Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Δικαστικός διορισμός προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου

  • Σύμφωνα με το άρθρο ΑΚ 69 αν λείπουν τα πρόσωπα που απαιτούνται για τη διοίκηση του νομικού προσώπου ή αν τα συμφέροντα τους συγκρούονται προς εκείνα του νομικού προσώπου, το δικαστήριο διορίζει προσωρινή διοίκηση, ύστερα από αίτηση όποιου έχει έννομο συμφέρον.
  • Προσωρινή διοίκηση είναι αυτή που δεν έχει εκλεγεί από τα αρμόδια καταστατικά όργανα του νομικού προσώπου, αλλά διορίζεται με παρέμβαση του δικαστηρίου, κατόπιν υποβολής σχετικής προς τούτο αίτησης.
  • Ο ερμηνευτικά απορρέων από το άρθρο 5 § 1 του Συντάγματος [1] θεσμός του δικαστικού διορισμού προσωρινής διοίκησης αποτελεί παρέκκλιση από τις συνταγματικά κατοχυρωμένες (στο άρθρο 12 του Συντάγματος) αρχές της αυτονομίας των σωματειακών οργανώσεων και νομικών εν γένει προσώπων και της ελευθερίας αυτοδιοικήσεώς τους [2], σύμφωνα με τις οποίες η εκλογή των μελών της διοίκησης ανήκει -καταρχήν- στα μέλη του νομικού προσώπου, αποκλειομένου οποιουδήποτε παρεμβατισμού οποιουδήποτε οργάνου του κράτους σε θέματα που άπτονται της εσωτερικής λειτουργίας του νομικού προσώπου ή της εκπλήρωσης του σκοπού του. Η κατ’ εξαίρεση επέμβαση του δικαστηρίου για το διορισμό προσωρινής διοίκησης δεν αντίκειται στο Σύνταγμα, για το λόγο ότι, αφενός μεν η προσφυγή στο δικαστήριο (πρέπει να) αποτελεί λύση ανάγκης [3], εξαιρετικό μέτρο που (πρέπει να) εφαρμόζεται μόνο αν είναι αναγκαίο, στο πλαίσιο της ευρύτερης αρχής της αδιάκοπης συνέχειας της ομαλής και απρόσκοπτης λειτουργίας του νομικού προσώπου, αφετέρου δε το μέτρο αυτό εφαρμόζεται με τα εχέγγυα της δικαστικής εξουσίας και την εγγύηση της αρχής της αναλογικότητας [4], η ορθή εφαρμογή της οποίας διασφαλίζει ότι το δικαστήριο με την απόφασή του δεν θα οδηγήσει στον περιορισμό της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αυτονομίας διοίκησης των νομικών προσώπων, αλλά στη διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας του νομικού προσώπου, μέσω της επάνδρωσης -με τα κατάλληλα πρόσωπα- του διοικητικού του οργάνου, και της προάσπισης των συμφερόντων του.
  • Με την υπόψη διάταξη, που έχει, ως προελέχθη, εξαιρετικό χαρακτήρα, επιδιώκεται αφενός μεν η -διά της προσωρινής άρσης παθολογικών και δυσλειτουργικών για το νομικό πρόσωπο καταστάσεων- προστασία των ίδιων συμφερόντων του νομικού προσώπου, όπως είναι η ύπαρξη διοίκησης και η ελεύθερη από συγκρούσεις συμφερόντων άσκησή της, αφετέρου δε η προστασία των συμφερόντων των σχετιζόμενων με το νομικό πρόσωπο τρίτων (εταίρων, πιστωτών), καθώς και η προστασία του ευρύτερου συνόλου, ενόψει της σημασίας που έχουν τα νομικά πρόσωπα -και ιδιαίτερα οι ανώνυμες εταιρίες- ως μέσο άσκησης οικονομικής δραστηριότητας [5].
  • Το μέτρο διορισμού της προσωρινής διοίκησης εφαρμόζεται στα ΝΠΙΔ οποιασδήποτε μορφής [6], όπως π.χ. σωματεία [7] -και επαγγελματικά [8]-, ιδρύματα, συνεταιρισμοί, ανώνυμες εταιρείες (στο μέτρο που δεν προβλέπεται ειδική ρύθμιση για το διοικητικό συμβούλιο αυτής) [9], ΕΠΕ [10], ΟΕ, ΕΕ, αστικές εταιρείες του άρθρου ΑΚ 784 που έχουν αποκτήσει νομική προσωπικότητα, οι συμμετοχικές ή αφανείς εταιρείες (Λεβαντής, Προσωπικές Εταιρίες, σελ. 260). Στην αυτή ρύθμιση εμπίπτουν και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις [11], η συμπλοιοκτησία του άρθρου 13 § 3 ΚΙΝΔ, καθώς και τα αυτοδιοικούμενα ΝΠΔΔ [12] των οποίων η διοίκηση εκλέγεται από τη γενική συνέλευση των μελών τους και εφόσον δεν προβλέπεται άλλος νόμιμος τρόπος αναπλήρωσης των μελών της διοίκησης που κωλύονται (π.χ. ο δικηγορικός και ιατρικός σύλλογος).
  • Οι νόμιμες περιπτώσεις διορισμού προσωρινής διοίκησης είναι αποκλειστικά οι δύο περιοριστικά αναφερόμενες στο άρθρο ΑΚ 69, ήτοι α) η περίπτωση όπου υπάρχει πραγματική έλλειψη της διοίκησης (όταν τα μέλη που απέμειναν μαζί με τα αναπληρωματικά δεν καλύπτουν το συνολικό αριθμό των μελών που ορίζει το καταστατικό, λόγω π.χ. θανάτου, βαριάς ασθένειας, μακροχρόνιας απουσίας) [13] ή πλασματική (στην περίπτωση της αδιαφορίας των μελών της διοίκησης για την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης, της εξακολουθητικής από πείσμα άρνησης άσκησης διοίκησης ή απραξίας / αδράνειας κατά την άσκηση των αναγκαίων πράξεων διοίκησης, ή στην περίπτωση της δυστροπίας, της διαρκούς διαφωνίας ή της κακοβουλίας των μελών της διοίκησης [14] ή στην περίπτωση της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης για την εκλογή του διοικητικού συμβουλίου μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ακύρωσης αυτής [15]) ή νομική «έλλειψη της διοίκησης», δηλ. αδυναμία εκτέλεσης -εκ μέρους των μελών της διοίκησης- των καθηκόντων που επιτάσσει ο νόμος και το καταστατικό και εκείνων που απορρέουν από το λειτούργημά τους του νομικού προσώπου (σε περίπτωση ανάκλησης, έκπτωσης, λήξης της θητείας των μελών της διοίκησης χωρίς πρόβλεψη για παράτασή της [16], παραίτησης, έστω και σιωπηρής, μέλους της διοίκησης, απώλειας δικαιοπρακτικής ικανότητας, τελεσίδικης ακύρωσης απόφασης γενικής συνέλευσης, διορισμού του διοικητικού συμβουλίου Α.Ε. με άκυρη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, κ.ο.κ.) [17] και β) η περίπτωση της σύγκρουσης συμφερόντων των μελών της διοίκησης με αυτά του νομικού προσώπου, η οποία υπάρχει όχι μόνο στις περιπτώσεις όπου από συγκεκριμένες νομικές διατάξεις προκύπτει νομική αδυναμία μέλους του διοικητικού συμβουλίου να συμμετάσχει στη λήψη ορισμένης απόφασης, όπως στις περιπτώσεις των άρθρων ΑΚ 66 και 235 [18] ή των άρθρων 10, 23, 23α και 24 του προϊσχύσαντος Ν. 2190/1920 (νυν Ν. 4548/2018) για τις ανώνυμες εταιρείες, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία τα διοικούντα πρόσωπα έχουν δικό τους ατομικό συμφέρον, αντίθετο προς αυτό του νομικού προσώπου και, συνεπώς, κωλύονται να το αντιπροσωπεύσουν, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται στην πραγματικότητα ενεργή υπέρ των συμφερόντων του νομικού προσώπου διοίκηση (όπως όταν μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ανώνυμης εταιρίας είναι και μέλη του διοικητικού συμβουλίου άλλης ανταγωνιστικής εταιρείας). Για παράδειγμα, σύγκρουση συμφερόντων νοείται σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου η διοίκηση του νομικού προσώπου ή μέλος αυτής παραβαίνει την υποχρέωση πίστης που αυτονόητα υπέχει έναντι αυτού, καθώς και την οργανική υποχρέωσή του για την επίτευξη και προώθηση του εταιρικού σκοπού, είτε επιδιώκοντας ίδιο συμφέρον αντίθετο προς εκείνο του νομικού προσώπου, είτε ενισχύοντας συμφέρον τρίτου (ΜΠΡΒΟΛΟΥ 150/2019 ΤΝΠ Νόμος). Δεν υπάρχει παράβαση της υποχρέωσης πίστης -κι επομένως ούτε και σύγκρουση συμφερόντων υπό την ως άνω έννοια- όταν μεταξύ των μελών της διοίκησης του νομικού προσώπου ή, επί ανώνυμης εταιρείας, μεταξύ του Δ.Σ. αυτής και της γενικής συνέλευσης των μετόχων, υπάρχει απλώς διαφορά απόψεων ως προς τα μέσα για την επιδίωξη επιχειρηματικών στόχων ή ως προς τη σκοπιμότητα μιας επιχειρηματικής ενέργειας (ΜΠΡΒΟΛΟΥ 150/2019 ό.π.). Δεν συνιστά, επίσης, σύγκρουση καθηκόντων η περίπτωση κατά την οποία μέλος του Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας λαμβάνει αποφάσεις που αποκλίνουν από το μέτρο επιμέλειας του άρθρου 22α του Ν. 2190/1920, αφού τότε προσβάλλει την υποχρέωση επιμελούς διαχείρισης και όχι την υποχρέωση πίστης. Πάντως, το αν υπάρχει τελικά σύγκρουση συμφερόντων θα κριθεί ad hoc από το ίδιο το δικαστήριο [19].
  • Η κακή εκ μέρους των μελών της διοίκησης διαχείριση των υποθέσεων του νομικού προσώπου δεν αποτελεί λόγο έλλειψης διοίκησης, καθόσον ο έλεγχος της διαχείρισης υπόκειται στην κρίση των προς τούτο ειδικών οργάνων του νομικού προσώπου. Είναι, λοιπόν, νομικά αβάσιμη η αίτηση διορισμού προσωρινής διοίκησης για το λόγο ότι έχει γίνει κακή διεξαγωγή / διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων. Η υπαγωγή -εξάλλου- της κακοδιαχείρισης ως πραγματικού της διάταξης του άρθρου ΑΚ 69, με έννομη συνέπεια την αντικατάσταση της εταιρικής διοίκησης, κείται όχι μόνο εκτός πεδίου εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, αλλά παρεμποδίζει και την επιχειρηματική δραστηριότητα [20].
  • Είναι νόμω βάσιμη η εν λόγω αίτηση όχι μόνο όταν δεν υφίσταται δυνατότητα απαρτίας από τα εναπομείναντα μέλη [21], αλλά κι όταν ακόμη λείπουν ορισμένα μόνο μέλη, έστω κι αν αυτά που απομένουν μπορούν να συγκροτήσουν την απαρτία που προβλέπει ο νόμος ή το καταστατικό -εκτός, βέβαια, αν υπάρχει αντίθετη ρύθμιση στο καταστατικό- και τούτο διότι για να υπάρχει διοίκηση του νομικού προσώπου πρέπει να υπάρχει διοίκηση / διοικητικό συμβούλιο σε πλήρη σύνθεση και να γίνεται κλήση όλων των μελών για τις συνεδριάσεις [22]. Με άλλα λόγια, μόνη η δυνατότητα σχηματισμού απαρτίας από τα εναπομείναντα μέλη δεν θεραπεύει την έλλειψη διοίκησης, διότι η διοίκηση προϋποθέτει καταρχήν -εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό- πλήρη συγκρότηση / σύνθεση της διοίκησης του νομικού προσώπου [23].
  • Σύμφωνα με τα άρθρα 739, 740 § 1 (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την §1 του άρθρου 117 του Ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016, έναρξη ισχύος από 16 Ιανουαρίου 2017) και 786 § 1 ΚΠολΔ, ο διορισμός της προσωρινής διοίκησης γίνεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 επ. ΚΠολΔ), από το Μονομελές Πρωτοδικείο της περιφέρειας που έχει την έδρα του το νομικό πρόσωπο [24]. Ως έδρα νοείται ο τόπος που κατά το καταστατικό είναι εγκατεστημένη η διοίκηση του νομικού προσώπου ή, αν υπάρχει τέτοιος, οπότε και υπερισχύει ως κριτήριο προσδιορισμού της τοπικής αρμοδιότητας του δικαστηρίου, ο τόπος της πραγματικής δράσης της διοίκησης του νομικού προσώπου.
  • Απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης από τον έχοντα ίδιο άμεσο έννομο συμφέρον για διορισμό προσωρινής διοίκησης του νομικού προσώπου. Έχουν τέτοιο έννομο συμφέρον τα εναπομείναντα μέλη της διοίκησης, τα μέλη του νομικού προσώπου [25], ο μέτοχος, ο δανειστής του μετόχου αν ο τελευταίος απρακτεί και γενικά κάθε τρίτος ο οποίος αντλεί συμφέρον προς λειτουργία της διοίκησης του νομικού προσώπου. Η δικαστική κρίση περί της συνδρομής ή μη του εννόμου συμφέροντος, του τελευταίου έννοια νομική όντος, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
  • Η αίτηση διορισμού προσωρινής διοίκησης, εκδικαζόμενη -όπως προελέχθη- κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν απευθύνεται εναντίον συγκεκριμένου προσώπου [26].
  • Υποχρέωση κλήτευσης υπάρχει μόνο στην περίπτωση της σύγκρουσης των συμφερόντων των προσώπων της διοίκησης με αυτά του νομικού προσώπου (786 § 2 ΚΠολΔ).
  • Διάδικοι είναι οι αιτούντες, όχι το νομικό πρόσωπο [27]. Επίσης, εκείνοι η κλήτευση των οποίων διατάχθηκε από το δικαστήριο, εφ’ όσον άσκησαν παρέμβαση [28].
  • Το δικαστήριο της ουσίας -το οποίο κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου ΑΚ 69 διορίζει νέα προσωρινή διοίκηση στο σύνολό της, δηλαδή τόσα προσωρινά μέλη όσα και τα μέλη της διοίκησης και όχι απλώς ισάριθμα με τα ελλείποντα, τούτο δε προς αποτροπήν σχηματισμού μεικτής διοίκησης, η οποία κατά κανόνα δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα του νομικού προσώπου [29]- δεν δεσμεύεται στην επιλογή και διορισμό των κατάλληλων προσώπων ως μελών της προσωρινής διοίκησης ούτε από τα προτεινόμενα από τους διαδίκους πρόσωπα, ούτε από τυχόν διάταξη του καταστατικού. Η σχετική κρίση του, όντας απολύτως ελεύθερη και κυριαρχική, δεν υπόκειται στον ακυρωτικό έλεγχο [30]. Επομένως, ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο -υπό την επίκληση της εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ πλημμέλειας- πλήττεται η ακυρωτικώς ανέλεγκτη κρίση του δικάσαντος Δικαστηρίου, περί την επιλογή των προσώπων της προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος [31].
  • Η δικαστική απόφαση διορισμού των μελών της προσωρινής διοίκησης έχει διαπλαστική ενέργεια και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της από τη δημοσίευσή της, υπό τον όρο ότι έγινε -ρητή ή εκ των περιστάσεων συναγόμενη- αποδοχή του διορισμού, από και διά της οποίας (ενν. αποδοχής) καθίσταται ο διορισμός ενεργός [32], οπότε και άρχεται αφενός μεν η εξουσία τους αντιπροσώπευσης και διαχείρισης, αφετέρου δε η ευθύνη τους. Ο διορισμός, πάντως, αντιτάσσεται νομίμως έναντι των καλόπιστων τρίτων μόνο από τη δημοσίευσή του στο βιβλίο που τηρείται στο Πρωτοδικείο [33].
  • Η εξουσία της προσωρινής διοίκησης μπορεί να οριοθετηθεί με τη δικαστική απόφαση, η οποία, αν συντρέξει λόγος, μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Αν η απόφαση δεν ορίζει την εξουσία της προσωρινής διοίκησης, τότε αυτή έχει γενική εξουσία διαχείρισης και διοίκησης των υποθέσεων του νομικού προσώπου, ήτοι όλες τις αναγκαίες για την τακτική διοίκηση και απορρέουσες από το καταστατικό εξουσίες, περιορισμένες μόνο χρονικά, έως το χρόνο που η ίδια η απόφαση ορίζει, ή, αν δεν ορίζει, έως την εκλογή τακτικής διοίκησης [34].
  • Η ευθύνη των διορισμένων μελών της προσωρινής διοίκησης κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων τους -ελλείπουσας αντίθετης περιοριστικής της ευθύνης αυτής διάταξης- εκτείνεται για κάθε πταίσμα έναντι του νομικού προσώπου και περιορίζεται στις πράξεις ή παραλείψεις αυτών κατά τη διάρκεια της θητείας τους (786 § 4 ΚΠολΔ). Αν, σύμφωνα με τη δικαστική απόφαση, έχουν όλες τις εξουσίες των μελών της τακτικής διοίκησης, τότε η ευθύνη τους εξομοιώνεται με αυτή των τελευταίων και εφαρμόζονται όλες οι διατάξεις του νόμου ή του καταστατικού για την ευθύνη των μελών της τακτικής διοίκησης [35].
  • Τα μέλη της προσωρινής διοίκησης έχουν δικαίωμα αμοιβής, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του Αστικού Κώδικα ΑΚ 648 και 653, για τη μίσθωση εργασίας [36].
  • Κατά την κυρίαρχη στη νομολογία άποψη, σε περίπτωση πιθανολογούμενου κινδύνου ή επείγουσας περίπτωσης, είναι δυνατός ο διορισμός προσωρινής διοίκησης νομικού προσώπου ή η αντικατάσταση μελών αυτής και κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων [37], υπό τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων λήψης αυτών. Κατ’ άλλη, όμως, άποψη [38] ο διορισμός αυτός γίνεται μόνο κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί τα ασφαλιστικά μέτρα διατάσσονται σε σχέση με κάποιο δικαίωμα, για τη διάγνωση του οποίου εκκρεμεί ή επίκειται η κύρια δίκη, ενώ στην εκούσια δικαιοδοσία δεν υπάρχει δικαίωμα προς διάγνωση και το διατασσόμενο από το δικαστήριο μέτρο έχει χαρακτήρα διοικητικού μέτρου και δεν αποτελεί παρεπόμενο διαγνωστικής δίκης.

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

[1] Aσπρογέρακας-Γρίβας, 61 επ. Βλ. και ΜΠΡΑΘ 7954/2000 ΕλλΔνη 2002, 250.

[2] Για τα επαγγελματικά σωματεία η ελευθερία διοίκησης διασφαλίζεται και από την υπ’ αριθμ. 87 Διεθνή Σύμβαση περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 4204/1961 και κατέστη, έτσι, εσωτερικό δίκαιο.

[3] Βλ. Κρητικό σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου 69 αρ. 1. Επίσης, ΕΦΑΘ 671/1969 ΕΕΔ 28, 1284, ΜΠΡΘΕΣΣ 706/1969 ΕΕΔ 28, 1283.

[4] Δαγτόγλου, Ατομικά δικαιώματα, Ι, αρ. 1308.

[5] ΑΠ 561/2018 ΤΝΠ Νόμος.

[6] ΕΦΑΘ 10798/1987 ΝοΒ 36/366.

[7] ΕΦΘΕΣ 906/1977 Αρμ 31, 528, ΣτΕ 1392/1959 ΕΕΔ 18, 875.

[8] ΑΠ 420/1982 ΑρχΝ 1983, 247.

[9] ΜΠΡΒΟΛΟΥ 150/2019 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΛΑΜ 214/2018 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΑΘ 2802/2007 ΔΕΕ 2008, 1261, ΜΠΡΑΘ 2525/1970 Δίκη 1, 253, ΜΠΡΠΕΙΡ 7002/2002 ΕΕμπΔ 2004, 523, ΜΠΡΘΕΣ 17222/2004 ΧρΙΔ 2004, 817.

[10] ΑΠ 538/1998 Δνη 39, 1606, ΑΠ 1280/1993 Δνη 36, 169, ΕΦΕΣ 1224/1979 Δνη 22, 352, ΕΦΑΘ 3705/1977 Αρμ 31, 869, ΕΦΑΘ 837/1969 Αρμ 23, 849, ΜΠΡΑΘ 2082/1984 Δ 17, 672, ΜΠΡΑΘ 5409/1978 Δνη 20, 264.

[11] Βλ. Ντάσιο ΕΕΔ 55/626-627.

[12] Βλ. Μίχο ΑρχΝ 16/312. Αλλιώς η ΜΠΡΠΕΙΡ 1789/1981 Δνη 23/163.

[13] ΑΠ 395/2002 ΤΝΠ Νόμος.

[14] ΑΠ 395/2002, ΑΠ 538/1998 Δνη 1998, 1606, ΑΠ 854/1998 Δνη 1999, 79, ΕΦΑΘ 9778/1978 ΝοΒ 27, 814, ΜΠΡΚΑΒ 37/1995 ΕΕΔ 55, 395, ΜΠΡΑΘ 285/1997 ΕΕμπΔ 1997, 295, ΜΠΡΙΩ 176/1982 Αρμ 1982, 826, ΜΠΡΙΩ 1036/1970 Αρμ 21, 655.

[15] ΕΦΑΘ 2326/2004 ΤΝΠ Νόμος («Μετά από αγωγή που άσκησαν ορισμένα μέλη του σωματείου η απόφαση της γενικής συνέλευσης για την εκλογή του διοικητικού συμβουλίου ακυρώθηκε με την … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, για το λόγο ότι είχαν ψηφίσει μέλη, τα οποία είχαν γραφτεί κατά το τελευταίο πριν από τις αρχαιρεσίες εξάμηνο κατά παράβαση του καταστατικού. Παράλληλα, με την … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της απόφασης της γενικής συνέλευσης μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ακύρωσης αυτής. Συνέπεια της αναστολής αυτής ήταν να δημιουργηθεί πλασματική έλλειψη διοίκησης του συλλόγου»).

[16] ΟλΑΠ 5/2004 ΤΝΠ Νόμος/ΔΕΕ 2004, 1005 [«Κατά το χρόνο των εν λόγω επιδόσεων και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 30.6.1992 που είχε λήξει η θητεία του προηγούμενου διοικητικού συμβουλίου, εωσότου διορίσθηκε η προσωρινή διοίκηση με την υπ’ αριθμ. … απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γιαννιτσών, η οφειλέτρια ανώνυμη εταιρία εστερείτο διοίκησης και ο … δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση ανακοπής κατά των ως άνω διαταγών πληρωμής, αφού ο …, προς τον οποίον έγιναν οι άνω επιδόσεις, δεν είχε την ιδιότητα του διευθύνοντος συμβούλου κατά το χρόνο των επιδόσεων αυτών (…)»].

[17] ΑΠ 1601/2002 Δνη 2003, 790 (όταν λείπουν λόγω παραίτησης μέλη του Δ.Σ. του σωματείου), ΕΦΑΘ 938/2000 Δνη 2000, 1423 (όταν συμβεί παραίτηση από την ιδιότητά τους τόσων προσώπων, ώστε τα επαναπομείναντα μαζί με τα νομίμως ανακηρυχθέντα και υπάρχοντα αναπληρωματικά να μην συμπληρώνουν τον απαιτούμενο από το καταστατικό συνολικό αριθμό μελών), ΜΠΡΑΘ 309/2003 ΔΕΕ 2003, 301 [(«επί των ανωνύμων εταιριών συντρέχει περίπτωση διορισμού προσωρινού διοικητικού συμβουλίου και όταν το διοικητικό συμβούλιο που υπάρχει διορίσθηκε με άκυρη απόφαση της Γενικής Συνέλευσης»). Βλ. και ΟλΑΠ 18/2001 ΕλλΔνη 43, 76, ΕφΘεσ 2401/1998 ΕπισκΕΔ 1999, 236)], ΕΦΑΘ 1036/1970 ΑρχΝ 21, 655, ΠΠΡΑΘ 1851/1965 ΕΕΝ 32, 157, ΠΠΡΘΕΣ 3078/1966 ΑρχΝ 18, 540.

[18] ΑΠ 538/1998 Δνη 39, 1606.

[19] Βλ. Ρόκα, Γνμ ΕΕμπΔ 1987, 404, Αντωνόπουλο, Αρμ 1994, 139-140. Βλ. επίσης ΟλΑΠ 297/1972 ΝοΒ 20, 1043, ΕΦΘΕΣΣ 35/1990 ΕΕμπΔ 1990, 76.

[20] ΟλΑΠ 297/1972 ΝοΒ 20, 1043, ΑΠ 715/2005 ΔΕΕ 2006, 172, ΑΠ 170/1971 ΕΕΝ 39, 211, ΕΦΑΘ 621/1983 Αρμ 1984, 213, ΜΠΡΑΘ 6890/2016 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠΡΑΘ 1927/2011 ΔΕΕ 2011, 570, ΜΠΡΑΘ 2802/2007 ΔΕΕ 2008, 1261, ΜΠΡΑΘ 285/1997 ΕΕμπΔ 1997, 295, ΜΠΡΑΘ 4345/1995 Δνη 37, 207, ΜΠΡΑΘ 3536/1982 Δνη 24, 1261, ΜΠΡΑΘ 4642/1982 Δνη 24, 1264.

[21] ΕΦΑΘ 2390/1979 ΝοΒ 20, 606, ΕΦΑΘ 1102/1981 Δνη 22, 244, ΠΠΡΑΘ 7136/1955 ΕΕΝ 22, 610, ΠΠΡΑΘ 3208/1963 ΕΕμπΔ 4, 518, ΠΠΡΠΑΤΡ 301/1960 Δνη 1960, 71.

[22] ΕΦΑΘ 2326/2004 ΔΕΕ 2004, 912.

[23] AΠ 1430/1987 ΔΕN 1988, 21, ΕΦΑΘ 938/2000 Δνη 2000, 1423, ΕΦΑΘ 302/1981 ΕΕΔ 41, 761, ΕΦΑΘ 2809/1980 ΝοΒ 28, 2039, ΕΦΑΘ 6095/1975 Αρμ 30, 695, ΕΦΘΕΣ 906/1977 Αρμ 31, 528, ΠΠΡΑΘ 9950/1972 ΝοΒ 21, 524, ΠΠΡΘΕΣ 359/1967 Αρμ 21, 358, ΜΠΡΠΕΙΡ 23/1980 ΠειρΝομ 1980, 244, ΠΠΡΠΑΤΡ 127/1958 ΝοΒ 6, 574.

[24] ΑΠ 547/2019, ΜΠΡΒΟΛΟΥ 150/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[25] ΠΠΡΗΡ 128/1969 ΝοΒ 17, 862.

[26] Βλ. Βαθρακοκοίλη, ΕρΝομΑΚ, 2001, τόμος Α’, άρθρα 1-286, άρθρο 69, σελ. 366, §19.

[27] ΕΦΑΘ 969/1967 ΝοΒ 16, 281, ΠΠΡΘΕΣ 923/1971 ΑρχΝ 23, 486.

[28] ΕΦΑΘ 369/1970 Αρμ 25, 338, ΕΦΑΘ 456/1969 ΝοΒ 17, 983.

[29] Βλ. Καρακατσάνη ΕρμΑΚ 92 αρ. 33. Βλ. επίσης ΑΠ 854/1998 Δνη 40, 118, ΑΠ 1430/1987 ΕΕΔ 46, 865, ΕΦΑΘ 4282/1998 Δνη 40, 421, ΕΦΑΘ 9651/1992 Δνη 36, 211, ΕΦΑΘ 6909/1975 Αρμ 30, 695, ΕΦΑΘ 1036/1970 ΑρχΝ 21, 655, ΕΦΠΕΙΡ 285/1997 Δνη 38, 1664, ΕΦΘΕΣ 3570/1990 Δνη 32, 1310. Ειδικά στην περίπτωση της σύγκρουσης συμφερόντων, η νομολογία διίσταται: κατά μία άποψη, και σε αυτήν την περίπτωση χωρεί αντικατάσταση όλων των μελών (ΕΦΑΘ 1145/1970 Αρμ 24, 922), ενώ κατ’ άλλη, χωρεί αντικατάσταση μόνο του μέλους εκείνου που τελεί σε σύγκρουση (ΕΦΑΘ 1036/1970 ΑρχΝ 21, 655).

[30] ΑΠ 854/1998 Δνη 40, 118, ΑΠ 547/2019 ΤΝΠ Νόμος.

[31] ΑΠ 547/2019 ό.π.

[32] Η θητεία των μελών που διορίστηκαν αρχίζει από την αποδοχή του διορισμού τους (ΜΠΡΑΘ 3494/1974 ΝοΒ 23, 67).

[33] Βλ. Αντωνόπουλο Αρμ 1994, 144.

[34] Βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 364-365, § 11α.

[35] Βλ. Βαθρακοκοίλη, ό.π. σελ. 365-366, §15.

[36] ΕΦΑΘ 5475/1974 ΕΕμπΔ 26/1976.

[37] Βλ. Βαθρακοκοίλη ό.π. σελ. 147, ΑΠ 282/1972 ΑρχΝ 23, 625, ΑΠ 771/1971 ΕΕμπΔ 23, 901, ΑΠ 133/1971 ΝοΒ 19, 621, ΑΠ 131/1970 ΝοΒ 18, 818, ΜΠΡΑΘ 1213/1981 Δνη 13, 205, ΠΠΡΑΘ 12244/1976 ΑρχΝ 28, 245, ΜΠΑΘ 1793/1975 ΕΕΝ 42, 528, ΜΠΡΑΘ 6823/1970 ΑρχΝ 21, 883, ΜΠΡΘΕΣ 1213/1982 Δ 13, 205, ΜΠΡΠΕΙΡ 105/1978 ΕΕμπΔ 30, 64, ΜΠΡΙΩ 176/1982 Αρμ 36, 826, ΜΠΡΙΩ 333/1981 ΝοΒ 29, 1128.

[38] Αντωνόπουλο Β. Αρμ 1994, 144, Σκούρα Θ. ΕΕμπΔ 27, 521 επ., Βερβεσό Δ 1, 255 και 558, Παναγόπουλο Δ 9, 50, Σταματόπουλο Δ 14, 622, ΕΦΑΘ 10645/1980 Αρμ 38, 304, ΜΠΡΑΘ 17895/1981 ΝοΒ 30, 1106, ΜΠΡΑΘ 1042/1983 ΝοΒ 31, 1221, ΜΠΑΘ 10456/1977 Δ 9, 50, ΜΠΡΠΕΙΡ 853/1984 Δ 15, 671.

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί