Ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος ένταξης στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 (περί ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων)
Κατά τη συζήτηση των αιτήσεων του Ν. 3869/2010 προβάλλεται συχνά από τους καθ’ ων η αίτηση πιστωτές η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος των αιτούντων περί υπαγωγής τους στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ότι δηλαδή οι αιτούντες καταχρηστικώς ασκούν το ένδικο δικαίωμά τους περί υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, για το λόγο ότι, ενώ κατέφυγαν σε τραπεζικό δανεισμό, εμφανιζόμενοι ότι πληρούν τις προϋποθέσεις για τη λήψη των στεγαστικών, καταναλωτικών ή άλλων δανείων, χρησιμοποιούν τώρα καταχρηστικά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, προκειμένου να απαλλαγούν από τις οφειλές τους προς αυτά. Η ένσταση αυτή, ωστόσο, αφορώσα -κατά πάγια νομολογία- στο διαπλαστικό, δημόσιο δικονομικό δικαίωμα του αιτούντος περί υπαγωγής του στο νόμο για τη ρύθμιση οφειλών δεν προβάλλεται παραδεκτώς, αφού η ένσταση που βασίζεται στο άρθρο ΑΚ 281 αφορά αποκλειστικά ουσιαστικής φύσεως ιδιωτικά δικαιώματα.
Η κριθείσα με την υπ’ αρ. 185/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου (ΤΝΠ Νόμος) υπόθεση, αφορώσα στην υπαγωγή στις ρυθμίσεις του νόμου Ν. 3869/2010 για τα υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, είναι μία από τις πολυάριθμες υποθέσεις κατά τις οποίες προεβλήθη από τους καθ’ ων η αίτηση πιστωτές η ως άνω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του ουσιαστικού δικαιώματος ένταξης στις ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010, ότι δηλαδή οι αιτούντες καταχρηστικώς ασκούν το ένδικο δικαίωμά τους περί υπαγωγής στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου, για το λόγο ότι ο αιτών δεν προέβη με την υπό κρίση αίτησή του σε στάθμιση των συμφερόντων των καθ’ ων πιστωτών, αφού προτείνει την καταβολή μιας χαμηλής δόσης ύψους 100 ευρώ για χρονικό διάστημα 5 ετών, ενώ δεν αποδεικνύεται ότι το ατομικό και οικογενειακό του εισόδημα έχουν υποστεί μειώσεις και επιπλέον δεν προέβη σε προσπάθεια για την ρύθμιση των δανείων του εξωδικαστικά. Η υπόψη απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου έκρινε την ένσταση αυτή απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι τα επικαλούμενα από τους πιστωτές περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου ΑΚ 281. Κατά το σκεπτικό της απόφασης αυτής, στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών του Ν. 3869/2010 επίδικο δεν είναι το ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα του δικαιούχου περί της υπαγωγής του στον ως άνω νόμο και της συνακόλουθης ρύθμισης των οφειλών του από το Δικαστήριο και, συνεπώς, κατά την απόφαση αυτή κρίθηκε ερευνητέο το κατά πόσο νοείται καταχρηστική άσκηση του εν λόγω δικονομικού / δημοσίου δικαιώματος. Κρίθηκε λοιπόν ότι στο πεδίο του δικονομικού δικαίου η διάταξη του άρθρου ΑΚ 281 είναι ανεφάρμοστη και τούτο διότι αυτή αναφέρεται σε ιδιωτικά δικαιώματα, ενώ η καταχρηστική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων και ευχερειών ρυθμίζεται από το άρθρο 116 του ΚΠολΔ, το οποίο, ωστόσο, δεν θεσμοθετεί ως γνήσια δικονομική κύρωση το απαράδεκτο διαδικαστικής πράξης, η οποία επιχειρήθηκε κατά παράβασή της. Εν συνεχεία δε του ενδιαφέροντος σκεπτικού της η υπόψη απόφαση ορίζει: «Σε κάθε περίπτωση, η επιδίωξη του αιτούντος να ενταχθεί στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του Ν. 3869/2010 αποτελεί δικαίωμα που του παρέχεται από το νόμο, απόκειται δε στο Δικαστήριο να κρίνει με βάση τις αποδείξεις, αν συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις να εντάξει τα χρέη του σε ρύθμιση, καθώς και το είδος της ρύθμισης στην οποία θα ενταχθεί. Άλλωστε στα πλαίσια του γενικότερου πνεύματος του Ν. 3869/2010, παρέχεται η δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά, η οποία ρύθμιση βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το Κράτος Δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μια χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία άλλωστε και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Στόχος των διατάξεων του ως άνω νόμου είναι, η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών αποβλέπει στη δυνατότητα μίας δεύτερης ευκαιρίας στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα χωρίς τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος, με τη δυνατότητα απαλλαγής από τις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, εφόσον για ένα χρονικό διάστημα εξαντλήσει τις δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών του. Ο νόμος λαμβάνει επίσης μέριμνα για τη διατήρηση και προστασία της κυρίας κατοικίας των οφειλετών αφού επιτρέπει σε αυτούς να ζητήσουν την εξαίρεση από τη ρευστοποίηση της περιουσίας τους όμως υπό τους όρους και διαδικασίες που δεν θίγουν συμφέροντα των πιστωτών (βλ. αιτιολογική έκθεση του Ν. 3869/2010). Η οποιαδήποτε δε πρόταση από τον οφειλέτη για την αποπληρωμή των χρεών του στα πλαίσια του εφαρμοζομένου νόμου, η οποία ενδεχομένως να περιλαμβάνει πολλές δόσεις, με μικρό ποσό κάθε δόσης ή ακόμη και πρόταση καταβολής μηδενικών δόσεων δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο, το οποίο για τον τελικό καθορισμό των καταβλητέων δόσεων, συνεκτιμά τις συνθήκες και τις ανάγκες διαβίωσης του αιτούντος, λαμβάνοντας υπόψη και τα διδάγματα της κοινής πείρας».
Τα αυτά κρίνει και η υπ’ αρ. 38/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χαλανδρίου (ΤΝΠ Νόμος), κατά την οποία η προβληθείσα εκ μέρους του καθ’ ου ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη και τούτο διότι στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών (Ν. 3869/2010) επίδικο δεν είναι ουσιαστικό δικαίωμα, αλλά το διαπλαστικό, δημόσιο δικονομικό δικαίωμα του δικαιούχου περί της υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010 και τη ρύθμιση των οφειλών του από το Δικαστήριο, και στο πεδίο του δικονομικού δικαίου η διάταξη του ΑΚ 281 είναι ανεφάρμοστη, διότι αυτή αναφέρεται σε ιδιωτικά δικαιώματα. Εξάλλου, ως ορίζει η απόφαση αυτή, η καταχρηστική άσκηση των δικονομικών δικαιωμάτων και ευχερειών ρυθμίζεται από το άρθρο 116 ΚΠολΔ, πλην όμως η διάταξη αυτή δεν θεσμοθετεί ως γνήσια δικονομική κύρωση το απαράδεκτο διαδικαστικής πράξης, η οποία επιχειρήθηκε κατά παράβασή της.
Προς την αυτή κατεύθυνση κινούμενη, η υπ’ αρ. 1/2019 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας (ΤΝΠ Νόμος) έκρινε ότι η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της άσκησης της σχετικής αίτησης περί υπαγωγής στο Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, διότι η απαγόρευση της άσκησης του δικαιώματος, που ορίζει το άρθρο ΑΚ 281, με τους όρους που αυτό προβλέπει, είναι παραδεκτή μόνο για δικαίωμα, το οποίο απορρέει από διατάξεις ουσιαστικού νόμου και όχι από διατάξεις δικονομικές, κατά το μέρος, δε, που αφορά στο ασκούμενο διά της αιτήσεως δικαίωμα, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, διότι ακόμη και αληθή υποτιθέμενα τα πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος κατά το άρθρο ΑΚ 281, αφού η άσκηση της αίτησης είναι απολύτως σύμφωνη με το γράμμα και το πνεύμα του Ν. 3869/2010, ο οποίος παρέχει τη δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά και με παράλληλη ανάληψη υποχρεώσεων έναντι του πιστωτή, η ρύθμιση δε αυτή βρίσκει νομιμοποίηση ευθέως στο ίδιο το Κράτος Δικαίου, που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Σε κάθε περίπτωση, η υπαγωγή στις διατάξεις τού ως άνω νόμου εναπόκειται στην κρίση του Δικαστηρίου και η αίτηση θα γίνει δεκτή μόνο με τη διαπίστωση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 2 του νόμου αυτού, άλλως αυτή θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Προσέτι, σύμφωνα με την υπ’ αρ. 198/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Λαμίας (ΤΝΠ Νόμος) η επίκληση εκ μέρους των πιστωτών του ισχυρισμού περί της ύπαρξης -από την πλευρά του αιτούσας- του σκοπού αποφυγής πληρωμής των εκ του δανείου συμβατικών υποχρεώσεών της ή περί της σκόπιμης επίκλησης από την αιτούσα αδυναμίας πληρωμής, με σκοπό τη διαγραφή της οφειλής της, σε συνδυασμό με τη μη αναφορά κάποιου ιδιαίτερου ή αναπάντεχου γεγονότος που περιήγαγε την αιτούσα σε αδυναμία πληρωμών, δεν συνιστά νόμιμη θεμελίωση της -κατά το άρθρο ΑΚ 281- ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αιτούσας, και συνεπώς, η ένσταση αυτή κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθώς τα επικαλούμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν στην διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ (ΕιρΘεσ. 309/2011 ΝΟΜΟΣ), αφού η αίτηση της αιτούσας και το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών της ή δικαστικού συμβιβασμού θα γίνουν δεκτά από το Δικαστήριο μόνο με τη διαπίστωση της ύπαρξης των προϋποθέσεων του άρθρου 1 του νόμου αυτού και εφόσον βέβαια η αιτούσα δεν περιήλθε με δόλο σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, στοιχείο, το οποίο, αν αποδειχθεί από τους πιστωτές, θα έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αίτησης ως ουσιαστικά αβάσιμης.
Αξιομνημόνευτη είναι, τέλος, και η υπ’ αρ. 123/2018 απόφαση του Ειρηνοδικείου Γιαννιτσών (ΤΝΠ Νόμος), κατά την οποία η προβαλλόμενη από την πιστώτρια ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, ότι δηλαδή οι αιτούντες ζητούν την απαλλαγή τους από μεγάλο μέρος των οφειλών τους χωρίς να αποδεικνύουν μόνιμη αδυναμία πληρωμής και ότι η πρότασή τους περί ρύθμισης των οφειλών τους βλάπτει υπέρμετρα την ενιστάμενη πιστώτρια, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, για το λόγο ότι τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται δεν αρκούν για να τη θεμελιώσουν, καθώς επίσης και ότι -ακόμα και αληθή υποτιθέμενα- δεν υπερβαίνουν τα ακραία αξιολογικά όρια που θέτει ο κανόνας του άρθρου ΑΚ 281, δεδομένου ότι στόχος των διατάξεων του Ν. 3869/2010, βάσει των οποίων ασκείται η ένδικη αίτηση, είναι η επανένταξη του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή, με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει.
Σημειωτέον ότι, κατά την πάγια νομολογία των δικαστηρίων, ο ισχυρισμός των πιστωτών περί δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής, για το λόγο ότι, καίτοι γνώριζε κατά το χρόνο του δανεισμού του ότι δεν θα μπορούσε να αντεπεξέλθει στις δανειακές του υποχρεώσεις λόγω του ύψους των εισοδημάτων του και των περιορισμένων οικονομικών του δυνατοτήτων, προέβη παρ’ όλα αυτά σε αλόγιστο δανεισμό, δημιουργώντας υπέρογκα χρέη, συνιστά νόμιμη ένσταση, ερειδόμενη στο άρθρο 1 § 1 εδ. α’ και β’ του Ν. 3869/2010 («Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για την ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής»), και όχι ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου ΑΚ 281, το οποίο αφορά στην απαγόρευση του «venire contra factum proprium», τουτέστιν στην απαγόρευση της άσκησης των δικαιωμάτων κατά τρόπο προφανώς υπερβαίνοντα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικοοικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Για την έννοια του δόλου στο πλαίσιο της ένστασης των καθ’ ου η αίτηση πιστωτών περί της δόλιας περιέλευσης του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών, βλ. ΕΙΡΛΑΜ 1/2019 ΤΝΠ Νόμος).
[Πρβλ. επίσης: ΕΙΡΚΑΛΑΜ 11/2019, ΕΙΡΠΑΤΡ 1620/2018, ΕΙΡΠΑΤΡ 299/2018, ΕΙΡΛΑΜ 389/2018, ΕΙΡΛΑΜ 351/2018, ΕΙΡΛΑΜ 296/2018, ΕΙΡΛΑΜ 259/2018, ΕΙΡΠΟΛΥΓΥΡΟΥ 115/2018, ΕΙΡΓΙΑΝΝΙΤΣ 123/2018].
Βικεντία – Άννα Μπενάκη
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr