Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Τινά περί της δυνατότητας στοιχειοθέτησης αδικοπραξίας σε περίπτωση που ο εντολέας δεν καταβάλλει στον δικηγόρο του τη συμφωνηθείσα αμοιβή[1]

Στο πλαίσιο του παρόντος άρθρου, διευκρινιστέον τυγχάνει, κατ’ αρχάς, ότι αυτή καθεαυτή η αθέτηση συμβάσεως, όπως η σύμβαση έμμισθης εντολής μεταξύ δικηγόρου και εντολέα, δεν συνιστά αδικοπραξία, εξ ου και οι έννομες συνέπειές της δεν ρυθμίζονται από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση παροχής. Είναι, ωστόσο, δυνατόν ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις τόσο της αθέτησης συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας, εν τοιαύτη δε περιπτώσει το αυτό πραγματικό γεγονός υπόκειται σε πολλαπλή αξιολόγηση. Συγκεκριμένα, η υπαίτια και ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται μία σύμβαση και γεννιέται ενδοσυμβατική ευθύνη του οφειλέτη μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να θεμελιώσει και ευθύνη από αδικοπραξία, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω συμπεριφορά, ακόμη και αν εκδηλωνόταν χωρίς τη συμβατική σχέση, θα ήταν και πάλι παράνομη, ως αντικείμενη στο γενικό καθήκον που επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, ήτοι στο καθήκον να μην ζημιώνει κανείς υπαιτίως άλλο πρόσωπο. Άρα, όταν το ζημιογόνο πταίσμα ταυτίζεται κατά το πραγματικό περιεχόμενό του με την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας, οι διατάξεις περί αδικοπραξίας δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής. Έτσι, η αθέτηση συμβάσεως (π.χ. συμβάσεως έμμισθης εντολής) δεν συνιστά και αδικοπραξία με μόνη την προσθήκη των όρων του άρθρου 914 ΑΚ. Άλλοις λόγοις, τα παράπονα του ενάγοντος που αφορούν αποκλειστικά στα πραγματικά περιστατικά που σχετίζονται με την από μέρους του εναγομένου αθέτηση της συμβάσεως (π.χ. έμμισθης εντολής), δεν μπορούν παραλλήλως να θεμελιώσουν αυτοτελώς και αδικοπρακτική ευθύνη σε βάρος του τελευταίου με μόνη την προσθήκη λέξεων που υποδηλώνουν απλώς επανάληψη της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Και βέβαια, η υπερημερία ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη δεν μπορεί να θεμελιώσει από μόνη της αδικοπραξία, όπως την εννοεί το άρθρο 914 ΑΚ, αφού δεν μπορεί να έχει συνέπειες ανεξάρτητες από τη συμβατική σχέση, της οποίας αποτελεί ενδεχόμενο επακόλουθο (για το σύνολο των ανωτέρω διαλαμβανομένων, βλ. ΟλΑΠ 967/1973, ΑΠ 1237/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 347/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 653/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1190/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1120/2005 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 212/2000 Δνη 41.754 και ΕΔΠ 2000.258, ΑΠ 555/1999 ΕλλΔνη 41.87, ΑΠ 1268/1994 ΕλλΔνη 1996.1361, ΑΠ 1285/1980 ΝοΒ 29.554, ΑΠ 554/1979 ΝοΒ 27.1591, ΑΠ 217/1976 ΝοΒ 24.766, ΕφΠατρ 19/2007 ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 115/2005 ΝΟΜΟΣ, ΕφΛαρ 284/2004 ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2005.30 και ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 203/2001 ΑχΝομ 18.314, ΕφΑθ 7018/1998 Δνη 99.1139, ΜΠρΡόδ 36/2006 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΡόδ 38/2006 ΝΟΜΟΣ, ΜΠρΡόδ 41/2003 ΝΟΜΟΣ, καθώς και Μπαλή, Γενικές Αρχές, έκδ. 8η, παρ. 89).

Στην ίδια συνάφεια, αξίζει να αναφερθεί, εξ άλλου, ότι, σύμφωνα με την απόφαση ΕφΠειρ 90/2014 (ΝΟΜΟΣ), η εκτιθέμενη σε αγωγή κατά Δήμου μη καταβολή αμοιβών και εξόδων από τον εναγόμενο Δήμο στον ενάγοντα δικηγόρο, και αληθής υποτιθέμενη, δεν συνιστά αδικοπραξία των οργάνων του πρώτου, δεδομένου ότι η καθυστέρηση ή άρνηση καταβολής καθορισμένων από τον νόμο απολαβών δεν συνιστά παρανομία και, συνακόλουθα, αδικοπραξίατων οργάνων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. ή άλλων Ν.Π.Δ.Δ., με την έννοια του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εφόσον δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη των οφειλόμενων απολαβών(βλ. και τη νομολογία στην οποία παραπέμπει η ΕφΠειρ 90/2014, δηλαδή τις αποφάσεις ΑΠ 1489/1995 ΕλλΔνη 1998.852, ΕφΑθ 2582/1992 ΕλλΔνη 1993.124 και ΕφΠειρ 1282/1995 ΑρχΝ 1996.546).

Περαιτέρω, όπως εξηγείται στην απόφαση ΕιρΑθ 3280/2014 (ΝΟΜΟΣ), μεταξύ άλλων, από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 εδ. β΄, 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη σε αποζημίωση ή χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή/και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης ή και άδικης συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης του παθόντος εκ της αδικοπραξίας. Παράνομη, δε, είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος. Για την κατάφαση της παρανομίας, πάντως, δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα δικαίου ή τις επιταγές της έννομης τάξης. Εξ άλλου, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ συνάγεται ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποτελεί και η υπεξαίρεση σε βάρος του ζημιωθέντος. Από τη διάταξη του άρθρου 375 ΠΚ, δε, κατά την οποία «όποιος ιδιοποιείται παράνομα ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα, που περιήλθε στην κατοχή του, με οποιοδήποτε τρόπο, τιμωρείται…», συνάγονται και οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω αδικήματος. Συνάγεται, λοιπόν, ότι απαιτείται να υπάρχει «ξένο πράγμα» που, καίτοι ανήκει στην περιουσία άλλου προσώπου, περιήλθε στην κατοχή του παρανομούντος και ο τελευταίος το ιδιοποιήθηκε, ενσωματώνοντάς το στη δική του περιουσία. Σημειωτέον, στο παρόν σημείο, ότι η περιουσία και η κυριότητα νοούνται ως νομικές έννοιες, όπως είναι γνωστές από το εμπράγματο δίκαιο. Ως εικός, δεν θεμελιώνεται η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της υπεξαίρεσης όταν το πράγμα (με τη νομική έννοια του όρου) ανήκει στον υποτιθέμενο δράστη και ο φερόμενος ως ζημιωθείς έχει κατ’ αυτού απαίτηση ενοχικής και μόνον φύσεως, απορρέουσα εκ του γεγονότος ότι ο υποτιθέμενος δράστης έχει υποσχεθεί να του καταβάλει π.χ. μέρος του πράγματος. Περαιτέρω, πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνία περί εργολαβίας δίκης τυγχάνει υποσχετική δικαιοπραξία, όπερ συνεπάγεται ότι ο δικηγόρος δεν αποκτά αυτοδικαίως κατά κυριότητα το συμφωνηθέν με αυτήν ποσό της αμοιβής του ή ποσοστό του αντικειμένου της σχετικής δίκης, αλλά έχει απλώς ενοχική αξίωση επ’ αυτού, η οποία εξαρτάται από την επιτυχή έκβαση της υπόθεσης, που πρέπει να φθάσει μέχρι την τελεσιδικία. Με τη συμφωνία περί εργολαβίας, λοιπόν, ο δικηγόρος δεν αποκτά κατά κυριότητα το υποσχεθέν σε αυτόν αντικείμενο, τούτο δε το αποτέλεσμα μπορεί να επέλθει μόνον εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος του δικηγόρου εντολέας προβεί, επιπλέον, σε «καταπιστευτική εκχώρηση» προς τον δικηγόρο. Εάν αυτό δεν συμβεί, ο εναγόμενος εντολέας, που συνδέεται με τον ενάγοντα δικηγόρο με σχέση έμμισθης εντολής, δεν υποπίπτει στο ποινικό αδίκημα της υπεξαίρεσης με τη μη καταβολή του υποσχεθέντος ποσού, διότι αυτό δεν ανήκει κατά κυριότητα στον ενάγοντα, αλλά στον εναγόμενο, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω. Εξ ετέρου, ούτε το αδίκημα της αυτοδικίας συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού ως τέτοιο δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται η υπό του εναγομένου εντολέα λήψη του προϊόντος της δίκης, δοθέντος ότι αυτός λαμβάνει το προλεχθέν προϊόν ως δικαιούχος τούτου και, άρα, ουδόλως ενεργεί υποθετικά δυνάμει δικαιώματος που δεν έχει, αλλά, αντιθέτως, νόμιμα, δυνάμει δικαιώματος που έχει.

Ανδρέας Ματσακάς

Δικηγόρος παρ’ Εφέταις

LL.M. Ποινικών Επιστημών

AdvancedLL.M. Δικαίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

E-mail: info@efotopoulou.gr

[1]Το παρόν άρθρο δεν εξετάζει τη δυνατότητα θεμελίωσης απάτης του εντολέα σε βάρος του δικηγόρου του.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί