Αγωγή Kακοδικίας κατά Δικαστή & Aίτηση Εξαίρεσης: Μετά την άσκηση αγωγής κακοδικίας πρέπει υποχρεωτικά να κριθεί αν συντρέχει λόγος εξαίρεσης του εναγομένου δικαστικού λειτουργού, ως προς μελλοντικές πράξεις στην υπόθεση που αφορά η αγωγή (ΑΠ 84/2005, Τμήμα ΣΤ’, ΠοινΛογ 2005/164)
Κατά τη διάταξη του άρθρου 9 § 4 του Ν. 693/1977 (Περί εκδικάσεως αγωγών κακοδικίας), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του Ν. 1366/1983 (Α’ 81) «Μετά την άσκηση της αγωγής κακοδικίας κρίνεται υποχρεωτικά και σύμφωνα με τις αντίστοιχες δικονομικές διατάξεις από το κατά περίπτωση αρμόδιο πολιτικό, ποινικό η διοικητικό δικαστήριο ή δικαστικό συμβούλιο, αν συντρέχει λόγος εξαιρέσεως του εναγομένου ως προς μελλοντικές πράξεις στην υπόθεση που αφορά η αγωγή. Για το σκοπό αυτόν ο Πρόεδρος του Ειδικού Δικαστηρίου κακοδικίας, μέσα στις επόμενες δύο εργάσιμες ημέρες από την κατάθεση της αγωγής, αποστέλλει αντίγραφό της στο δικαστικό όργανο που είναι αρμόδιο να εισάγει αιτήσεις εξαίρεσης ή να προτείνει την εξαίρεση. Η άσκηση αγωγής κακοδικίας ή η υποβολή αίτησης για εξαίρεση κατά του παραπάνω δικαστικού οργάνου ή κατά του δικαστηρίου ή του δικαστικού συμβούλου που θα κρίνει για την εξαίρεση, ποτέ δεν εμποδίζει την πρόοδο της διαδικασίας της εξαίρεσης».
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Ν. 4620/2019) «Όλα τα δικαστικά πρόσωπα του προηγούμενου άρθρου είναι εξαιρετέα, αν συντρέχουν οι λόγοι αποκλεισμού του άρθρου αυτού ή αν προκάλεσαν ή προκαλούν υπόνοιες μεροληψίας, δηλαδή αν υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους». Με το άρθρο αυτό, προβάλλονται ως λόγοι εξαίρεσης (την οποία δικαιούται να προτείνει, κατ’ άρθρο 16 § 1 ΚΠΔ και ο εισαγγελέας), α) όλοι οι κατ’ άρθρο 14 ΚΠΔ λόγοι αποκλεισμού και β) ο γενικός λόγος εξαίρεσης της διέγερσης εις βάρος των δικαστικών προσώπων υπόνοιας μεροληψίας, όταν δηλαδή υπάρχουν γεγονότα που μπορούν να δικαιολογήσουν εμφανώς δυσπιστία για την αμεροληψία τους. Οι υπόνοιες μεροληψίας, κατά την σαφή έννοια της διάταξης αυτής, πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να δικαιολογήσουν αντικειμενικά -και μάλιστα εμφανώς και όχι υποκειμενικά κατά την αντίληψη του αιτούμενου την εξαίρεση- δυσπιστία για την αμεροληψία του δικαστικού προσώπου. Συνεπώς, το ποια γεγονότα μπορούν να διεγείρουν υπόνοιες μεροληψίας είναι ζήτημα πραγματικό και πρέπει, σύμφωνα με την κρατούσα στην νομολογία άποψη, να δικαιολογούν αντικειμενικά την προς το δικαστικό πρόσωπο δυσπιστία αμεροληψίας (ΑΠ 10/1998 ΠοινΧρ ΛΗ, 416, ΑΠ 1189/1986 ΠοινΧρ ΛΕ, 249 επ.). Ως γεγονότα τέτοια δεν μπορούν να θεωρηθούν δυσμενείς -κατά τις απόψεις του διαδίκου που ζητεί την εξαίρεση- κρίσεις ή νομικές γνώμες που εξέφρασε το δικαστικό πρόσωπο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που του έχουν ανατεθεί, εκτός εάν συντρέχουν και άλλα περιστατικά ικανά να δικαιολογήσουν τέτοιες υπόνοιες (ΑΠ 1574/2003 ΤΝΠ Νόμος).
Στην επίδικη υπόθεση (ΑΠ 84/2005, Τμήμα ΣΤ’, ΠοινΛογ 2005/164), ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι οι «αρεοπαγίτες του ΣΤ΄ Τμήματος του Αρείου Πάγου απέρριψαν παράνομα και καταχρηστικά τις αιτήσεις του αναίρεσης κατά των αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πατρών και ότι συγκάλυψαν αμετάκλητα εγκλήματα σε βαθμό κακουργήματος, προκειμένου να απαλλάξουν παράνομα το Διοικητή και το Διοικητικό συμβούλιο της Τράπεζας, καθώς και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της», ζητούσε δε με την αγωγή του αυτή να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, για τους λόγους που εκθέτει στην αγωγή του, να του καταβάλλουν αλληλέγγυα και εις ολόκληρον ο καθένας το ποσό του 1.000.000 ευρώ, νομιμοτόκως και μέχρι την εξόφλησή του. Στην αγωγή του, όμως, με την οποία παραπονείται ο ενάγων για την απόρριψη των δύο αιτήσεών του αναιρέσεως, εκφράζει έντονα την επιστημονική του αντίθεση για την απόρριψη αυτή και υποστηρίζει ότι αυτές έπρεπε να γίνουν δεκτές, ενώ δεν αναφέρονται καθόλου πραγματικά περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει και μάλιστα εμφανώς, υπόνοια μεροληψίας των αναφερόμενων δικαστών και εισαγγελέα.
Έτσι, ο Άρειος Πάγος (ΣΤ’ Ποινικό Τμήμα) έκρινε ότι η διατύπωση από το δικαστικό λειτουργό επιστημονικής άποψης αντίθετης με εκείνη του ενάγοντος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να στηρίξει υπόνοιες μεροληψίας και, συνεπώς, αποφάνθηκε ότι δεν συντρέχει περίπτωση εξαίρεσης των αναφερόμενων στην αγωγή του κακοδικίας δικαστικών προσώπων, από την εκδίκαση μελλοντικών υποθέσεων του ενάγοντος, που έχουν σχέση με την αγωγή του αυτή.
Μπενάκη Βικεντία – Άννα
Δικηγόρος Αθηνών
Μ.Δ.Ε. Φιλοσοφίας Δικαίου Νομικής Αθηνών
info@efotopoulou.gr