, φόρων και τελών κατά είδος και ποσό ή ποσοστό (βλ άρθρο 2α περ.ι’), στις οποίες ειδικές εισφορές συγκαταλέγεται και αυτή του Ν. 128/1975. Δεν είναι όμως νόμιμος ο ανατοκισμός του ποσού της εισφοράς αυτής κατά τις περιόδους και τη συχνότητα, που ανατοκίζονται τα τραπεζικά δάνεια και τούτο γιατί ανατοκισμός επιτρέπεται μόνον επί των καθυστερούμενων τόκων και όχι επί των φόρων, εισφορών ή άλλων προμηθειών (άρθρα 12 του Ν. 2601/1998, 30 του Ν. 2783/2000, 47 του Ν. 2783/2000, 42 του Ν. 2912/2001 και 39 του Ν. 3259/2004), επομένως κάθε αντίθετη πρόβλεψη στη σύμβαση είναι αντίθετη µε τις παραπάνω διατάξεις και ελέγχεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 174, 178 και 179 του ΑΚ (ΑΠ 21/2011. 801, ΑΠ 1782/2002 ΕλΔ/νη 2002. 1430, Αρµ.2009. 1190, ΜΠρΘεσ 1989/2016 δηµ/νη στη ΝΟΜΟΣ).

Με βάση την ανωτέρω μείζονα σκέψη, κρίθηκε στην υπ’ αριθ. 857/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών (ΤΝΠ ΔΣΑ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ) ότι οι τόκοι υπολογίστηκαν καταχρηστικά µε ανατοκισμό της εισφοράς του ν. 128/1975 και γι’ αυτά τα ποσά η απαίτηση της καθ’ ης η ανακοπή τραπεζικής εταιρείας δεν γεννήθηκε, η σχετική πλημμέλεια της εν λόγω τραπεζικής εταιρίας καθιστά ανεκκαθάριστη τη συνολική απαίτησή της. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο έκανε δεκτό και ως κατ’ ουσίαν βάσιμο τον σχετικό ισχυρισμό της ανακόπτουσας, ο δε συγκεκριμένος λόγος ανακοπής κρίθηκε ότι οδηγεί σε ακύρωση της προσβαλλομένης διαταγής πληρωμής για να γίνει ο εκ νέου υπολογισμός της απαίτησης της καθ’ ης χωρίς τον ανατοκισμό και την κεφαλαιοποίηση των ποσών που αντιστοιχούν στην εισφορά του ν. 128/1975.

Μαρία Τζαβέλα

Δικηγόρος, LL.M.

E-mail: info@efotopoulou.gr

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί