Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Η «αναπληρωματική» αναγκαστική εκτέλεση των αναντικατάστατων υλικών ενεργειών (άρθρο 946 ΚΠολΔ) – Διαφορές από την εκτέλεση του άρθρου 947 ΚΠολΔ (παράλειψη ή ανοχή πράξης)

Σύμφωνα με το άρθρο 946 ΚΠολΔ «1. Αν ο οφειλέτης δεν εκπληρώνει την υποχρέωση του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η επιχείρηση της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη, το δικαστήριο τον καταδικάζει να εκτελέσει την πράξη και στην περίπτωση που δεν την εκτελέσει τον καταδικάζει αυτεπαγγέλτως σε χρηματική ποινή έως πενήντα χιλιάδες (50.000) ευρώ υπέρ του δανειστή και σε προσωπική κράτηση έως ένα έτος. 2. Οι διατάξεις της παρ. 1 δεν εφαρμόζονται όταν η πράξη συνίσταται στην αποκατάσταση της έγγαμης συμβίωσης ή εξαρτάται από την ύπαρξη στο πρόσωπο του υποχρέου ιδιαιτέρων προυποθέσεων για να ασκήσει τις τεχνικές, καλλιτεχνικές ή επιστημονικές ικανότητές του και η άρνησή του δεν οφείλεται σε δυστροπία του».

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης υποχρεούται έναντι του δανειστή στην επιχείρηση πράξης αναντικατάστατης -πράξης, δηλαδή, που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο, έχοντας το ίδιο νομικό ή οικονομικό αποτέλεσμα για το δανειστή [1]- η επιχείρηση της οποίας εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του οφειλέτη [2], τίθεται το ερώτημα πώς μπορεί ο οφειλέτης να υποχρεωθεί στην επιχείρηση της οφειλόμενης πράξης. Δεδομένου ότι άμεση, in natura ικανοποίηση της αξίωσης του δανειστή προς εκτέλεση δεν νοείται (=δεν μπορεί να εξαναγκαστεί ο οφειλέτης να προβεί στην οφειλόμενη πράξη διά της χρήσεως σωματικής βίας, ασκούμενης από τον δικαστικό επιμελητή) [3], ο νόμος στο εν λόγω άρθρο αποβλέπει στον έμμεσο, ψυχολογικό εξαναγκασμό του οφειλέτη, ήτοι στην κάμψη της άρνησής του, προκειμένου να εκβιάσει από αυτόν ορισμένη θετική συμπεριφορά του, διά της απειλής από το δικαστήριο χρηματικής ποινής ως 50.000 ευρώ και επιβολής προσωπικής κράτησης ως ένα έτος [4]. Η σειρά έχει ως εξής: Ο δανειστής πρέπει να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας την καταδίκη του οφειλέτη στην επιχείρηση της οφειλόμενης πράξης. Το δικαστήριο καταδικάζει τον οφειλέτη στην εκτέλεση της πράξης εντός ορισμένης προθεσμίας που τάσσει για το σκοπό αυτό και, επιπλέον, αυτεπαγγέλτως τον καταδικάζει και σε χρηματική ποινή ή/και προσωπική κράτηση, μόνο όμως για την ενδεχόμενη περίπτωση που ο οφειλέτης εξακολουθεί να αρνείται την εκτέλεση της πράξης, μη συμμορφούμενος με την ταχθείσα από το δικαστήριο προθεσμία. Η καταδικαστική απόφαση, δηλαδή, περιέχει δύο σκέλη/κεφάλαια: το μεν με το οποίο καταδικάζει τον εναγόμενο στην επιχείρηση της οφειλόμενης πράξης, το δε με το οποίο τον καταδικάζει, σε περίπτωση άρνησής του να συμμορφωθεί στο περιεχόμενο της απόφασης κατά το πρώτο σκέλος της, σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση.

Το δικαστήριο καταδικάζει τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση αυτεπαγγέλτως, χωρίς δηλαδή να απαιτείται η διατύπωση σχετικού αιτήματος προς τούτο από την μεριά του ενάγοντος δανειστή [5], τούτο δε κατ’ απόκλιση από τη γενική αρχή της διάθεσης που ισχύει στην πολιτική δίκη (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο κατόπιν αιτήσεως διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι (εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, εξαίρεση στην οποία υπάγεται και η υπό μελέτη περίπτωση). Αν, παρ’ όλα αυτά, το δικαστήριο παραλείψει να καταδικάσει τον εναγόμενο οφειλέτη σε χρηματική ποινή ή προσωπική κράτηση, ο ενάγων δανειστής δεν μπορεί να επανέλθει με αυτοτελές αίτημα για επιβολή αυτών των μέσων εκτέλεσης, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 947 ΚΠολΔ. Αυτή μάλιστα η παράλειψη του δικαστηρίου δεν θεμελιώνει ούτε λόγο έφεσης, ούτε και λόγο αναίρεσης, στην περίπτωση που δεν έχει διατυπωθεί σχετικό αίτημα από την πλευρά του ενάγοντος, και η μόνη δυνατότητα διόρθωσης της απόφασης αυτής είναι η προβλεπόμενη στα άρθρα 315 επ., με την αιτιολογία της ελλιπούς διατύπωσης του διατακτικού της [6]. Σημειωτέον ότι η περίπτωση του άρθρου 946 ΚΠολΔ είναι και η μόνη στην οποία διατάσσεται αυτεπαγγέλτως η χρηματική ποινή και η προσωπική κράτηση [7].

Η αυτεπάγγελτη υπαγωγή του οφειλέτη στα μέσα της αναγκαστικής εκτέλεσης του άρθρου 946 § 1 ΚΠολΔ (ήτοι στη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση) προϋποθέτει, όπως ήδη αναφέρθηκε, την προηγούμενη προσφυγή του δανειστή στο δικαστήριο, προκειμένου αυτός να πετύχει τη δικαστική διάγνωση της απαίτησής του έναντι του οφειλέτη για την εκτέλεση της αναντικατάστατης πράξης. Αυτό ισχύει ακόμα και όταν η υποχρέωση του -αρνούμενου να εκτελέσει την αναντικατάστατη πράξη- οφειλέτη πηγάζει από συμβολαιογραφικό έγγραφο· ο δανειστής δηλαδή, οφείλει, και πάλι να επιδιώξει την δικαστική καταδίκη του οφειλέτη στην εκτέλεση της πράξης και την απειλή εις βάρος του της χρηματικής ποινής ή/και προσωπικής κράτησης. Επιπροσθέτως, η υπαγωγή του οφειλέτη στα μέσα εκτέλεσης της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης προϋποθέτει την τήρηση της σχετικής προδικασίας, τουτέστιν, πρώτα θα πρέπει να επιδοθεί η επιταγή προς εκτέλεση της πράξης, σύμφωνα με το άρθρο 924 ΚΠολΔ, και μετά την άπρακτη πάροδο της τριήμερης προθεσμίας εκούσιας συμμόρφωσης του άρθρου 926 ΚΠολΔ, θα πρέπει να επιδοθεί νέα επιταγή για την πληρωμή της χρηματικής ποινής -με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 951 ΚΠολΔ- ή/και για την επιβολή της προσωπικής κράτησης. Εξυπακούεται ότι, αν μετά την επίδοση της πρώτης επιταγής για την επιχείρηση της πράξης και την πάροδο της τριήμερης προθεσμίας ο οφειλέτης επιχειρήσει τελικά την οφειλόμενη πράξη, δεν μπορεί πλέον να κινηθεί η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την είσπραξη της χρηματικής ποινής ή την επιβολή της προσωπικής κράτησης [8].

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ιδιαιτέρως ότι στην αναγκαστική εκτέλεση του υπόψη άρθρου δεν προβλέπεται η έκδοση δεύτερης απόφασης για την καταδίκη στα μέσα εκτέλεσης της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης [9], σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην εκτέλεση του άρθρου 947 ΚΠολΔ, όπου προβλέπονται δύο στάδια εκτέλεσης και η έκδοση, αντίστοιχα, δύο δικαστικών αποφάσεων· της μεν πρώτης απόφασης, με την οποία γίνεται η δικαστική διάγνωση της ύπαρξης της υποχρέωσης του οφειλέτη για παράλειψη ή ανοχή και με την οποία απαγγέλλεται -εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα- η απειλή της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης για την περίπτωση παράβασης της επιβαλλόμενης υποχρέωσης, και της δεύτερης (νέας) δικαστικής απόφασης, με την οποία ο οφειλέτης καταδικάζεται στην χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση, εφόσον με αυτή διαπιστώθηκε ότι πράγματι ο καθ’ ου η εκτέλεση παρέβη την υποχρέωση στην οποία καταδικάστηκε με την πρώτη απόφαση. Με άλλα λόγια, η αναγκαστική εκτέλεση του άρθρου 947 ΚΠολΔ διέρχεται από δύο στάδια και προϋποθέτει την έκδοση δύο δικαστικών αποφάσεων [10], σε αντίθεση με ό,τι ισχύει στην καταδίκη για εκτέλεση αναντικατάστατης πράξης (όπερ και το εδώ μελετώμενο θέμα), όπου ο οφειλέτης με την αυτή δικαστική απόφαση καταδικάζεται -συγχρόνως με τη διάγνωση της υποχρέωσης εκτέλεσης της πράξης- στην προσωπική κράτηση ή/και την χρηματική ποινή για την περίπτωση της παράβασης της υποχρέωσης αυτής.

Τέλος, να σημειωθεί ότι, παράλληλα με τα μέσα του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δανειστής μπορεί να ασκήσει και την ουσιαστικού δικαίου αξίωσή του για αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την καθυστέρηση της επιχείρησης της πράξης από τον οφειλέτη [11].

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών

Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών

info@efotopoulou.gr

[1] Αυτό συμβαίνει όταν η επιχειρητέα πράξη προϋποθέτει ορισμένες ιδιότητες ή ικανότητες, τις οποίες μόνον ο οφειλέτης διαθέτει (π.χ. λογοδοσία των άρθρων ΑΚ 303 και 473 – 477 ΚΠολΔ, επίδειξη εγγράφων κατά το άρθρο 452 § 1 ΚΠολΔ, παροχή πληροφοριών του εντολοδόχου κατά το άρθρο ΑΚ 718, κατά παραγγελία εκτέλεση προσωπογραφίας από διάσημο ζωγράφο, διεύθυνση συναυλίας από διάσημο μαέστρο, μετάφραση σπάνιας γλώσσας κατόπιν συμβολαίου με εκδότη κλπ). Έτσι, οσάκις υπάρχει νομική ή φυσική αδυναμία τέλεσης της πράξης από τρίτον, θα πρόκειται για πράξη αναντικατάστατη. Κρίσιμο κριτήριο διάγνωσης της ύπαρξης πράξης αναντικατάστατης είναι, στη δεύτερη περίπτωση (της φυσικής αδυναμίας τέλεσης της πράξης από τρίτον, λόγω της συνδρομής στο πρόσωπο του οφειλέτη ορισμένων ιδιαίτερων καλλιτεχνικών, επιστημονικών ή άλλων διανοητικών ικανοτήτων) το συμφέρον του δανειστή. Το πότε η πράξη μπορεί ή δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο κρίνεται από το δικαστήριο ad hoc, λαμβανομένων υπόψη των οικονομικών συνθηκών και των συναλλακτικών συνηθειών. Η σχετική δικαστική κρίση θεωρείται αναιρετικώς ανέλεγκτη, ελεγκτή όμως θεωρείται η παράλειψη του δικαστηρίου να προχωρήσει στην ως άνω διαπίστωση (Βλ. Ράμμο, Εγχειρίδιον ΙΙΙ, σελ. 1425). Σε περίπτωση αμφιβολίας γίνεται δεκτό ότι η πράξη πρέπει να θεωρείται αντικαταστατή, καθότι η εκτέλεσή της επιβαρύνει λιγότερο τον οφειλέτη (εν αμφιβολία, υπέρ του οφειλέτη). Βλ. παραδείγματα από τη νομολογία σε Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, Ειδικό Μέρος, 2001, § 50, σελ. 50, υποσημ. υπ’ αριθμ. 31.

[2] Το πότε η επιχείρηση της πράξης εξαρτάται μόνο από τη βούληση του οφειλέτη καθορίζεται από το ουσιαστικό δίκαιο, ή από την ίδια τη φύση της πράξης, ή από την ιδιαίτερη συμφωνία μεταξύ δανειστή και οφειλέτη, ή από τις εκάστοτε συνθήκες. Το άρθρο αυτό (946 § 1) δεν εφαρμόζεται αν η επίδικη πράξη απαιτεί τη σωματική ή οικονομική ή πνευματική συνδρομή και άλλων προσώπων (βλ. Ράμμος, Εγχειρίδιον ΙΙΙ, σελ. 1428, Οικονομίδης/Λιβαδάς/Γιδόπουλος § 261, σημ. 3, σελ. 245. Επίσης, γίνεται δεκτό ότι δεν θεωρείται η πράξη εξαρτώμενη από τη βούληση του οφειλέτη, αν για την επιχείρησή της απαιτούνται χρήματα, εκτός βέβαια και αν τα χρήματα αυτά τα προσφέρει ο δανειστής.

[3] Η άμεση εκτέλεση προβλέπεται αποκλειστικά στην περίπτωση της υποχρέωσης του καθ’ ου η εκτέλεση οφειλέτη για ανοχή ορισμένης πράξης (947 § 3 ΚΠολΔ), υποχρέωση η οποία αντιστοιχεί στην αξίωση του επισπεύδοντος δανειστή να ανεχθεί ο οφειλέτης συγκεκριμένη ενέργειά του, χωρίς να προσπαθήσει να τον παρεμποδίσει. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης προβάλλει αντίσταση, ο δικαστικός επιμελητής μπορεί να χρησιμοποιήσει βία για να αποκρούσει την αντίσταση, καλώντας συνάμα την αρμόδια για την τήρηση της τάξης αρχή (άρθρο 930 § 1 ΚΠολΔ). Έτσι, μπορεί ο δικαστικός επιμελητής, κατά το χρόνο επιχείρησης της πράξης, να κάμψει με δυναμική ενέργεια την αντίσταση του οφειλέτη (π.χ. κατά τη ώρα που ο ένας γονέας, ο οποίος έχει σύμφωνα με δικαστική απόφαση την επιμέλεια του παιδιού, παραλαμβάνει το παιδί για τις καλοκαιρινές διακοπές και ο άλλος γονέας προβάλλει αντίσταση ή κατά την ώρα που ο ένας γονέας ασκεί κατ’ εφαρμογή σχετικής δικαστικής απόφασης το δικαίωμά του για προσωπική επικοινωνία με το τέκνο του και ο άλλος γονέας, που έχει την επιμέλεια του τέκνου και διαμένει μαζί του, αντιδρά και αντιστέκεται, βλ ΑΚ 1520 και 950 § 2 ΚΠολΔ, με την οποία ρυθμίζεται ειδική περίπτωση ανοχής εκ μέρους του ενός γονέα της άσκησης του δικαιώματος του άλλου γονέα για προσωπική επικοινωνία του με το τέκνο).

[4] Ως μέσα ψυχολογικού εξαναγκασμού για την επιχείρηση πράξεων, τα μέσα αναγκαστικής εκτέλεσης της χρηματικής ποινής και της προσωπικής κράτησης δεν έρχονται σε αντίθεση με την ΕΣΔΑ (Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου). Εξυπακούεται, όμως, ότι, κατ’ εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, η επιβολή της προσωπικής κράτησης τότε μόνον είναι επιτρεπτή, όταν η χρηματική ποινή δεν μπορεί να θεωρηθεί εκ των προτέρων επαρκές μέσο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού του εξαναγκασμού. Βλ. στο σημείο αυτό Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, ό.π. σελ. 62 και τις εκεί παραπομπές σε γερμανική βιβλιογραφία: Zöller/Stöber, Echterhölter, Baur/Stürner, Rosenberg/Gaul/Schilken.

[5] Αντίθετα, στην περίπτωση του άρθρου 947 § 1 ΚΠολΔ, κατά το στάδιο που το δικαστήριο κρίνει την ύπαρξη της υποχρέωσης του οφειλέτη για παράλειψη ή ανοχή, μπορεί συγχρόνως να απειλήσει και χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για την περίπτωση παράβασης της επιβαλλόμενης από τη δικαστική απόφαση υποχρέωσης, μόνον εφόσον υπάρχει σχετικό αίτημα του ενάγοντος δανειστή. Το δικαστήριο μάλιστα δεν μπορεί να απειλήσει ποινή μεγαλύτερη από αυτή που ζητήθηκε (ΠΠΡΚΕΦ 16/1975, Δ. Κανελλόπουλος, ΑρχΝ ΚΣΤ’, 1975, 560 ΙΙ).

[6] Κουτουρίσης, ΕλλΔικ 20, 1979, σελ. 22-24, Βαθρακοκοίλης, Ε΄, άρθρο 946, σελ. 551, ΜΠΡΑΘ 11936/1998, Σ. Γιαννούκου, Δ 29, 1998, 1196.

[7] Βλ. Βασίλη Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, Τόμος Β’, 1994, άρθρο 477, σελ. 1020, όπου παραπομπή σε ΠρακτΑναθΕπιτρ 434, Μπέη, 1776, Μπρίνια, ΑναγκΕκτελ, 435-436, ΕΙΡΑΘ 223/1969 ΝοΒ 17/432.

[8] Βλ. ΑΠ 1360/1984 Π. Κωνσταντόπουλος, ΝοΒ 33, 1985, 1002 = Δ 17, 1986, 675.

[9] Βλ. Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, ό.π. σελ. 61.

[10] ΟλΑΠ 2/1995, Δ 26, 1995, 453, 455. Βλ. Πελαγία Γέσιου – Φαλτσή, ό.π. σελ. 135 με πλούσιες περαιτέρω παραπομπές σε νομολογία.

[11] Βλ. ΕΦΑΘ 7372/1978, Π. Παπαδημητρόπουλος, ΝοΒ 27, 1979, 590, Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 555.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί