Η άρνηση του τέκνου για επικοινωνία μετά τη ρύθμιση της επικοινωνίας με δικαστική απόφαση – Μπορεί ο υπόχρεος της επικοινωνίας γονέας να πειθαναγκάσει το τέκνο να υποστεί την επικοινωνία;
Σύμφωνα με το άρθρο 1520 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983, ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό, τα σχετικά δε με την επικοινωνία καθορίζονται ειδικότερα από το Δικαστήριο. Ωστόσο, σε περίπτωση που μετά την έκδοση της αποφάσεως για ρύθμιση του δικαιώματος άσκησης της προσωπικής επικοινωνίας, αυτή ματαιώνεται λόγω αρνήσεως του τέκνου να επικοινωνήσει με το γονέα του, η ματαίωση αυτή δεν οφείλεται αναγκαστικά, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, σε επίδραση του γονέα που έχει υποχρέωση από το ουσιαστικό δίκαιο (άρθ. 1520 ΑΚ) να ανεχθεί την επικοινωνία, εφαρμόζοντας τη σχετική δικαστική απόφαση, ενώ περαιτέρω, δεν θεσπίζεται από κάποιον κανόνα δικαίου υποχρέωση αυτού να κάμψει την ανωτέρω άρνηση, πειθαναγκάζοντας προς το σκοπό αυτό το τέκνο του με κάθε μέσο[1].Η άποψη αυτή ενισχύεται και από τη διάταξη του άρθ. 1511 παρ. 3 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του Ν. 1329/1983, η οποία αναφερομένη στο παρεμφερές θέμα της γονικής μέριμνας ορίζει ότι ανάλογα με την ωριμότητα του τέκνου πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται η γνώμη του πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα, εφόσον η απόφαση αφορά τα συμφέροντα του.
Άλλοις λόγοις, σε περίπτωση που το τέκνο αρνείται να συνεργαστεί και αντιδρά σθεναρά στην πραγματοποίησή της επικοινωνίας με το δικαιούχο της επικοινωνίας γονέα για τους δικούς του προσωπικούς λόγους και όχι λόγω επίδρασης του γονέα που διαμένει με αυτό[2], θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι ούτε το Δικαστήριο ούτε ο υπόχρεος της επικοινωνίας γονέας, έχουν δικαίωμα να πειθαναγκάσουν το τέκνο να υποστεί την επικοινωνία, διότι αυτό θα ήταν τελικά αντίθετο προς το συμφέρον του τέκνου[3]. Ο λόγος είναι ότι η ίδια η φύση του δικαιώματος της επικοινωνίας προϋποθέτει ένα minimum καλής διάθεσης και προθυμίας και από τις δύο πλευρές, διαφορετικά η πραγματοποίησή της είναι ανώφελη κι ενδεχομένως επικίνδυνη, ιδιαίτερα για το παιδί το οποίο βρίσκεται λόγω μικρής ηλικίας σε ευάλωτη συναισθηματική κατάσταση[4]. Θα πρέπει, δε, να γίνει δεκτό ότι αν συντρέχουν σοβαροί λόγοι ακαταλληλότητας του δικαιούχου της επικοινωνίας γονέα για συναναστροφή και επικοινωνία του με το τέκνο, όπως για παράδειγμα στις περιπτώσεις απειλής της ζωής, της σωματικής ή ψυχικής ακεραιότητας και υγείας του τέκνου, προσκρούει προς το αληθινό συμφέρον του τέκνου να δεχθεί την επικοινωνία με αυτόν, πολλώ δε μάλλον να καθοδηγηθεί προς τούτο από τον υπόχρεο να δεχθεί την επικοινωνία γονέα, ο οποίος σε καμία περίπτωση δεν έχει την υποχρέωση αλλά μήτε και το δικαίωμα να κάμψει τις αντιστάσεις του τέκνου και να το αναγκάσει να επικοινωνήσει παρά τη θέλησή του με τον έτερο γονέα – δικαιούχο της επικοινωνίας.
Αγγελική Πολυδώρου, δικηγόρος
email: info@efotopoulou.gr
[1] ΑΠ 1465/1988, ΑΠ 422/1999
[2] Οπότε στην τελευταία αυτή περίπτωση θα τυγχάνει εφαρμογής η διάταξη του άρθ. 950 παρ. 2 ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία «Αν παρεμποδίζεται το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, η απόφαση που ρυθμίζει την επικοινωνία μπορεί να απειλήσει με χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση εκείνον που εμποδίζει την επικοινωνία και εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 947».
[3] Νάταλη – Χριστίνα Π. Σαμαρά, Το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο, Νομική Βιβλιοθήκη 2010, 117, ΑΠ 429/2002 ΕλλΔνη 2002, 1622, ΑΠ 499/1994 ΕλλΔνη 1995, 141 και ΝοΒ 1995, 555
[4] Παπαδημητρίου Γ., ό.π., σελ. 757 επ. και ιδίως σελ. 758