Δικηγορικό Γραφείο Ευγενίας Α. Φωτοπούλου
Βασιλίσσης Σοφίας 6 Αθήνα 106 74
Τηλέφωνο: 210 36 24 769, 211 7 80 80 80
210 30 09 019
Email: info@efotopoulou.gr

Προϋποθέσεις προστασίας του διακριτικού τίτλου

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν. 146/1914, όποιος κατά τις συναλλαγές κάνει χρήση του ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης, με τρόπο ο οποίος μπορεί να προκαλέσει σύγχυση με το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα, το οποίο άλλος νόμιμα μεταχειρίζεται, μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη της χρήσης και σε αποζημίωση.

Κατά τη διάταξη της παραγράφου 1 του ως άνω άρθρου, προστατεύεται και ο διακρι­τικός τίτλος, ή, σύμφωνα με τη διατύπωση του άρθρου, το ιδιαίτερο διακριτικό γνώρισμα καταστήματος ή βιομηχανικής επιχείρησης, που είναι μια λεκτική (λέξη πραγματική ή φανταστική ή ονομασία που αναφέρεται είτε στην επωνυμία είτε σε ορισμένο κύκλο πελατών είτε σε ορισμένη τοπική προέλευση κ.λπ.) ή παραστατική ένδειξη, με την οποία εξατομικεύεται και διακρίνεται ονομαστικά η όλη επιχείρηση ή κλάδος αυτής ή μόνο το κατάστημα, αποσκοπεί δε η διάταξη αυτή στην παρεμπόδιση της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης και συγχρόνως στην προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης της επιχείρησης που παράγει ή γενικά εμπορεύεται το προϊόν που προέρχεται από αυτή [βλ. ΠΠρΑθ 6436/2008, ΠΠρΑθ 3096/2007 ΤΝΠ Νόμος, Δίκαιο Ανταγωνισμού Λ. Κοτσίρη, έκδοση 19861 σελ. 157 επ., Αθέμιτος Ανταγωνισμός Νικ. Ρόκας, έκδοση 1996, σελ.368 (Κουτσούκης)].

Το άυλο και αποκλειστικό δικαίωμα επί του διακριτικού τίτλου κτάται σύμφωνα με το ουσιαστικό σύστημα, ήτοι με την χρησιμοποίηση στις συναλλαγές, η δε καταχώριση σε οποιοδήποτε δημόσιο βιβλίο – μητρώο έχει δηλω­τικό και όχι συστατικό χαρακτήρα (βλ. Μ.-Θ. Μαρίνο, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, β’ έκδ., 2009, σελ. 255-256, 302).

Από τη διάταξη, λοιπόν, του αρ. 13 § 1 Ν. 146/1914 συνάγεται ότι προϋποθέσεις προστασίας του διακριτικού τίτλου είναι: α) η ύπαρξη διακριτικής δύναμης ή χαρακτήρα, η οποία υφίσταται καταρχήν σε ξενό­γλωσσες λέξεις, που δεν έχουν καθιερωθεί στο ελληνικό λεξιλόγιο, β) χρησιμοποί­ηση στις ημεδαπές συναλλαγές και γ) πρόκληση κινδύνου σύγχυσης από τη χρήση του χρονικά μεταγενέστερου διακριτικού γνωρίσματος, ήτοι ο κίνδυνος να πιστέψει ο μέσος καταναλωτής του οικείου συναλλακτικού κλάδου, που έχει την συνήθη πληροφόρηση και είναι ευλόγως προσεκτικός και ενημερωμένος, ότι πρόκειται για ίδιες επιχειρήσεις ή για επιχειρήσεις που έχουν οικονομική σχέση, ενώ τέτοια σύγ­χυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη.

Άγραφη προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν αυτά διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προ­ορισμό τους και, μάλιστα, ο βαθμός της διακριτικής τους δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προ­στασίας τους.

Προσέτι, σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του αρ. 1 του Ν. 146/1914 που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, στην περίπτωση του άρθρου 13 § 1 του νόμου αυτού για την προστασία του δικαιούχου διακριτικού γνωρίσματος ε­πιχείρησης από προσβολές τρίτων, δεν απαιτείται ο προσβολέας να ενεργεί με υπαι­τιότητα και ιδίως με πρόθεση να προκαλέσει σύγχυση, αλλά αρκεί ότι γίνεται χρή­ση του διακριτικού γνωρίσματος κατά τρόπο που αντικειμενικά μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Η ύπαρξη δε κινδύνου σύγχυσης δεν προϋποθέτει σχέση ανταγωνι­σμού μεταξύ των εμπλεκομένων επιχειρήσεων ή ομοιότητα των προϊόντων ή των παρεχόμενων υπηρεσιών τους, αρκεί να υπάρχει κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις.

Εξάλλου, κίνδυνος σύγχυσης, η ύπαρξη του οποίου (ενν. κινδύνου σύγχυσης) αποτελεί κοινή προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (ΑΠ 1529/2008 ΕλλΔ 2011, 987, ΑΠ 310/1990 Δνη 1991, 72, ΑΠ 197/1989 ΤΝΠ Ισοκράτης, ΕφΑθ 2561/2010 ΕλλΔ 2011, 823, ΕφΑθ 6260/2002 Δνη 44, 803, ΕφΠειρ 291/2005 ΠειρΝομ 2005, 2001, ΕφΘεσ 77/2007 ΕπισκΕμπΔ 2007, 504, ΜΠρΑΘ 11525/2011 ΤΝΠ Νόμος), υπάρχει όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, είναι πιθανό να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσο αφορά είτε την προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε την ταυτότητα της επιχείρησης, είτε την ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων, ενώ τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι, όπως προελέχθη, η αποτροπή της εκμετάλλευσης της ξένης καλής φήμης μιας επιχείρησης από άλλη επιχείρηση και, συγχρόνως, η προφύλαξη του καταναλωτικού κοινού από τη δημιουργία πεπλανημένων εντυπώσεων ως προς τη δραστηριότητα των επιχειρήσεων [βλ. ΕφΑθ 103/2009 ΔΕΕ 2009, 443, ΕφΑΘ 6762/2007 ΕΕμπΔ. 2008, 136, ΕφΔωδ 11/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΠΠρΑθ 2275/2007 ΔΕΕ 2007, 915, ΜΠρΑθ 7032/2008 Δνη 2009, 621, Αθέμιτος Ανταγωνισμός Νικ. Ρόκα, έκδοση 1996, σελ. 338 (Τζουγανάτος)].

Εξάλλου, χρήση που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση είναι μεταξύ άλλων και η αυτούσια / δουλική απομίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων κ.λ.π. Σημασία έχει η γενική εντύπωση που δημιουργείται και ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές [βλ. ΕφΑθ 103/2009 ΔΕΕ 2009, 443, ΕφΑθ 5775/2005 ΔΕΕ 2006, 6161 ΕφΑθ 2809/1988 Δνη 30, 158, ΜΠρΛαρ 891/2004 ΕπισκΕμπΔ 2004, 802, ΜΠρΑθ 9198/2003 ΕΕμπΔ 2004, 423 και ΜΠρΠατρ 868/2001 ΔΕΕ 2001, 711, Αθέμιτος Ανταγωνισμός Νικ. Ρόκα, έκδοση 1996, σελ. 133 (Σουφλερός)].

Μέσα προστασίας σε περίπτωση παράβασης των ως άνω διατάξεων είναι η αξίωση για άρση της προσβολής και παράλειψη αυτής στο μέλλον, μπορεί δε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις να ζητηθεί και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά τις διατάξεις των άρθρων 682 επ. και 731 ΚΠολΔ, με την απειλή μάλιστα των έμμεσων ποινών εκτέλεσης του άρθρου 947 του ίδιου Κώδικα, ενώ παράλληλα μπορεί να διαταχθεί η δημοσίευση του διατακτικού της απόφασης στον ημερήσιο τύπο με δαπάνες του παραβάτη, κατ’ άρθρο 22 του Ν. 146/1914 [βλ. Αθέμιτος Ανταγωνισμός, Νικ. Ρόκα, έκδοση 1996, σελ. 394 (Κουτσούκης) με τις εκεί παραπομπές στη νομολογία].

Μπενάκη Βικεντία – Άννα

Δικηγόρος Αθηνών Μ.Δ.Ε.

info@efotopoulou.gr

ΑΦΗΣΤΕ ΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

Το email σας δεν θα δημοσιευτεί