Ποιο το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς στην επί της ενδικοφανούς προσφυγής εκδιδόμενη απόφαση; Εύρος εξουσίας του δευτεροβάθμιου διοικητικού οργάνου
Η απάντηση στο ερώτημα ποιο είναι το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς που διέπει την κρινόμενη ενδικοφανή προσφυγή, βάσει του οποίου το δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο οφείλει να εκδώσει την επ’ αυτής απόφασή του, εξαρτάται από την απάντηση που θα δοθεί στο προκριματικό ζήτημα αναφορικά με το εύρος της εξουσίας του δευτεροβάθμιου διοικητικού οργάνου, τουτέστιν από το κατά πόσο ασκεί εξουσία μεταρρύθμισης / τροποποίησης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης με δυνατότητα να εκδώσει νέα εκτελεστή πράξη -η οποία αντικαθιστά την αρχική- ή εξουσία ακύρωσης απλώς της προσβαλλόμενης, οπότε στην περίπτωση αυτή αναπέμπει την υπόθεση στο πρωτοβάθμιο διοικητικό όργανο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη.
Η απάντηση στο προκριματικό αυτό ζήτημα δίδεται, συνήθως, από τις ίδιες τις νομοθετικές διατάξεις που προβλέπουν την εκάστοτε δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής. Τούτο σημαίνει ότι ο διοικητικός επανέλεγχος, που ενεργοποιείται κατόπιν άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, διεξάγεται σύμφωνα με τις ειδικότερες νομοθετικές προβλέψεις, οι οποίες και ανταποκρίνονται στη φύση εκάστης υπόθεσης. Αν, ωστόσο, οι σχετικές ειδικές διατάξεις σιωπούν ως προς την ακριβή έκταση της εξουσίας του δευτεροβάθμιου οργάνου που είναι αρμόδιο για την επί της ενδικοφανούς προσφυγής κρίση, ισχύει ο κανών του άρθρου 25 § 2 του Ν. 2690/1999 (Κώδικας Διοικητικής Διαδικασίας), και των άρθρων 63 § 3 εδ. α’ του Ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας) και 45 § 2 του ΠΔ 18/1989 (Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων για το Συμβούλιο της Επικρατείας, βλ. ήδη και άρθρο 27 του Ν. 702/1977, ΦΕΚ Α’ 268/19.9.1977, με το οποίο τροποποιήθηκε το άρθρο 45 του ΝΔ 170/1973, ΦΕΚ Α’ 229/22-24.9.1973 «Περί του Συμβουλίου της Επικρατείας», ορίζοντας πλέον τα αυτά με τα οριζόμενα στο νυν ισχύον άρθρο 45 του ΠΔ 18/1989), σύμφωνα με τον οποίο η άσκηση ενδικοφανούς προσφυγής -όπου και όποτε αυτή προβλέπεται- συνεπάγεται τον πλήρη έλεγχο της διοικητικής πράξης τόσο κατά το νόμο (έλεγχος νομιμότητας) όσο και κατά την ουσία (έλεγχος ουσίας), καθιστώντας δυνατή την κατ’ ουσίαν επανεξέταση της υπόθεσης, ή με άλλα λόγια, τον ουσιαστικό επανέλεγχο της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Εξάλλου, στο άρθρο 63 του Ν. 4174/2013 (Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας), όπως η παρ. 1 αυτού ισχύει μετά την τροποποίησή της από την περ. 1 του άρθρου 49 του Ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α’ 287), ορίζεται ότι ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης. Από τα ως άνω συνάγεται ότι, οσάκις προβλέπεται από ειδικές διατάξεις η δυνατότητα άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής, το αρμόδιο για την εξέτασή της όργανο δεν έχει απλώς την εξουσία να ελέγξει a posteriori την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη, αλλά έχει πλήρη αρμοδιότητα εξέτασης της υπόθεσης. Μετά, λοιπόν, τη θέσπιση των ως άνω διατάξεων, η έννοια της ενδικοφανούς προσφυγής συνδέθηκε αρρήκτως με την εξουσία του αρμόδιου δευτεροβάθμιου οργάνου για πλήρη -νομική και ουσιαστική- επανεξέταση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να αποτελεί πλέον η εξουσία αυτή ένα από τα θεμελιώδη εννοιολογικά της γνωρίσματα, έτσι ώστε ελλειπούσης αυτής, να μην μπορεί να γίνει λόγος για ενδικοφανή προσφυγή (Άλλο είναι φυσικά το ζήτημα του τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Δεδομένου γαρ ότι ο νόμος δεν θέτει στη Διοίκηση κάποια υποχρέωση αναφορικά με τον τρόπο χειρισμού μιας ενδικοφανούς προσφυγής, το έργο της Διοίκησης εξαντλείται -στην καλύτερη των περιπτώσεων- στον τυπικό έλεγχο ορισμένων μόνο πλημμελειών της προσβαλλόμενης πράξης ή της τήρησης των διαδικαστικών προϋποθέσεων για την έκδοσή της, ενώ στη χειρότερη, η ενδικοφανής προσφυγή απορρίπτεται σιωπηρά, χωρίς τη διεξαγωγή οιουδήποτε επανελέγχου).
Στην περίπτωση που ουδέν ειδικότερον προβλέπεται αναφορικά με το ακριβές εύρος των εξουσιών του δευτεροβάθμιου διοικητικού οργάνου, η εξουσία του πλήρους νομικού και ουσιαστικού ελέγχου της ενδικοφανούς προσφυγής συναντά δύο περιοριστικά κανονιστικά εμπόδια: αφενός μεν την αρχή της μη χειροτέρευσης της έννομης θέσης του πρoσφεύγοντος («non reformatio in peius»), αφετέρου δε την αρχή ότι η υπόθεση τόσο μεταβιβάζεται -ενν. ενώπιον του δευτεροβάθμιου οργάνου- όσο προσβάλλεται / εκκαλείται («tantum devolutum quantum appellatum»), η οποία είναι με τη σειρά της άρρηκτα συνδεδεμένη με μια έτερη αρχή, την αρχή ότι η νέα εξέταση της υπόθεσης πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους προβαλλόμενους από τον ενδιαφερόμενο ισχυρισμούς και τις προσκομιζόμενες παρ’ αυτού αποδείξεις («secundum allegata et probata»). Οι τελευταίες αυτές αρχές, καίτοι συνάδουν περισσότερο προς τα ένδικα μέσα και τη διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, ισχύουν -κατά μία άποψη- και επί της οιονεί δικαιοδοτικού χαρακτήρα ενδικοφανούς προσφυγής, ως μέσου έννομης προστασίας του διοικουμένου, με αποτέλεσμα να μη νομιμοποιείται το δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο να κρίνει περισσότερα από όσα ο ίδιος ο προσφεύγων του ζητεί με τη διοικητική προσφυγή του, ιδίως μάλιστα αν με τον τρόπο αυτό καθιστά χειρότερη την έννομη θέση του. Το λεγόμενο, λοιπόν, ότι η παραδεκτή και προσήκουσα άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής συνεπάγεται την εξ ολοκλήρου μεταβίβαση της διοικητικής υπόθεσης σε δευτεροβάθμιο όργανο («μεταβιβαστικό αποτέλεσμα» [1]), το οποίο και αποκτά πλήρη και αποκλειστική αρμοδιότητα επανεξέτασής της [2], δεν είναι απολύτως ακριβές, αφού η εκάστοτε ακριβής έκταση της εξουσίας του επί της ενδικοφανούς προσφυγής κρίνοντος οργάνου εξαρτάται ad hoc: 1ον) από τις νομοθετικές ρυθμίσεις που ιδρύουν την εκάστοτε ενδικοφανή διαδικασία, 2ον) από το συγκεκριμένο αίτημα του προσφεύγοντος και τους τυχόν προβαλλόμενους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς του, συνοδευόμενοι από το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων που τους στηρίζουν, και, 3ον) από την αρχή της μη χειροτέρευσης της έννομης θέσης του προσφεύγοντος. Συνεπώς, ο διενεργούμενος από το δευτεροβάθμιο όργανο έλεγχος εκτείνεται μεν σε όλα τα πραγματικά ζητήματα που συνδέονται με τη συγκεκριμένη υπόθεση, πλην όμως εντός των ορίων των αιτιάσεων της προσφυγής, αρκούσας της προβολής έστω και συνοπτικού παραπόνου, μη απαιτουμένης αναλυτικής παράθεσης των κεφαλαίων της πρωτοβάθμιας απόφασης που πλήττονται. Η θέση αυτή φαίνεται να είναι πιο συμβατή αφενός μεν με την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσης του προσφεύγοντος και το ρόλο της ενδικοφανούς προσφυγής ως μέσου έννομης προστασίας του προσφεύγοντος -της προσφυγής μη αποτρεπτικά λειτουργούσας στην περίπτωση αυτή- αφετέρου δε με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου [3]. Η δε ad hoc εξουσία του κρίνοντος οργάνου δεν πρέπει να συγχέεται με την αφηρημένη δυνατότητα / αρμοδιότητα που παρέχει στο κρίνον όργανο η ενδικοφανής προσφυγή, ότι δηλαδή μπορεί δυνητικά -σε περίπτωση που κάνει δεκτή την προσφυγή- να εξετάσει τόσο τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, ακυρώνοντάς την εν όλω ή εν μέρει, όσο και την ουσία της υπόθεσης, οπότε μπορεί ακόμα και να τροποποιήσει την προσβαλλόμενη διοικητική πράξη, με τη σημαντική επισήμανση ότι η ως άνω εξουσία του προς ακύρωση ή τροποποίηση, τίθεται διαζευκτικά (βλ. άρθρο 25 § 2 Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, όπως αυτός κυρώθηκε με το Ν. 2690/1999, ΦΕΚ Α’ 45/9.3.1999).
Έτσι, αναλόγως και του αιτήματος της κρινόμενης ενδικοφανούς προσφυγής, αν στο σε δεύτερο βαθμό κρίνον όργανο έχει επιφυλαχθεί εξουσία μεταρρύθμισης της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης και ουσιαστικής επανεξέτασης της υπόθεσης και δυνάμει της εξουσίας του αυτής εκδώσει νέα εκτελεστή πράξη, τότε αυτό υποχρεούται να κρίνει με βάση το νομικό καθεστώς του χρόνου έκδοσης της δικής του απόφασης, όπερ και ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση της Διοίκησης οριστικοποιείται (βλ. ΟλΣτΕ 3280/1970). Συνακόλουθα, αν κατά τον ενδιάμεσο χρόνο από την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης μέχρι την έκδοση της νέας τροποποιητικής μεσολαβήσει νομοθετική μεταρρύθμιση που ασκεί επιρροή στην έννομη θέση του προσφεύγοντος ή αν παρεισφρήσουν νέα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα, το επιλαμβανόμενο αρμόδιο όργανο οφείλει να λάβει υπόψη του τα νέα αυτά πραγματικά και νομικά δεδομένα, έστω κι αν αυτό συνεπάγεται τη χειροτέρευση της έννομης θέσης του προσφεύγοντος, ο οποίος άσκησε την ενδικοφανή προσφυγή για τον ακριβώς αντίθετο λόγο, ήτοι για τη βελτίωση της θέσης του (για την προκαλούμενη με τον τρόπο αυτό ανασφάλεια δικαίου και την προσπάθεια άρσης αυτής, βλ. τις διάφορες απόψεις που έχουν διατυπωθεί, στον Σωτήριο Κ. Κυβέλο, η Ενδικοφανής Προσφυγή, Πρόλογος: Ευγενία Πρεβεδούρου, Αναπλ. Καθηγήτρια Νομικής ΑΠΘ, εκδ. Σάκκουλα Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2013, σελ. 217 – 223. Για τον ίδιο λόγο, το δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο είναι υποχρεωμένο να εφαρμόσει και τον τυχόν ευνοϊκότερο νεότερο νόμο, ανεξαρτήτως αν ο προσφεύγων έκανε επίκληση αυτού ή όχι (βλ. ΣτΕ 1435/2011, ΣτΕ 2025/2009, ΣτΕ 1176/1992, ΣτΕ 859/1988).
Διαφορετικό είναι το εφαρμοστέο νομοθετικό καθεστώς στην περίπτωση που το επιλαμβανόμενο διοικητικό όργανο δεν έχει εξουσία εκ νέου ουσιαστικής εξέτασης της υπόθεσης και έκδοσης επ’ αυτής νέας διοικητικής απόφασης, αλλά η εξουσία του περιορίζεται στην ακύρωση -απλώς- της προσβαλλόμενης πράξης, για λόγους που ανάγονται σε τυπικές πλημμέλειες αυτής (όπως λ.χ. αναρμοδιότητα του εκδόντος την προσβαλλόμενη πράξη διοικητικού οργάνου, μη νόμιμη συγκρότησή του ή κακή σύνθεσή του, αν πρόκειται για συλλογικό όργανο, παράβαση ουσιώδους τύπου κ.α.) και στην αναπομπή της υπόθεσης στο εκδόν την προσβαλλόμενη, πρωτοβάθμιο διοικητικό όργανο. Στην περίπτωση αυτή, που δεν εκδίδεται από το δευτεροβάθμιο όργανο νέα, ουσιαστικού περιεχομένου διοικητική πράξη, αλλά πράξη ακυρωτικού χαρακτήρα, διαγνωστική των τυπικών πλημμελειών της προσβαλλόμενης, εφαρμοστέο κρίνεται το νομικό καθεστώς που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης.
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr
[1] Η ιδιόρρρυθμη αυτή συνέπεια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της άσκησης ενδικοφανούς προσφυγής -η οποία δεν ρυθμίζεται από κάποια γενική διάταξη, αλλά θεμελιώνεται στο εκάστοτε ειδικό νομοθέτημα που προβλέπει τη δυνατότητα άσκησής της- κινείται προς δύο κατευθύνσεις: 1) ότι η υπόθεση αφαιρείται από το εκδόν την προσβαλλόμενη πράξη πρωτοβάθμιο διοικητικό όργανο και μεταβιβάζεται στο σύνολό της στο οριζόμενο από το νόμο ως αρμόδιο, δευτεροβάθμιο όργανο, το οποίο και καθίσταται το μόνο πλέον αρμόδιο να επιληφθεί της κρινόμενης διοικητικής υπόθεσης, και 2) ότι η προσβαλλόμενη με την ενδικοφανή προσφυγή πράξη του πρωτοβάθμιου διοικητικού οργάνου ενσωματώνεται στην πράξη που εκδίδεται από το δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο, και συνεπώς, η πρώτη (η προσβαλλόμενη) χάνει εφεξής την αυτοτέλεια και την εκτελεστότητά της, ανεξαρτήτως αν η ενδικοφανής προσφυγή γίνει αποδεκτή ή απορριφθεί.
[2] Κατά την άποψη αυτή, στις ενδικοφανείς προσφυγές δεν εφαρμόζεται η προαναφερθείσα αρχή «tantum devolutum quantum appellatum», καθόσον το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα στις περιπτώσεις αυτές έχει την έννοια της αυτόματης μεταβίβασης του συνόλου της διοικητικής αρμοδιότητας, και συνεπώς, το δευτεροβάθμιο διοικητικό όργανο δεν δεσμεύεται από τους ισχυρισμούς που προβάλλει ο προσφεύγων, αλλά υποχρεούται παντάπασι στον πλήρη -νομικό και ουσιαστικό- επανέλεγχο της πράξης, προκειμένου να αποφεύγεται η διατήρηση σε ισχύ παράνομων πράξεων, έστω και αν η απόλυτη αυτή -και τυπολατρική ενδεχομένως- συμμόρφωση στην αρχή της νομιμότητας οδηγεί στη χειροτέρευση της θέσης του διοικουμένου, ο οποίος άσκησε την ενδικοφανή προσφυγή προς βελτίωση αυτής.
[3] Για την επικρατούσα στο θέμα αυτό διχογνωμία, δεν υπάρχει επαρκής νομολογία των δικαστηρίων. Βλ. ωστόσο την όλως πρόσφατη υπ’ αρ. 1694/2018 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΤΝΠ Νόμος), κατά την οποία: «Επειδή, όπως αναφέρθηκε στη σκέψη 15, με την 61477/29-9-2016 απόφαση του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με την οποία απερρίφθη η αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων υπήκοος, έγινε δεκτό ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για αναγνώρισή του ως πρόσφυγος προϋποθέσεις, εκρίθη όμως ότι, λόγω της συμμετοχής του στο πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 2016, συνέτρεχε στο πρόσωπό του η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 1Στ περ. β΄ της ανωτέρω Σύμβασης ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, καθόσον διέπραξε σοβαρό αδίκημα του κοινού ποινικού δικαίου πριν την είσοδό του στην Χώρα (σοβαρό μη πολιτικό έγκλημα κατά τη διατύπωση του άρθρου 12 παρ. 2 περ. β΄του π.δ. 141/2013). Κατά του τελευταίου αυτού κεφαλαίου της ανωτέρω αποφάσεως, ήτοι κατά του κεφαλαίου με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπό του συνέτρεχε λόγος αποκλεισμού από το καθεστώς διεθνούς προστασίας, ο παρεμβαίνων άσκησε την από 25-10-2016 ενδικοφανή προσφυγή ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών της Αρχής Προσφυγών. Εφόσον, όμως, η μεν διάταξη του άρθρου 61 παρ. 1 του ν. 4375/2016 δεν παρέχει στον αρμόδιο Υπουργό το δικαίωμα ασκήσεως ενδικοφανούς προσφυγής κατά της αποφάσεως της αρμόδιας αρχής με την οποία αυτή αποφαίνεται σε πρώτο βαθμό επί αιτήσεως διεθνούς προστασίας, η δε διάταξη του άρθρου 64 παρ. 2 του ίδιου νόμου παρέχει το δικαίωμα στον αρμόδιο Υπουργό να ασκήσει αίτηση ακυρώσεως μόνο κατά των αποφάσεων των Ανεξάρτητων Επιτροπών Προσφυγών, που αποφαίνονται σε δεύτερο βαθμό επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας, συνάγεται ότι με την άσκηση της ενδικοφανούς προσφυγής του παρεμβαίνοντος, η υπόθεση, που αφορούσε την αναγνώρισή του ή μη ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας (ζήτημα που συνάπτεται άμεσα όχι μόνο με την τήρηση των διεθνών υποχρεώσεων της Χώρας, αλλά και με τη δημόσια τάξη και ασφάλεια), ήχθη ενώπιον της 3ης Ανεξάρτητης Επιτροπής Προσφυγών κατά το νόμο και την ουσία στο σύνολό της, ήτοι και κατά το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχαν οι προβλεπόμενες στα άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013 προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγος. Συνεπώς, η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών υποχρεούτο να επανεξετάσει την αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο παρεμβαίνων Τούρκος υπήκοος (βλ. άρθρο 62 παρ. 8 του ν. 4375/2016) και να ερευνήσει εκ νέου και εξ υπαρχής τη συνδρομή ή μη όλων των προϋποθέσεων τόσο για την αναγνώριση του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος (άρθρα 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 2 εδ. ε΄ του π.δ. 141/2013), όσο και για την εφαρμογή στο πρόσωπό του της ρήτρας αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος (άρθρα 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013). Κατ’ ακολουθίαν τούτων, νομίμως με την ήδη προσβαλλόμενη απόφαση εξετάσθηκε εκ νέου το ζήτημα της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως πρόσφυγος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄του π.δ. 141/2013, το οποίο δεν είχε αμφισβητηθεί με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε αυτός κατά της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, ο δε λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η σχετική κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως προβάλλεται παραδεκτώς. Κατά τη γνώμη, όμως, του Προεδρεύοντος Αντιπροέδρου Χ. Ράμμου, του Αντιπροέδρου Γ. Παπαγεωργίου και των Συμβούλων Μ. Γκορτζολίδου, Π. Καρλή, Β. Αραβαντινού, Η. Μάζου, Ε. Παπαδημητρίου και Ρ. Γιαννουλάτου, ο ανωτέρω λόγος προβάλλεται απαραδέκτως. Τούτο δε διότι η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών δεν είχε την εξουσία να εξετάσει το κεφάλαιο της 61477/29-9-2016 αποφάσεως του Περιφερειακού Γραφείου Ασύλου Αττικής, το οποίο δεν αμφισβητήθηκε με την ενδικοφανή προσφυγή που άσκησε ο παρεμβαίνων κατ’ αυτής (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο αναγνωρίσθηκε ως πρόσφυγας κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013), καθόσον σε αυτήν δεν μετεβιβάσθη η υπόθεση της αναγνωρίσεως του παρεμβαίνοντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας στο σύνολό της, αλλά μόνο το αμφισβητηθέν με την ασκηθείσα ενδικοφανή προσφυγή μέρος της (ήτοι το κεφάλαιο με το οποίο εκρίθη ότι στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος συνέτρεχε η ρήτρα αποκλεισμού από το καθεστώς του πρόσφυγος, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 1ΣΤ περ. β΄ της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 12 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ. 141/2013), κατ’ εφαρμογή του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ενδικοφανούς προσφυγής. Κατ’ ακολουθίαν, κατά την ανωτέρω μειοψηφήσασα γνώμη, η 3η Ανεξάρτητη Επιτροπή Προσφυγών όφειλε να εξετάσει κατά το νόμο και την ουσία μόνο το κεφάλαιο που ήχθη ενώπιόν της, και, συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίον πλήσσεται η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως, με την οποία ανεγνωρίσθη ο παρεμβαίνων ως πρόσφυγας, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1Α παρ. 2 της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και 2 περ. ε΄ του π.δ. 141/2013, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος».