Συννομή: περίπτωση κοινωνίας κατ΄ ιδανικά μέρη – Έκταση προστασίας της συννομής έναντι προσβολών τρίτων κι έναντι προσβολών των λοιπών συννομέων (ΑΚ 994)
Σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 785 «Αν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσοτέρους από κοινού, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, υπάρχει ανάμεσά τους κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη. Σε περίπτωση αμφιβολίας λογίζεται ότι τα μέρη είναι ίσα».
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 787 «Κάθε κοινωνός έχει δικαίωμα να κάνει χρήση του κοινού αντικειμένου, εφόσον αυτή δεν εμποδίζει τη σύγχρηση των λοιπών».
Τέλος, κατά το άρθρο ΑΚ 994 «Αν νέμονται περισσότεροι το ίδιο πράγμα κατά ιδανικά μέρη, καθένας από αυτούς έχει κατά τρίτων τα δικαιώματα από την προσβολή της νομής. Στις μεταξύ τους σχέσεις δεν παρέχεται η προστασία από τη νομή, εφόσον πρόκειται για τα όρια της χρήσης του πράγματος που αρμόζει στον καθένα».
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι η νομή, η οποία είναι δικαίωμα περιουσιακό, απαλλοτριωτό, κληρονομητό και μεταβιβαζόμενο τόσο δια καθολικής διαδοχής, όσο και διά ειδικής, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων ΑΚ 976, 983, 984, εδ. β’, 985 εδ. δ’ και 988 – 990, μπορεί να ανήκει εξ αδιαιρέτου και κατ’ ιδανικά μερίδια, από κοινού σε περισσότερα από ένα πρόσωπα, τους λεγόμενους «συννομείς» (π.χ. από συγκυριότητα, κληρονομιά κλπ), περίπτωση κατά την οποία ανάμεσα στους περισσότερους συννομείς ιδρύεται κοινωνία κατ’ ιδανικά μέρη, δηλαδήσυννομή, οπότε οι σχέσεις μεταξύ των συννομέων διέπονται από τις διατάξεις για την κοινωνία (ΑΚ 785 επ.), εφόσον προσιδιάζουν στη φύση της νομής. Έτσι, καθένας από τους συννομείς δικαιούται να χρησιμοποιεί το πράγμα (κινητό ή ακίνητο) της κοινής συννομής τους, εφόσον από τη χρήση αυτή δεν παρακωλύεται η σύγχρηση των λοιπών (ΑΚ 787).
Στην περίπτωση που λαμβάνει χώρα παράνομη προσβολή της συννομής, αν η προσβολή αυτή προέρχεται από τρίτο πρόσωπο, το οποίο προσβάλλει συλλήβδην όλους τους συννομείς, καθένας απ’ αυτούς έχει κατά του τρίτου την πλήρη προστασία της νομής, ήτοι τόσο τη δικαστική προστασία (ΑΚ 987, ΑΚ 989), όσο και την αυτοδύναμη (ΑΚ 985), σαν να επρόκειτο για έναν μόνο νομέα, χωρίς να απαιτείται η προσεπίκληση ή η με οποιονδήποτε τρόπο σύμπραξη και των λοιπών συννομέων στη δίκη. Αν, δηλαδή, η προσβολή στρέφεται κατά όλων των συννομέων, τότε μπορούν είτε όλοι μαζί να επιδιώξουν την προστασία της νομής, είτε έκαστος εξ αυτών χωριστά να ζητήσει μόνος του την απόδοση της συννομής του κατά την αναλογούσα μερίδα του, χωρίς να αιτείται και την απόδοση της νομής σε όλους τους συννομείς. Βέβαια, στην περίπτωση που ο συννομέας δράσει ατομικά, πρέπει με την αγωγή του να ζητήσει την απόδοση της νομής του πράγματος σε όλους τους συννομείς, κατ’ αναλογική εφαρμογή τηςΑΚ 1116, δυνάμενος πάντως και να περιορίσει την προστασία μόνον για το μερίδιό του (ΠΠΡΑΘ 1582/2011, ΕΙΡΡΟΔ 116/2016 Ασφ., ΕΙΡΛΑΡ 59/2006, ΕΙΡΦΛΩΡ 66/2000: ΤΝΠ Νόμος). Στο πλαίσιο των ως άνω παραδοχών, είναι απορριπτέα κατά πάγια θέση της νομολογίας η ένσταση από πλευράς των εναγομένων, κατά την οποία υφίσταται έλλειψη ενεργητικής νομιμοποίησης εκ του γεγονότος ότι η αγωγή έπρεπε να εγερθεί από το σύνολο των συγκυρίων ή συννομέων και όχι μόνον από έναν ή μέρος αυτών. Αν, όμως, η προσβολή της νομής από τρίτο στρέφεται μόνο κατά του ενός από τους περισσότερους συννομείς, τότε ο προσβαλλόμενος μπορεί να ζητήσει μόνος του την αποκατάσταση της προηγούμενης κατάστασης, χωρίς να αιτείται και απόδοση της νομής σ’ όλους τους συννομείς, καθόσον μόνο το δικό του δικαίωμα προσβάλλεται, ενώ οι λοιποί συννομείς είναι δυνατό να επέτρεψαν την προσβολή επί της ιδανικής τους μερίδας, οπότε η προσβολή της συννομής τους δεν είναι παράνομη (ΕΙΡΡΟΔ 116/2016 Ασφ., ΕΙΡΛΑΡ 59/2006 ΤΝΠ Νόμος. Βλ. και Β. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπράγματου Δικαίου, 1989, σελ. 131 και 164).
Αν η προσβολή προέρχεται από συννομέα, πρέπει να γίνει η ακόλουθη διάκριση: αν μεν έριδα / αμφισβήτηση στρέφεται περί την ύπαρξη της συννομής κάποιου από τους συννομείς ή η εκ μέρους του συννομέα προσβολή συνίσταται σε ολική ή μερική αποβολή έτερου συννομέα από τη νομή του πάνω στο πράγμα, τότε ο προσβαλλόμενος έχει την πλήρη προστασία της νομής, δικαστική (ΑΚ 987) και αυτοδύναμη (ΑΚ 985) -όπως άλλωστε και όταν η νομή προσβάλλεται με τον ίδιο τρόπο από κάποιον τρίτο- δυνάμενος στην περίπτωση αυτή να ασκήσει και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά τα άρθρα 733 – 734 ΚΠολΔ (ΕΙΡΡΕΘΥΜΝ 15/2003 ΤΝΠ Νόμος).Αν, όμως, η μεταξύ των συννομέων έριδα / αμφισβήτηση στρέφεται γύρω από τα όρια της προσήκουσας χρήσης του κοινού πράγματος που αρμόζει σε κάθε συννομέα, αν δηλαδή αμφισβητείται η έκταση των δικαιωμάτων της συννομής κάποιου συννομέα επί του κοινού πράγματος, οπότε η προσβολή φθάνει μόνο μέχρι της απλής διατάραξης ή παρακώλυσης της συννομής, τότε ο προσβληθείς συννομέας έχει βέβαια την γενική αυτοπροστασία που του παρέχουν οι διατάξεις των άρθρων ΑΚ 282 και ΑΚ 284περί αυτοδικίας και άμυνας, αντίστοιχα, δεν έχει, όμως, κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης του άρθρου ΑΚ 994, την προστασία από τη νομή των άρθρων ΑΚ 985 και ΑΚ 989, ήτοι την αγωγή νομής κατά των συννομέων (ΠΠΡΑΘ 3857/2011, ΕΙΡΡΕΘΥΜΝ 15/2003 ΤΝΠ Νόμος) -εκτός αν έχει διοριστεί διαχειριστής του επικοίνου, οπότε στην περίπτωση αυτή οι συννομείς θεωρούνται τρίτοι έναντι αυτού και ως εκ τούτου μπορεί ο διαχειριστής να στραφεί εναντίον τους με τις διατάξεις περί νομής (ΕΙΡΡΟΔ 142/2015 ασφ ΤΝΠ Νόμος)-ούτε φυσικά και τα ασφαλιστικά μέτρα νομής ή κατοχής των ειδικών ρυθμίσεων των άρθρων 733, 734 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή,δικαιούται να απαιτήσει τοδιακανονισμό της σύγχρησης -κατά τις περί κοινωνίας διατάξεις των άρθρων ΑΚ 789 και ΑΚ 790- με αγωγή, στην οποία θα προσδιορίζονται τα όρια σύγχρησης και ο τρόπος διοίκησης του κοινού πράγματος κατ’ είδος, τόπο, χρόνο, χώρο κ.λ.π. (ΑΠ 79/1992, ΜΠΡΧΑΝ 36/2012 ΝοΒ 2012, 1758, ΕΙΡΡΟΔ 142/2015 ασφ. ΤΝΠ Νόμος), και σε επείγουσες περιπτώσεις και προστασία κατά του συννομέα με αίτηση ασφαλιστικών μέτρων για προσωρινή ρύθμιση της κατάστασης, βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 731 και 732 του ΚΠολΔ (ΜΠΡΚΕΦΑΛ Ασφ. 236/2012 ΤΝΠ Νόμος, ΕΙΡΠΑΡΟΥ 25/1990 ΑρχΝ/1992, 742, ΕΙΡΜΥΤΙΛ 12/1987 ΑρχΝ/1989, 352, ΑΠ 604/1964 ΝοΒ 13, 302).
Σημειωτέον ότι σαν όρια της σύγχρησης, νοούνται τα κατά είδος και μέτρο χρήσης, όπως επίσης και τα κατά χώρο και χρόνο προσδιοριζόμενα, καθώς και ο τρόπος διοίκησης και χρησιμοποίησης του κοινού πράγματος. Κατά συνέπεια, η εκμίσθωση του κοινού ή η καταγγελία τέτοιας υφιστάμενης μισθώσεως, ή η είσπραξη μισθωμάτων, επειδή αποτελούν διοίκηση του κοινού συγκαταλέγονται στα όρια της σύγχρησης, καθοριζόμενα από τις περί κοινωνίας διατάξεις (ΑΚ 788 -790) (ΕΙΡΡΕΘΥΜΝ 15/2003 ΤΝΠ Νόμος). Σημειωτέον επίσης ότι το πεδίο εφαρμογής της ΑΚ 994 εδ. β’ δεν καταλαμβάνει την αυτοπροστασία κατά τις γενικές διατάξεις (ΑΚ 282, 284), ούτε και την τυχόν αξίωση αποζημίωσης, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των ΑΚ 914 και ΑΚ 919.
Περίπτωση απλής διατάραξης της συννομήςείναι, επί παραδείγματι, η κριθείσα με την υπ’ αριθμ. 142/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρόδου (ασφ.), στην οποία κρίθηκε ότι μόνη η είσοδος του καθ’ ου και η διαμονή αυτού στο επίδικο, ως αντιπροσώπου του συννομέως, δεν συνιστά αποβολή, αλλά απλή διαταρακτική της συννομής πράξη, που αφορά αποκλειστικά και μόνο τα όρια χρήσης. Σε κάθε όμοια με αυτή περίπτωση δεν συγχωρείται αγωγή νομής κατά των συννομέων, όπως ρητά ορίζεται στο άρθρο ΑΚ 994, μήτε και αίτηση προστασίας της συννομής με τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά λόγω της ούτως δημιουργούμενης ενοχικής σχέσης κοινωνίας μεταξύ των συννομέων, η αμφισβήτηση αναφορικά με τον τρόπο συνδιοίκησης και σύγχρησης του κοινού πράγματος μπορεί να λυθεί μόνο με βάση τις διατάξεις περί κοινωνίας.
Ακολούθως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου ΑΚ 789, με απόφαση της πλειοψηφίας των κοινωνών μπορεί να καθοριστεί ο τρόπος της τακτικής διοίκησης και εκμετάλλευσης που αρμόζει στο κοινό αντικείμενο.Η πλειοψηφία αυτή, η οποία είναι απόλυτη, υπολογίζεται με βάση το μέγεθος των μερίδων των κοινωνών και όχι τις κεφαλές. Κατά την αληθή έννοια της διάταξης αυτής, η απόφαση κάθε κοινωνού αφορά μόνο τη μερίδα του, η δε πλειοψηφία σχηματίζεται από το άθροισμα των επιμέρους μερίδων (ΑΠ 212/2003 ΕλλΔνη 45, 466). Απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο κάθε κοινωνός να απευθύνει τη δήλωση βούλησής του προς όλους τους λοιπούς συγκοινωνούς, αδιάφορο αν αυτοί συμφωνούν ή όχι με αυτή ή εάν προσκλήθηκαν ή όχι να παραστούν κατά τη λήψη της απόφασης (Γεωργιάδης, Α., Ενοχικό Δίκαιο, Ειδικό μέρος, τ. ΙΙ, 2006, § 34, σελ. 814 και 815). Θα πρέπει δηλαδή, για να ληφθεί εγκύρως η απόφαση των κοινωνών, να έχει απευθυνθεί η σχετική δήλωση βούλησης της πλειοψηφίας προς τη μειοψηφία, ασχέτως αν έλαβε -ή όχι- χώρα συντεταγμένη σύσκεψη πάντων των κοινωνών (ΕΙΡΡΟΔ 116/2016 Ασφ. ΤΝΠ Νόμος).
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr