Είναι απαράδεκτο το απευθείας ασκηθέν στα διοικητικά δικαστήρια ένδικο βοήθημα της προσφυγής κατά οποιασδήποτε πράξης εκδιδόμενης από τη Φορολογική Διοίκηση – Αιτήματα που δεν περιελήφθησαν στην προηγηθείσα ενδικοφανή προσφυγή και τα οποία προβάλλονται το πρώτον με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης προδικασίας (ΔΕΦΑΘ 470/2019 ΤΝΠ Νόμος)
Σύμφωνα με το άρθρο 63 § 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Ν. 2717/1999, ΦΕΚ Α’ 97) «Στις περιπτώσεις που από το νόμο προβλέπεται, κατά της πράξης ή της παράλειψης, διοικητική προσφυγή, η οποία ασκείται μέσα σε ορισμένη προθεσμία ενώπιον του ιδίου ή ιεραρχικώς προϊσταμένου ή άλλου ειδικώς κατεστημένου οργάνου και συνεπάγεται τον έλεγχο της πράξης ή της παράλειψης κατά το νόμο και την ουσία (ενδικοφανής προσφυγή), το ένδικο βοήθημα της προσφυγής ασκείται παραδεκτώς μόνο κατά της πράξης που εκδίδεται για την ενδικοφανή προσφυγή. (…)».
Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Ν. 4174/2013, ΦΕΚ Α’ 170), όπως αυτή ισχύει μετά την τροποποίησή της από την περ. 1 του άρθρου 49 του ν. 4223/2013 (ΦΕΚ Α’ 287) ορίζεται ότι: «Ο υπόχρεος, εφόσον αμφισβητεί οποιαδήποτε πράξη που έχει εκδοθεί σε βάρος του από τη Φορολογική Διοίκηση, ή σε περίπτωση σιωπηρής άρνησης, οφείλει να υποβάλει ενδικοφανή προσφυγή με αίτημα την επανεξέταση της πράξης στο πλαίσιο διοικητικής διαδικασίας από την Υπηρεσία Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης (…). Προσφυγή στα διοικητικά δικαστήρια απευθείας κατά οποιασδήποτε πράξης που εξέδωσε η Φορολογική Διοίκηση είναι απαράδεκτη».
Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 63 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας συνάγεται ότι πριν από την άσκηση προσφυγής ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατά πράξης προσδιορισμού φόρου, που έχει εκδοθεί από τη Φορολογική Διοίκηση, πρέπει να ασκηθεί -επί ποινή απαραδέκτου- ενδικοφανής προσφυγή ενώπιον της Υπηρεσίας Εσωτερικής Επανεξέτασης της Φορολογικής Διοίκησης και ήδη ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών. Συνεπώς, αιτήματα, τα οποία δεν περιελήφθησαν στην ενδικοφανή προσφυγή και τα οποία υποβάλλονται το πρώτον με την προσφυγή ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, είναι απορριπτέα λόγω έλλειψης προδικασίας. Δεν απαιτείται, πάντως, η ενδικοφανής προσφυγή να ταυτίζεται απολύτως σε σχέση με το ένδικο βοήθημα της προσφυγής από την άποψη των προβαλλόμενων λόγων / ισχυρισμών και αιτημάτων, αλλά αρκεί να υπάρχει ομοιότητα κατά τα ουσιώδη και εκάστοτε κρίσιμα στοιχεία του πραγματικού και των αιτημάτων τους, με συνεκτίμηση του όλου περιεχομένου τους. Αντίθετη ερμηνεία -με δεδομένη την έλλειψη σχετικής ρύθμισης τόσο στην παραπάνω διάταξη, όσο και στη γενική διάταξη του άρθρου 63 § 3 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας- όσον αφορά στο δικαίωμα του φορολογουμένου να προσθέσει με την προσφυγή του και νέους λόγους, που δεν είχαν περιληφθεί στην ενδικοφανή προσφυγή του και να καταθέσει -νομίμως και εμπροθέσμως- πρόσθετους λόγους, σύμφωνα με το άρθρο 131 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, θα οδηγούσε στον περιορισμό του δικαιώματός της δικαστικής προστασίας του φορολογουμένου, που θεσπίζεται στο άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, ενώ παράλληλα θα παραβίαζε την αρχή της παροχής αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, που κατοχυρώνεται στα άρθρα 6 και 13 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
[Πρβλ. ΣτΕ 3131/2015, ΣτΕ 3186/2002, ΣτΕ 126/2002, ΣτΕ 742/2001, ΣτΕ 4220/1998, ΣτΕ 1941/1998, ΣτΕ 4162/1997, ΣτΕ 1884/1996, ΔΕΦΠΕΙΡ 396/2014, ΤΝΠ Νόμος]
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr