Όταν το δεσπόζον ακίνητο δεν εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από έτερη διανοιγείσα οδό, ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας επί της εκάστοτε επίδικης διόδου, ως μη παρέχουσας πλέον χρησιμότητα
Aπό το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 1118, 1124, 1125 και 1136 ΑΚ, προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία αποσβέννυται αν η άσκηση αυτής έχει καταστεί απολύτως και διαρκώς αδύνατη από λόγους πραγματικούς ή νομικούς. Τέτοια αδυναμία υπάρχει όταν έπαυσε η από το δουλεύον ακίνητο παροχή ωφέλειας ή χρησιμότητας υπέρ του δεσπόζοντος, ή έλλειψε η ανάγκη του τελευταίου λόγω αυτάρκειάς του, εφόσον η ύπαρξη της ως άνω χρησιμότητας, ωφέλειας, ή ανάγκης αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας. Η πραγματική δουλεία, δηλαδή, αποσβέννυται – μεταξύ άλλων – και όταν αυτή καταστεί περιττή ή μάταιη, διότι μετά τη σύστασή της, το δεσπόζον εξυπηρετείται ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΙΔΙΟ ΤΡΟΠΟ και ΚΑΤΑ ΤΟ ΙΔΙΟ ΜΕΤΡΟ και από άλλη οδό, οπότε παύει πλέον ο λόγος ύπαρξης της δουλείας, καθότι δεν παρέχεται πλέον χρησιμότητα και δεν υπάρχει ανάγκη του δεσπόζοντος, καθώς αυτό έχει αποκτήσει πλέον αυτάρκεια (ΑΠ 1360/2006 Primalex, ΕφΔωδ 87/2003 «Νόμος»). Η, παρά την αυτάρκεια του δεσπόζοντος ακινήτου, εξακολούθηση χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος και συνεπώς αποτελεί νομικό λόγο αδυναμίας άσκησης της πραγματικής δουλείας, διότι υπερβαίνει τα όρια τα οποία τάσσονται από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει να μην παρεμποδίζεται με άσκοπους περιορισμούς η οικονομική εκμετάλλευση των ακινήτων.
Εκ των ανωτέρω, λοιπόν, προκύπτει εξ αντιδιαστολής, ότι όταν το δεσπόζον ακίνητο δεν εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από «την άλλη οδό», ουδόλως μπορεί να θεωρηθεί ότι παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας επί της εκάστοτε επίδικης διόδου, ως μη παρέχουσας πλέον χρησιμότητα, άλλοις λόγοις, δηλαδή, στις περιπτώσεις που η έτερη προτεινόμενη οδός δεν παρέχει στο δεσπόζον ακίνητο ΙΣΗ ΚΑΙ ΕΠΑΡΚΗ ΩΦΕΛΕΙΑ και ΔΕΝ ΤΟ ΕΞΥΠΗΡΕΤΕΙ ΕΞΙΣΟΥ ΚΑΛΑ σε σχέση με την ήδη συσταθείσα δουλεία οδού, το δεσπόζον ακίνητο δεν αποκτά αυτάρκεια, απορριπτομένης ούτως στις περιπτώσεις αυτές, της ερειδόμενης στο άρθ. 281 ΑΚ ένστασης περί καταχρηστικής εξακολούθησης χρησιμοποίησης της διόδου επί του δουλεύοντος ακινήτου.
Ως καταλυτικής σημασίας αναδεικνύεται εν προκειμένω η υπ’ αριθμ. 618/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, δυνάμει της οποίας απορρίφθηκε η εκεί κριθείσα αίτηση αναίρεσης, με την αιτιολογία ότι η αιτούμενη δίοδος που διαπερνούσε το ακίνητο των αιτούντων την αναίρεση – κυρίων του δουλεύοντος ακινήτου, ήταν η συντομότερη και εξυπηρετούσε καλύτερα το δεσπόζον ακίνητο των αναιρεσιβλήτων, καθώς και ότι οι έτεροι – πλην του αιτούμενου – δρόμοι ήσαν ακατάλληλοι. Επί το ειδικότερον, με την ανωτέρω απόφαση του Αρείου Πάγου, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: «Περαιτέρω, με την προβολή σχετικής ένστασης εκ μέρους των εναγομένων, τέθηκε το ζήτημα, κατά πόσον το δεσπόζον ακίνητο ιδιοκτησίας Μ. εξυπηρετείται εξ ίσου ή και καλύτερα από τη διερχόμενη στα νοτιοανατολικά αυτού αγροτική οδό μέσου πλάτους 3,00 μέτρων, η οποία άπτεται του ακινήτου Μ., με υψομετρική διαφορά (όχθο) επί 21,60 μέτρα, με εξαίρεση την κατωτέρω αναφερόμενη κεκλιμένη διέξοδο που έχει κατασκευάσει ο ενάγων, εξακολουθεί στο όριο του ακινήτου Π. και ύστερα κάμπτει προς νότο επί μήκος 89,00 μέτρων, όπου συμβάλλει με την δημοτική οδό Κόμπων – Χαροκοπιού. Η εδαφική αυτή λωρίδα μήκους 89,00 μέτρων και πλάτους 1,10 μέτρων έχει αμετακλήτως αναγνωρισθεί ως κοινόχρηστη οδός […] Εκτός αυτού η υπέρ αυτού δίοδος μέσω των ακινήτων των εναγομένων είναι πιο ευκολοδιάβατη, σύντομη και ακίνδυνη. Συγκεκριμένα, η κεκλιμένη έξοδος (ράμπα) από το ακίνητο του ενάγοντος στην οδό που βρίσκεται στα νοτιοανατολικά, έχει μεγάλη κλίση (18,50%), όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες και την από 18-1-2003 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Ι. Σ.. Η χρήση της δυσχεραίνεται ακόμη περισσότερο κατά τη χειμερινή περίοδο λόγω των υδάτων της βροχής. Και αν ακόμη ο ενάγων είχε δικαίωμα διέλευσης με όχημα από το προαναφερόμενο τμήμα των 89,00 μέτρων, φθάνοντας στη συμβολή με τη δημοτική οδό Κόμπων – Χαρακοπιού, είναι αδύνατη η χωρίς ελιγμούς στροφή προς τα δεξιά (δηλαδή προς Κόμπους, όπου η κατοικία του). Η διέλευση μέσω της εν λόγω εναλλακτικής οδού, ιδίως με ελκυστήρα ή βαρέα οχήματα, ενέχει επίσης κίνδυνο ανατροπής και σοβαρού τραυματισμού ή και θανάτου του οδηγού του οχήματος. Επομένως, η διερχόμενη στα νοτιοανατολικά του ακινήτου αγροτική οδός δεν παρέχει ίση και επαρκή ωφέλεια στο ακίνητο του ενάγοντος, σε σχέση με την υπάρχουσα στα δυτικά του ακινήτου νομίμως συνεστημένη δουλεία οδού, η οποία εξυπηρετεί καλύπτρα τον ενάγοντα και μάλιστα χωρίς βλάβη των εναγομένων οι οποίοι κατά το παρελθόν επέτρεπαν στον ενάγοντα τη διέλευση μέσω των ακινήτων τους, μέχρι τις 28-9-2001, κατά την οποία ημερομηνία, παρανόμως, με κοινή τους ενέργεια και κατόπιν συνεννόησης, τοποθέτησαν περίφραξη και του απαγόρευσαν τη διέλευση. Το συμπέρασμα του διορισθέντος πραγματογνώμονος Σ. Κ., ότι δηλαδή η νοτιοανατολικώς του δεσπόζοντος αγροτική οδός παρέχει ίση ωφέλεια με την δουλεία οδού, δεν επαληθεύεται από τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα […] Η άσκηση της αγωγής δεν είναι καταχρηστική, διότι δεν επιφέρει κάποια βλάβη στα δουλεύοντα ακίνητα, ούτε απαιτείται να κοπούν ελαιόδενδρα, η δε επιβάρυνση των δουλευόντων ακινήτων είναι η μικρότερη δυνατή και η ίδια ακριβώς με αυτήν που υπήρχε ήδη από την περίοδο των δικαιοπαρόχων τους, από τους οποίους απέκτησαν τα ακίνητα ήδη βεβαρημένα με τη δουλεία.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν οι εκ των άρθρων 281 και 1136 ενστάσεις των (ήδη αναιρεσειόντων) εναγομένων και να γίνει δεκτή η αγωγή ….”. Με εκείνα που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το πιο πάνω Δικαστήριο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1000, 1001, 1045, 1118, 1119, 1120, 1124 και 281 ΑΚ, που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 1012, 1013, 1014, 1116 και 1117 του ίδιου Κώδικα […]».
Έτι περαιτέρω, υπό το φως των ανωτέρω σκέψεων, η υπ’ αριθμ. 507/2014 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, δέχθηκε ότι δεν συνεπάγεται αυτάρκεια για το δεσπόζον ακίνητο η ύπαρξη άλλης οδού, η οποία σε σχέση με την εκεί επίδικη δίοδο βρισκόταν αρκετά μακριά, διερχόταν από αγροτοδασικές εκτάσεις, ήταν χωμάτινη και δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί το χειμώνα, κάνοντας δεκτή με το σκεπτικό αυτό την έφεση των εκεί εκκαλούντων και εξαφανίζοντας την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Ειδικότερα, η προρρηθείσα απόφαση δέχθηκε επακριβώς τα εξής: «Οι εφεσίβλητοι ισχυρίστηκαν πρωτοδίκως ότι η εξακολούθηση χρησιμοποίησης της παραπάνω διόδου διά μέσου του δουλεύοντος ακινήτου τους συνιστά κατάχρηση δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, διότι αφενός περιορίζεται, κατά τα ανωτέρω, η οικονομική εκμετάλλευση του ακινήτου τους, αφετέρου υπάρχει άλλη οδός, που εξυπηρετεί τα δεσπόζοντα ακίνητα των εναγόντων. Ειδικότερα ισχυρίστηκαν, πέραν των ανωτέρω, ότι οι ενάγοντες έχουν την δυνατότητα πρόσβασης προς τον επαρχιακό δρόμο Σ. Κ., μέσω του δρόμου που διέρχεται μπροστά από τις ιδιοκτησίες τους και καταλήγει στον επαρχιακό δρόμο «Σ. – Κ.» στη θέση «Κ.»,ο οποίος υπήρχε πριν το 1960 και χρησιμοποιούνταν τόσο από τους ίδιους (εκκαλούντες), όσο και από τους δικαιοπαρόχους τους (ο οποίος αναφέρεται από την πρωτόδικη απόφαση ως «περιφερειακός δρόμος Κ.»). Οι εκκαλούντες, απαντώντας στην ένσταση αυτή, ισχυρίστηκαν ότι ο «περιφερειακός δρόμος Κ.», ο οποίος αποτελεί τον εναλλακτικό τρόπο πρόσβασης τους στην επαρχιακή οδό Σ. – Κ., είναι μακρύτερος σε μήκος και χωματόδρομος κατά το μεγαλύτερο μέρος του και ως εκ τούτου δύσβατος, σε περίπτωση βροχόπτωσης, κατά τους χειμερινούς μήνες, για τους μόνιμους κατοίκους της περιοχής […] Ειδικότερα, με βάση το ανωτέρω από Δεκέμβριο του 2009 τοπογραφικό του τοπογράφου μηχανικού Π. Π., οι αποστάσεις από το σημείο της στάσης του λεωφορείου, έξω από το ξενοδοχείο B., μέχρι τις ιδιοκτησίες τους είναι οι εξής: 1. Για να φθάσει κάποιος στην ιδιοκτησία του 1ου εκκαλούντος (Ν. Σ.) περνώντας από την επίδικη δίοδο πρέπει να διανύσει 360 μ., ενώ χρησιμοποιώντας την αγροτοδασική οδό («οδός Κ.»), 3.162 μ., ήτοι προκύπτει μία επιβάρυνση χιλιομετρική της τάξεως των 2.802 μ. 2. Για να φτάσει κάποιος στην ιδιοκτησία του 2ου εκκαλούντος (Γ. Π.), περνώντας από την επίδικη δίοδο, πρέπει να διανύσει 335 μ., ενώ χρησιμοποιώντας την αγροτοδασική οδό («οδός Κ.») 3.187 μ., ήτοι προκύπτει μία χιλιομετρική επιβάρυνση της τάξεως των 2.852 μ […] 12. Για να φτάσει κάποιος στην ιδιοκτησία του 12ου εκκαλούντος (Κ. Κ. περνώντας από την επίδικη δίοδο πρέπει να διανύσει 588 μ., ενώ χρησιμοποιώντας την αγροτοδασική οδό («οδός Κ.») 2.934 μ., ήτοι προκύπτει μία χιλιομετρική επιβάρυνση της τάξεως των 2.346 μ. 13.α) […] Συνεπώς, τα δεσπόζοντα ακίνητα των εκκαλούντων δεν εξυπηρετούνται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από την άλλη οδό «Κ.», ώστε να παύσει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας επί της επίδικης διόδου, ως μη παρέχουσας πλέον χρησιμότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εφεσίβλητοι, δηλαδή τα δεσπόζοντα ακίνητα των εκκαλούντων δεν απέκτησαν αυτάρκεια. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ένσταση των εναγομένων ήταν ουσιαστικά αβάσιμη και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που την έκρινε ουσιαστικά βάσιμη και απέρριψε την αγωγή, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τους αντίστοιχους λόγους της έφεσής τους. Γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και εκδικαστεί η προκείμενη υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνει δεκτή η αγωγή, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν […]».
Τέλος, και η υπ’ αριθμ. 68/1986 απόφαση του Ειρηνοδικείο Πύργου υιοθέτησε το ίδιο σκεπτικό κάνοντας δεκτά επί λέξιν τα εξής: «Από τις διατάξεις των αρθρ. 1118, 1124 και 1136 ΑΚ σαφώς προκύπτει ότι η πραγματική δουλεία αποσβήνεται αν από πραγματικούς ή νομικούς λόγους η άσκηση της καταστεί κατά τρόπο απόλυτο, οριστικό και διαρκή αδύνατη (βλ. Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΑΚ αρθρ. 1136σ. 30, ΕφΚερ 23/1965 ΕλλΔνη 6. 719, ΕιρΠιερ 94/1974 ΑρχΝ 26. 79). Αδυναμία άσκησης έχουμε και όταν παύσει το δουλεύον ακίνητο να παρέχει ωφέλεια ή χρησιμότητα στο δεσπόζον, δεδομένου ότι η ύπαρξη ωφέλειας ή χρησιμότητας αποτελεί απαραίτητο όρο της δουλείας (βλ. Μπ.αλής,§147, Τούσης, § 175σ. 415, ΑΠ 785/1974 ΝοΒ 23. 329). Η πραγματική δουλεία αποσβήνεται όχι μόνο αν είναι αδύνατη η άσκηση της, αλλά και αν αυτή καταστεί περιτή ή μάταιη {ΑΠ 972/1979, ΝοΒ 27. 1628. ΑΠ 785/1974 ΝοΒ 23. 329, Γ ε ω ρ γ ι ά δ η ς, Εγχειρίδιο §71, σ. 484) πχ. αν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας οδού το δεσπόζον εξυπηρετείται κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο από άλλη οδό παύει ο λόγος ύπαρξης της δουλείας (Γεωργιάδης-Σταθόπουλος, ΑΚ αρθρ. 1136, σ. 30).
Από τα αμέσως παραπάνω προκύπτει εξ αντιδιαστολής ότι εάν μετά τη σύσταση πραγματικής δουλείας διόδου το δεσπόζον αποκτήσει άλλη οδό η οποία όμως δεν το εξυπηρετεί κατά τον ίδιο τρόπο και κατά το ίδιο μέτρο μ’ αυτή, η αρχική δουλεία, εφ’ όσον είναι προφανώς δυνατή η άσκηση της και δεν έχει καταστεί περιττή ή μάταιη και έφ’ όσον το δουλεύον εξακολουθεί να παρέχει ωφέλεια ή χρησιμότητα στο δεσπόζον, διατηρείται (…)».
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr