Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Ποσοτική, ποιοτική και νομική αοριστία αγωγής – Με ποιους λόγους αναιρέσεως ελέγχεται δικαστικώς; 

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111 § 2, 118 αρ. 4, 216 § 1, 335 και 338 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, κατά τρόπο που να παρέχεται αφενός μεν στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας, αφετέρου δε στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του κατά νόμο βάσιμου αυτής. Η έλλειψη ή η ανεπαρκής και ασαφής αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθρα 216 § 1 στοιχ. α’ και β’ ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, αποκαλείται ποσοτική αοριστία της αγωγής, ενώ η απλή επίκληση των όρων του νόμου χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά, αποκαλείται ποιοτική αοριστία της αγωγής, αμφότερες εξεταζόμενες και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, συνιστώντας έλλειψη της -επί ποινή απαραδέκτου- επιβαλλόμενης προδικασίας και καθιστώντας μη νομότυπη την άσκηση της αγωγής. Η ποσοτική και ποιοτική αυτή αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων και στην περίπτωση αυτή η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 224 εδ. β’ και 236 του ΚΠολΔ συνάγεται το συμπέρασμα ότι στον ενάγοντα παρέχεται μεν η ευχέρεια να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους, οι οποίοι λείπουν παντάπασι και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με άλλα λόγια, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της διαφοράς, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί, όμως, να αναπληρώσει τη νομική αοριστία αυτής, ήτοι την αοριστία ή ανεπάρκεια εκείνη που αφορά στη μη έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής (ή της ένστασης) και απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος, εκείνη, δηλαδή, που -με άλλα λόγια- συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα και η οποία ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε στο σφάλμα να κρίνει τελικά την αγωγή (ή την ένσταση) ως νόμω ορισμένη, αρκούμενο σε λιγότερα από τα κατά νόμο απαιτούμενα στοιχεία, ή ως νόμω αόριστη, αξιώνοντας περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα κατά νόμο απαιτούμενα για τη θεμελίωση του ουσιαστικού δικαιώματος, στο οποίο η αγωγή ή (η ένσταση) στηρίζεται.

Εν ολίγοις, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με την εκτίμηση εκ μέρους του δικαστηρίου ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου και ελέγχεται ως παράβαση μέσω του 1ου αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αντίθετα, ποσοτική ή ποιοτική είναι η αοριστία που υπάρχει όταν δεν εκτίθενται και δεν συγκεκριμενοποιούνται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, η οποία ελέγχεται ως παράβαση μέσω του 8ου και 14ου λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Έτσι, ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη. Ο αναιρετικός αυτός έλεγχος γίνεται με βάση την κυριαρχική εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής από το δικαστήριο της ουσίας σε συνδυασμό και με τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ).

Σε κάθε περίπτωση, για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ’ εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά στη δημόσια τάξη. Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του.

(Βλ. ΟλΑΠ 1573/1981, ΟλΑΠ 16/1998, ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 121/2019, ΑΠ 83/2019, ΑΠ 5/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 143/2018, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 18/2018, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1728/2014, ΑΠ 991/2014, ΑΠ 2091/2013, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1864/2011, ΑΠ 1125/2011, ΑΠ 480/2010: ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45, 84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43,1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39, 325, ΜΠΡΑΘ 815/2019, ΜΠΡΑΘ 449/2019 ΤΝΠ Νόμος).

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί